Ο Τριανταφυλλίδης, ως φωτεινός εκλαϊκευτής και αγαπητός δάσκαλος, συνέβαλε τα μέγιστα στους τομείς της γλωσσικής έρευνας και της γλωσσικής διαφώτισης κοινού και επιστημόνων ακόμη και μετά θάνατον, με την ίδρυση (βάσει της διαθήκης του) του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη), παραρτήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Ο Μανόλης Α. Τριανταφυλλίδης (1883-1959), γλωσσολόγος και δημοτικιστής, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους συντελεστές της προώθησης των γλωσσικών και εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα μας κατά το α’ μισό του 20ού αιώνα.

Ο Τριανταφυλλίδης, με καταγωγή από την Κοζάνη (εκ πατρός) και τη Χίο (εκ μητρός, το γένος Ροδοκανάκη), ενεγράφη αρχικά στη Φυσικομαθηματική Σχολή, αλλά στη συνέχεια σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου μάλιστα υπήρξε μαθητής του Γεωργίου Χατζιδάκι, θεμελιωτή της επιστήμης της γλωσσολογίας στην Ελλάδα.

Μεταξύ των ετών 1905 και 1912 ο μεγάλος γλωσσολόγος σπούδασε σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας (Μόναχο, Χαϊδελβέργη) και ταξίδεψε στην Ελβετία (προς απόκτηση εκπαιδευτικών εμπειριών) και στο Παρίσι, όπου συναντήθηκε με τον Γιάννη Ψυχάρη (το 1907).

Ως φορέας και κήρυκας της δημοτικιστικής ιδεολογίας, ο Τριανταφυλλίδης κατέβαλε εργώδεις προσπάθειες για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση.

Έτσι, μαζί με τον Αλέξανδρο Δελμούζο και τον Δημήτρη Γληνό, ο Τριανταφυλλίδης αποτέλεσε ένα από τα κορυφαία στελέχη του Εκπαιδευτικού Ομίλου, ενώ διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο (ως ανώτερος επόπτης δημοτικής εκπαίδευσης) στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση των ετών 1917-1920, επί Ελευθερίου Βενιζέλου.

Μετά την εκλογική αποτυχία του Βενιζέλου (Νοέμβριος 1920) και την ανατροπή της προαναφερθείσης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, ο απογοητευμένος Τριανταφυλλίδης μετέβη στη Γερμανία, όπου παρέμεινε έως το 1923.

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, διορίστηκε στο Λαογραφικό Αρχείο και κατάφερε να επανακτήσει τη θέση του ανώτερου επόπτη δημοτικής εκπαίδευσης.

Το 1926 ο Τριανταφυλλίδης έγινε καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο οποίο άσκησε τα διδακτικά του καθήκοντα από τα τέλη του 1926 έως τις αρχές του 1935.

Το 1938 ο Ιωάννης Μεταξάς ανέθεσε τη συγγραφή Γραμματικής της κοινής δημοτικής γλώσσας (χωρίς αρχαϊσμούς και ιδιωτισμούς) σε επιτροπή γλωσσολόγων, φιλολόγων και λογοτεχνών υπό την προεδρία του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Γραμματική αυτή ολοκληρώθηκε και εκδόθηκε το 1941 από τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων.

Συντάσσοντας τη Γραμματική του, ο Τριανταφυλλίδης στηρίχτηκε μεν στη λαϊκή γλώσσα, αλλά δέχτηκε μέχρις ενός βαθμού το καθεστώς που είχε δημιουργήσει η καθαρεύουσα. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η Γραμματική του επισημοποίησε το συμβιβασμό που είχε προτείνει και είχε εφαρμόσει η ανολοκλήρωτη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση των ετών 1917-1920.

Ο Τριανταφυλλίδης, ως φωτεινός εκλαϊκευτής και αγαπητός δάσκαλος, συνέβαλε τα μέγιστα στους τομείς της γλωσσικής έρευνας και της γλωσσικής διαφώτισης κοινού και επιστημόνων ακόμη και μετά θάνατον, με την ίδρυση (βάσει της διαθήκης του) του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη), παραρτήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Οι ακόλουθες απόψεις του Τριανταφυλλίδη σκιαγραφούν το χαρακτήρα του, αλλά και την εικόνα μιας άλλης εποχής:

«Έχω τη γνώμη πως το ελληνικό πατριαρχικό σπίτι, με όλη τη φροντίδα του για την αγωγή και τις αδιαφιλονίκητες ομορφιές της στοργής που κρύβει για τα ελληνόπαιδα, καλλιεργεί και δυναμώνει τον ατομισμό που είδαμε, με το να πνίγει υπερβολικά τις παιδικές ορμές ή τουλάχιστο ―γιατί στο ίδιο καταντά― με το δίνει αγωγή που το παιδί την αισθάνεται, κάτω από τη στοργική οικογενειακή ατμόσφαιρα, σαν αδιάκοπη πίεση του εαυτού του. Έρχεται τότε αργότερα στην κοινωνική ζωή, σαν αντιστάθμισμα στην πίεση αυτή, ο πολίτης που με πρώτη ευκαιρία θα φανερωθεί από ραγιάς σατράπης, ο άνθρωπος ο εριστικός, ο απειθάρχητος και ο φιλόπρωτος, με την άσβηστη δίψα για ό,τι φαντάζεται ελευθερία, που θ’ αναζητεί αδιάκοπα και κυρίως την ικανοποίηση του ατόμου του και που δε θα δεχτεί κανένα είδος ζυγό στον τράχηλό του, ακόμη και τον απαραίτητο για τον πραγματικά ελεύθερο κοινωνικόν άνθρωπο που νοιώθει την ισοτιμία όλων. Έτσι όμως και στους πνευματικούς ακόμη εργάτες δεν αναχωνεύονται όσο πρέπει τα έμφυτα και πολύτιμα εγωιστικά ένστικτα σύμφωνα με την ανώτερη σκοπιμότητα του κοινωνικού συνόλου».

«Το ότι ζούμε σε κράτος που κρέμεται με το παραπάνω από τις τυχαίες κρίσεις και τις αμελέτητες αποφάσεις των ευκολοάλλαχτων υπουργών του ―σύμπτωμα άλλωστε και αυτό κοινωνικό και αποτέλεσμα του ατομισμού μας― δε δικαιολογεί όποιον βλέπει το καλύτερο, να μην το επιζητεί, ακόμη και αν συχνά το Κράτος ξεχνά το χρέος του. Αλλιώς, δείχνομε και εμείς εξωκρατικά τις ίδιες αντικοινωνικές ιδιότητες και τα ίδια εγωιστικά ελαττώματα που κατηγορούμε για το Κράτος, και δε βοηθούμε να υψωθούμε στο καλύτερο. Ευκολότερο είναι άλλωστε να διαμορφωθεί έξω από το Κράτος συνείδηση για το σωστό που πρέπει να κάμομε, παρά να εκδικηθούμε τάχα το αντικοινωνικό Κράτος ―σε βάρος των μαθητών και των παιδιών μας― κάνοντας εξωκρατικά και εμείς πολιτική αντικοινωνική».

«Δημοτικισμός είναι η λογοτεχνική, πνευματική, εκπαιδευτική και κοινωνική κίνηση που μας ζητεί να εργαστούμε για ν’ αποχτήσομε και εμείς κάτι που δεν έχομε και που το έχουν σήμερα όλοι οι πολιτισμένοι λαοί της Ευρώπης, το πρώτο και σημαντικότατο γνώρισμα για κάθε έθνος με σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό: κοινή εθνική γλώσσα, που ολόκληρο το έθνος να μπορεί να τη γράφει και να την αισθάνεται και να τη μιλεί και να την έχει όργανο στη μόρφωσή του και στην πνευματική του ζωή».

«Μια γλώσσα δεν μπορεί παρά ν’ ανανεώνεται σιγά σιγά, αν είναι να μένει ζωντανή έκφραση, και μόνο με το σωστό συγκερασμό κάθε φορά της νέας ζωής με τα χτεσινά και τα περασμένα είναι δυνατό να φυλαχτεί γόνιμη κάθε κληρονομιά».

 

www.in.gr