Σήμερα που ανάβει ο Φανός της Σκ’ρκας θα επιχειρήσουμε μια αναδρομή στο παρελθόν της ιστορικής συνοικίας για να δούμε που άναβαν προπολεμικά και μεταπολεμικά οι 3 Φανοί της.

Μία από τις παλιές γειτονιές της Κοζάνης όπου άναβε Φανός ήταν και η Σκρκα. Πριν τον πόλεμο του ‘40 η Σκ’ρκα άναβε Φανό μπροστά στο ομώνυμο Πηγάδι της , σε πλάτωμα της οδού Γράμμου, λίγα μέτρα πιο πάνω από το μπακάλικο του Στέργιου Πατίκα. Στο άναμμα αυτού του Φανού πρωτοστατούσε ο ίδιος ο μπακάλης της γειτονιάς , ο Στέργιος Πατίκας και συμμετείχαν σ’ αυτόν οι άντρες κυρίως της γειτονιάς, που σύχναζαν για καμιά κούπα κρασί στο μαγαζί του.

Ο Φανός αυτός, ολιγάριθμος σχετικά, άναψε και τον καιρό της Κατοχής. Ο Μιχάλης Μπουνόβας , μικρό παιδί, 5-6 χρονών τότε, θυμάται ότι μες στην Κατοχή αντί για τα γνωστά φυλλουρίδια, που δεν εύρισκαν, έφτιαξαν φούντες με πληθωριστικά κατοχικά λεφτά που δεν είχαν καμιά αξία και τα κρατούσε φυλαγμένα η μάνα του στο σεντούκι. Αυτά κρέμασαν για να στολίσουν το Φανό .

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ο Φανός αυτός μετακινήθηκε λίγο μέτρα πιο πάνω, ανάμεσα στο σπίτι του Παντελή Ζήκου και του Ρέτζιου που έφτιαχνε τα γνωστά σε όλους μας γλειφιτζούρια με το κόκκινο μήλο από τη μια μεριά και το μπακάλικο του Τάκη Βενιώτη (Σιάρα) από την άλλη. Κορυφαίος τραγουδιστής της μεταπολεμικής εποχής του Φανού ήταν ο Μανώλης Γεωργαντζάς (Νταντάς ), ο οποίος ήξερε όλα τα τραγούδια της Αποκριάς απέξω. Συμμετείχαν σ’ αυτόν οι Τάκης Βενιώτης (Σιάρας ), ο μπακάλης, Κώστας Ζήκος, Βαγγέλης Βεληντσιάης, Τζήκας Κουζιάκης, Ζήσης Γκούντας, Κωστας Σίμπας (Γκουντέλας) κ. α. Τα παιδιά της γειτονιάς μάζευαν φιλουρίδια από το καφενείο –χορευτικό κέντρο του Παπαγιώρη, δίπλα από τη Λέσχη Αξιωματικών και από το εστιατόριο «Τα δυο φεγγάρια», πίσω από την Εθνική Τράπεζα, ενώ την Κυριακή το πρωί τα ίδια παιδιά έπιαναν όλα τα στενά της Σκρκας μ’ ένα τσινί (τσίγγινο πιάτο) στο χέρι για να μαζέψουν λίγες δεκάρες για το δαδί.

Από τη νεότερη γενιά της Σκ’ ρκας σ’ αυτόν τον Φανό συμμετείχαν οι Πάνος Μαλούτας, Παντελής Ζήκος, Κώστας, Χρήστος και Σάκης Κουζιάκης, οι Τζελαπτσηδες (Φίλιππας, Μανώλης και Τάκης), ο Νίκος Μπαγκατζούνης, ενώ από κορίτσια οι αδελφές, Τσιτσιά και Μαρία (Μπουλιούτσου) Μπαγκατζούνη, η Πιπίνα και Μαίρη Γκούντα, η Δώρα Τζελαπτσή, η Μαρία Βεληντσιάη, η Νίτσα Βενιώτη, η Ευτέρπη Σιώμου. Ο Φανός σταμάτησε στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60.
Προπολεμικά, παράλληλα με το Φανό της Σκρκας στου Πηγάδι, άναβε και ένας δεύτερος Φανός χαμηλότερα, στο σταυροδρόμι που σχημάτιζαν οι οδοί Βιτσίου και Δωδώνης, ανάμεσα στα μπακάλικα του Γιάννη Κουρού και του Παρασκευά Κατσιώνα, δίπλα από το ομώνυμο πηγάδι και το φούρνο απέναντι του Κώτσιου Λιόγα.
Εκτός από τους άντρες σ’ αυτόν τον Φανό συμμετείχαν και πολλές γυναίκες, όλες Σκαρκιώτισες, κάτοικοι της γειτονιάς, ντυμένες τσιγγάνες, οι οποίες έραβαν μόνες τους τα ρούχα τους. Εμβληματικές φυσιογνωμίες αυτού του Φανού ήταν δυο γυναίκες που άφησαν εποχή: η Ματιούκου Λιόγα και η Ειρήνη Τράγια. Η Ματιούκου Λιόγα (Γκούση), γνωστή σε όλη τη Σκρκα για τα προξενιά που έκανε, τις λειτουργίες στα εξωκκλήσια και τα γλέντια που οργάνωνε. Πολλές φορές σαν προξενήτρα συνόδεψε στην εκκλησία το γαμήλιο ζευγάρι κουβαλώντας επικεφαλής της πομπής τα δώρα της νύφης σε κανέστρα. Ήταν γυναίκα του φούρναρη Κώτσιου Λιόγα και αρχηγός του Φανού καθ’ ομολογία όλων. Τραγουδούσε στην κορφή του χορού μαζί με την Ειρήνη Τράια, τη δεύτερη κορυφαία τραγουδίστρια της Σκρκας. Η Ειρήνη μάλιστα το 1939 είπε πρώτη φορά στο Φανό και το εξής τραγούδι για το Δεσπότη Ιωακείμ.
«-Καλημέρα κυρ Δεσπότη
-Βρε , καλώς την, την κυρά.
-Κυρ δεσπότη, κυρ δεσπότη μια χάρη σου ζητώ. Στείλε μου τον πρώτο διάκο, μόνο μια βραδιά.
-Έρχομαι και μοναχός μου 5-6 βραδιές».
Όταν το άκουσε αυτό ο Δεσπότης Ιωακείμ, δεν παρεξηγήθηκε καθόλου , ούτε θύμωσε, απεναντίας, κάλεσε τις γυναίκες στη Μητρόπολη, τις ευχαρίστησε για το τραγούδι και τις έδωσε για δώρο 3-4 αρνιά , που έψησε όλος ο Φανός την Πρωτομαγιά στον Αη-Λευθέριο.
Ο Φανός αυτός διέθετε και άλλους καλλίφωνους τραγουδιστές. Κορυφαίος άντρας τραγουδιστής με στεντόρεια φωνή που ήξερε όλα τα τραγούδια απέξω ήταν και ο Χρήστος Φασούλας. Καλοί τραγουδιστές επίσης ήταν τα δυο του αδέλφια, η Ζόλια Κουζιάκη, ο Γιάννης Πλακοπίτης, ο Τράγιας Γρηγόρης, ο Δημητρούλης Ζήγρας. Αυτός ο Φανός ήταν από τους πρώτους που υιοθέτησε νεωτερισμούς αποκτώντας πρώτος, αρχές του ‘60 μεγαφωνική εγκατάσταση για να ακούγονται καλύτερα τα τραγούδια , χάρη στο Γιάννη Τζιουρά, γείτονα και μέλος του Φανού, έμπορο ηλεκτρικών συσκευών και δίσκων.
Δυστυχώς, το Δεκέμβριο του ‘58, παραμονές του Αγίου Ελευθερίου, ένα τραγικό ατύχημα σφράγισε τη μεγάλη ζωντάνια αυτού του Φανού, βυθίζοντας στο πένθος όλη τη γειτονιά και ανακόπτοντας την πορεία του για πολλά χρόνια. Ένα λεωφορείο με Κοζανίτη οδηγό τον Γκαγκάνα έπαθε ατύχημα και μεταφέροντας τους ανθρώπους του Φανού στο εξωκκλήσι του Αγίου Ελευθερίου, παραμονή της γιορτής του, ανατράπηκε ανεβαίνοντας στην πλαγιά του λόφου με αποτέλεσμα να σκοτωθούν ο φούρναρης Κ. Λιόγας, η αδελφή του Ελένη και άλλα δυο άτομα. Το 1959, έγινε προσπάθεια από νεαρά κυρίως άτομα να ανάψει ο Φανός αλλά αυτή δεν καρποφόρησε παρά 2-3 χρόνια, αφού οι περισσότεροι γείτονες δεν έβγαιναν λόγω του μεγάλου πένθους. Έτσι ο Φανός σ’ αυτή τη θέση έσβησε οριστικά.
Ο τρίτος Φανός της Σκ’ ρκας αναβίωσε αρκετά χρόνια αργότερα, το 1983, επί Δημαρχίας Παγούνη στη θέση που βρίσκεται σήμερα, στην Τσιάμπρα, στου Ντάλα τ’ αλώνι. Πρωτεργάτες αυτής της αναβίωσης του παλιού εθίμου ήταν ο Πάνος Μαλούτας, ο Μιχάλης Σκόρδας, ο Σπύρος Μπιμπίρης , ο Γεώργιο Μούτος,ο Γιώργος Γκούντας, ο Ηλίας Σαμαράς και ο Βασίλης Τσαμπούρης, οι οποίοι στο καφενείο του Βούρκα, ανάμεσα σε κούπες και σε μπέντια, πήραν αυτή την απόφαση με το σύνθημα « η Σκ’ρκα και η Τσιάμπρα φτιαχν’ Φανό αντάμα». Σ’ αυτόν τον καινούριο Φανό κορυφαίοι τραγουδιστές από την αρχή της σύστασης του ήταν ο Γιώργος Κουζιάκης (Παλένας) και ο Νικολής Βούρκας , ο οποίος από παιδί είχε μαθητεύσει στο Φανό Μπουντανάθκα, και στη Μεταπολίτευση τραγουδούσε στο Φανό του Μύλου τ’ Χασάπη, που οργανώνονταν από το Φιλοπρόοδο Σύλλογο από το ‘80 μέχρι το ‘85. Μετά τη διάλυση του τελευταίου, μετακινήθηκε στο Φανό της Σκ’ρκας.

Ευχαριστώ πολύ τους Μιχάλη Μπουνόβα, Πάνο Μαλούτα , Λάζο Κουζιάκη, Παντελή Ζήκο, Ευθυμούλα Ζήκου, Μαρία Βεληντσιάη και Χρήστος Τζιουρά για τις πληροφορίες τους. Ευχαριστίες ιδιαίτερες επίσης στους Παντελή Ζήκο, οικογένεια Βενιώτη (Σιάρα), ) Χρήστο Τζιουρά και Κώστα Τσιώρα για το φωτογραφικό υλικό που μου στείλαν.