Καίνε ακόμα οι φωτιές που πήραν οι πρόγονοί μας από την Ήπειρο, στην Τουρκοκρατία (1450), μαζί με τις γυναίκες, τα παιδιά, τα όπλα τους και μετοίκησαν στα βόρεια, στην Ανασέλιτσα και τέλος στην Κοζάνη, για ν’ αποφύγουν την αλλαγή της πίστης τους.

Ακόμα καίνε οι λιγοστές φωτιές που λαμπύρισαν στη μαυρίλα της κατοχής και συλλάβισαν στην αφωνία της δικτατορίας.

Καίνε και τώρα γιγαντωμένες σε κάθε γειτονιά, καίγοντας το φράγμα της απομόνωσης και της αδιαφορίας, ονοματίζοντας το χάος της ανωνυμίας, σβήνοντας τις διαφορές της ηλικίας, μεταβάλλοντας τους θεατές σε εκστασιασμένους συμποσιαστές, με τα κιχιά, το εκλεκτό κρασί, τις μπάντες που γεννήθηκαν από τη μήτρα της Πανδώρας.

Δεν καίνε σαν θλιβερή παρένθεση στην απανθρωπιά των ημερών μας. Σιγοκαίνε ολόκληρο το χρόνο στο γειτόνεμα για τα καλά και τα δύσκολα.

Στη χόβολή τους λικνίστηκε η ελπίδα σε φτωχά και δύσκολα χρόνια, με τα καρναβάλια-παρταλαίοι.

Στη χόβολή τους ζεσταίνεται η προσδοκία πως κι η σημερινή οδύνη με την εγρήγορση μας θα είναι μια θλιβερή παρένθεση.

Είναι ο κόσμος της φωτιάς που στέλνει τα ρυάκια της παρέλασης ξεκινώντας από το 1938.
Κι αυτό το πολύβουο ποτάμι, φουσκωμένο ευρηματικά με τα λογοπαίγνια στο ιδίωμά μας, για τα πολιτικά ατοπήματα, ποτέ δε στερεύει. Ο παφλασμός του κελαρύζει όλο το χρόνο στα θέατρα, στα στέκια των νέων, στις πλατείες.
Με την ίδια κοίτη πάντα, τον Δήμο Κοζάνης, κάνει την πόλη μας από νυφούλα του χιονιά κατά τον Δ. Μανέντη, ξεχωριστή βαλκάνια πόλη.

Υ.Γ. Αφιερωμένο στους Κοζανίτες από καταγωγή ή από επιλογή.

Τάσα Σιόμου