Σήμερα ανάβει ο Φανός τα’ Αη-Δημήτρη. ένας από τους πλέον ιστορικούς Φανούς της πόλης, με συνεχή παρουσία στα αποκριάτικα δρώμενα από τις αρχές του 20ου αιώνα. Σύμφωνα με μαρτυρία της Αναστασίας (Τσιτσιούλας ) Βλάχου μέχρι τις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, άναβε μπροστά στο σπίτι τους, στο σταυροδρόμι, που δημιουργούσε η σύγκλιση των οδών Ιωάννη Γ. Νιούλη και Ανδρονίκου Γ’ . Το σπίτι της οικογένειας Βλάχου, κτισμένο σε μικρή τούμπα (μικρό ύψωμα) και περιτοιχισμένο από χαμηλό πέτρινο αυλόγυρο, πρόσφερε ωραία θέα στο Φανό, ο οποίος άναβε κυριολεκτικά στα πόδια του.
Σ’ αυτόν τον Φανό έβγαιναν όλοι οι γείτονες και τραγουδούσαν σαν μια οικογένεια. Κορυφαίος του χορού, που άνοιγε και τον κύκλο, μετά το άναμμα του Φανού, ήταν ο Γιώργος Λιόντας, πατέρας του ξακουστού τενόρου, Κώστα Λιόντα, που διέπρεψε ως υψίφωνος στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Ουγγαρία) στα μέσα του 20ου αιώνα. Ο πατέρας του κελαηδούσε σαν πουλί, γι’ αυτό και οι Αηδημητριώτες μια ζωή τον αποκαλούσαν Φλώρο, παρατσούκλι που πέρασε και στη γυναίκα του, γνωστή ως Φλώρα σ’ όλη τη γειτονιά αλλά και στα παιδιά του. Δίπλα του στέκονταν επάξια, με εναλλαγές στο τραγούδι η Τσιτσιούλα (Αναστασία) Βλάχου, η μάνα του Στέργιου Βλάχου, του καπετάν- Φώτη, όπως ήταν περισσότερο γνωστός από τον Εμφύλιο και μετά.
Στη δεκαετία του ’20, ο Φανός μετακινήθηκε λίγο πιο πάνω και άναψε στη σημερινή του θέση, στο σταυροδρόμι που δημιουργούν μέχρι σήμερα οι οδοί Κύπρου και Ανδρονίκου Γ’. Εκεί παρέμεινε όλα τα χρόνια, εκτός από μια χρονιά που μετακινήθηκε και άναψε σε μικρό άνοιγμα που δημιουργείται πίσω από το παντοπωλείο Πλεξίδα.
Τον καιρό της Κατοχής, ο φανός άναβε αλλά έσβηνε λίγο πριν την ώρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Ο Θωμάς Κάτσας (Ζορμπάς) θυμάται ότι όταν ήταν μικρά παιδιά ηλικίας Δημοτικού και άνω μες στην Κατοχή άναβαν Φανό μπροστά στου Νιούλη το πηγάδι, ενώ οι Γερμανοί φύλαγαν τα μηχανοκίνητα τους , πολύ κοντά, στην κάτω πλευρά του πάρκου του Αγίου Δημητρίου, δίπλα στο δρόμο και μέσα σε αμπρί στη δυτική πλευρά του 2ου Δημοτικού Σχολείου.
Ο Φανός προπολεμικά αλλά και μεταπολεμικά είχε το προνόμιο να διαθέτει πολύ καλούς τραγουδιστές, με προεξάρχοντα για πολλά χρόνια τον παππού Νικόλα Πλεξίδα, που γίνονταν ρουγκατσιάρι τα προπολεμικά χρόνια και ζώνονταν με κουδούνια απ’ τ’ Αη Βασιλιού μέχρι και τ’ Αη –Γιαννιού μαζί με το Χαλιούρα, τον Τριανταφύλλου, τον Σπυράγκα τον Τόλη, τον πάππου το Μαργαρίτη, τους αδελφούς Μήτσκα κ.α. Τα χρόνια του Μεσοπολέμου έβγαινε πάντα στην κορφή του χορού φορώντας άσπρη φουστανέλα και άσπρο ζ’ναρι, ενώ αργότερα φορούσε σάκκο και έλεγε πολλά τραγούδια. Δεν ήξερε μόνο όλα τα παλιά ( τα κλέφτικα, της αγάπης και τα ξίτκα) αλλά επινοούσε και καινούρια όπως «η γρίπη».
«Φέτος του ’62
ήρθε η γρίπη με το φουρτιό,
Ήρθε για να βασανίσει
και τους γέρους να αφανίσει
Όλοι τρέχουν στο γιατρό,
στο γιατρό τον Παπαγιάννη
Να τους δώσει γιατρικό
Και να τους γιάνει
Ο Πλεξίδας επιβαλλόταν όχι μόνο με το τραγούδι αλλά και με το ανάστημα του. Ήταν πολύ ψηλός κι όμορφος άντρας. Το διάστημα του Μεσοπολέμου υπήρχαν και δυο γυναίκες, που τον συναγωνίζονταν στην κορφή, με μοναδική κι οι δυο φωνή. Η μια ήταν η Λέγκω η Καραμούζινα, μ’σή στο μπόι σε σχέση με τον Πλεξίδα, στη φωνή όμως τον έφτανε και μερικές φορές τον ξεπερνούσε, γι’ αυτό και το 1938 επί Δημαρχίας Τέρπου, όταν για πρώτη φορά καθιερώθηκαν τα βραβεία, η Επιτροπή τους βράβευσε και τους δυο στο τραγούδι. Η Λέγκω φορούσε πάντα μαύρη φουστανέλα και ήταν η κυρά του Φανού προπολεμικά. Υποστηρίζονταν στην κορφή στο τραγούδι από την Τσιτσιούλα (Αναστασία) τ’ Βλάχ’, που κρατιούνταν καλά ακόμα.
Κι οι δυο οικογένειες αριστερών φρονημάτων χτυπήθηκαν άγρια στην Κατοχή και στον Εμφύλιο. Η η μεν Λέγκω έχασε και τα τρία αγόρια της, τον Γιάννη, 17 χρονών παλικαράκι τον σκότωσαν οι Γερμανοί ( ήταν ένας από τους 44 ομήρους που εκτελέστηκε στα νταμάρια της Παναγιάς), το Ρούσση, τον καταδίκασε για εσχάτη προδοσία και τον τουφέκισε ο Εθνικός Στρατός έξω από το στρατόπεδο της Κοζάνης ενώ ο ο τρίτος, ο Αργύρης , αντιδρώντας μετά από αυτό, παρόλο που υπηρετούσε φαντάρος στο Γράμμο με τον Εθνικό Στρατό, λιποτάκτησε και βγήκε αντάρτης στο βουνό. Μετά τον Εμφύλιο, έζησε 32 χρόνια ως πολιτικός πρόσφυγας στην Πολωνία, χωρίς ποτέ του να ανταμώσει ξανά με τη μάνα του, η οποία πέθανε πριν αυτός επιστρέψει στην Ελλάδα, το ‘84. Η Λέγκω, χαροκαμένη, δεν ξανατραγούδησε στο Φανό.
Όσο για την Τσιτσιούλα ούτε κι αυτή ξαναβγήκε στο Φανό. Ο γαμπρός στην κόρη της, Αλβανός στο όνομα και τσαγκάρης στο επάγγελμα, εξορίστηκε 10 χρόνια στη Μακρόνησο για ένα ζευγάρι άρβυλα που έφτιαξε για το γιό της Στέργιο, που ήταν αντάρτης στον Εμφύλιο. Ο Στέργιος με τη σειρά του φυλακίστηκε κι αυτός για τη συμμετοχή του στον Εμφύλιο, αφού πέρασε στρατοδικείο, όταν σε μια μάχη αιχμαλωτίστηκε από τον Εθνικό Στρατό. Δεν αντέδρασε όμως το ίδιο κι ο γιός της Στέργιος, που μόλις αποφυλακίστηκε στη δεκαετία του ’50, πήρε τα όργανα, παραμονές της Μεγάλης Αποκριάς και ρίχνονταν μοναχός του με την ανεψιά του Λιζέτα Κρανιώτη δίπλα του, τριγυρνώντας σ’ όλη την Κοζάνη, ενώ έξω λυσσομανούσε ένα ντουρλάπι (χιονοθύελλα). Όσο για το Φανό έβγαινε και τραγουδούσε φορώντας μαύρη φουστανέλα, που τη μάζωνε από τα χωριά, καθαρή και σιδερωμένη στην τρίχα.
Όπως θυμάται ο Νίκος Βάμβας, ο παλιός φούρναρης της γειτονιάς, 96 χρονών σήμερα, ο Φανός ξεκινούσε πάντα τη Μικρή Αποκριά (της Τυρηνής) με μια πρώτη συγκέντρωση όλων, στην άκρη του δίστρατου, έξω από του Θανάση Καραμούζα το σπίτι. Η συνάντηση περιλάμβανε προτάσεις για τα άρματα με τραγούδι και χορό στο τέλος. Στα ενδιάμεσα, τον άναβαν καμιά φορά οι γυναίκες και τα παιδιά. Η επίσημη του όμως μέρα ήταν η Κυριακή της Μεγάλης Αποκριάς, (της Τυροφάγου), με όλους τους γείτονες μαζεμένους στο χώρο του Φανού να τρέχουν να στολίσουν το χώρο και να κάνουν τις τελευταίες ετοιμασίες για την παρέλαση.
Μετά τον πόλεμο, συνεχίζοντας τη μεγάλη παράδοση στο τραγούδι, στην κορφή δίπλα στον Πλεξίδα άρχισε να στέκεται κι ο Ντόντιος τ’ Ντόντουρα (Θόδωρος Δόδουρας), ενώ από τη δεκαετία του ‘60 και μετά τη σκυτάλη στο τραγούδι παίρνουν πολλοί άντρες: ο Αργύρης τ’ Λιούτσια, ο Ρούσσης Λευκός, ανεψιός της Λέγκως, από το καλλίφωνο γένος των Πεσλήδων στα Αλώνια, ο Στέργιος Βλάχος, ο Τάκης Μούρτζιος ,ο Λαζος Πλεξίδας, ο Λάκης Ζορμπάς, οι οποίοι υποστηρίζονται από μεγάλη ομάδα ανδρικού και γυναικείου χορού στον οποίο συμμετέχουν πολλοί άλλοι γείτονες , ο Πανος Φωτιάδης, Παφίλης, Μόκας, ο Μιχάλης της Κυρά Κατίγκως, ο Κουλιούμπας, οι Καραμουζαίοι κ.α. Οι γυναίκες έβγαιναν πολλές φορές στο Φανό μασκαρεμένες με ρούχα τσιγγάνας και με μια αυτοοσχέδια πάνινη μαύρη μάσκα στο πρόσωπο με πρώτη και καλύτερη την Ελενίτσα τ’ Βλάχου, αδελφή του Στέργιου, ακολουθούμενη από τη Βαγγελιώ Μπαμπαράγκα-Δόδουρα, την Αργυρή Λευκού, την Κατίνα Παφίλου, την Κουκούλα Μούρτζιου, την Κατίνα Γεωργάκα-Βερούλη, την Μετάξω Καραμούζα, την Λέντσιου Καραμούζα, τη Σάννα Φωτιάδου , την Κουκούλα Βαιτσοπούλου, τη Ροδή Ζορμπά, την Κουκούλα Λιάλια, τη Θοδώρα Γκατζιούρα, την Ματιώ Διάφα κ.α. Οι ίδιες αυτές γυναίκες στην παρέλαση αρμάτων του ’62 θα ντυθούν τσολιάδες με γιαταγάνια για να ανταλλάξουν με λίρες, ζυγισμένες με το καντάρι, την ελληνίδα σκλάβα, που άρπαξε ένας Τούρκος πασάς .
Στην παρέλαση των αρμάτων, άφησαν επίσης εποχή ο πάππος ο Βενάγας, πατέρας του Λάκη Ζορμπά που πουλούσε «ρίγανη σταμνιά» και ο Κυριάκο Λαβαντσιώτης που επινόησε το περίφημο «Σιουρδόμιτρο» και μετρούσε τη σιουρδαμάρα από τς μκροί και τς τρανοί, δημοτικών αρχόντων , σαν το δήμαρχο Ματιάκη, μη εξαιρουμένων. Ο Φανός κατέβαζε πάντα πολυπληθή άρματα στην παρέλαση με ιδιαίτερα καυστικό χιούμορ.
Στην περίοδο της Χούντας, με μια γειτονιά, όπου κυριαρχούσαν οι δημοκρατικές και αριστερές πεποιθήσεις, και είχε τραβήξει πολλά στο παρελθόν , ήταν απόλυτα φυσιολογικό ο Φανός να μην ανάψει καθόλου, παρά τις επίμονες προσπάθειες που κατέβαλε διορισμένος από τη Χούντα δημοτικός σύμβουλος, που κατοικούσε πολύ κοντά στο Φανό.
Μετά το ’80, τα ηνία του τραγουδιού πέρασαν στα παιδιά των παλιών τραγουδιστών, στον Κώστα Μούρτζιο και Κώτια (Κώστα ) Καραμούζα πριν φθάσουμε στις σύγχρονες γενεές.

Ευχαριστώ θερμά τον Νίκο Βάμβα, Γάκη Λιόντα, Θωμά Ζορμπά (Κάτσας), Άννα Φωτιάδου, Λιζέττα Κρανιώτη-Αλβανού, Κώστα Μούρτζιο για τις πληροφορίες που μου έδωσαν.
Φανή Φτάκα Τσικριτζή