Κοίταξα γύρω μου… δεν ήξερα αν τα πρόσωπα περισσότερο με τρόμαζαν και ήθελα να το βάλω στα πόδια ή αν ασκούσαν κάποια περίεργη έλξη πάνω μου και ήθελα να μείνω εκεί και να τα κοιτάω. Από την μία ήταν σαν τα γνώριζα από πάντα και από την άλλη σαν να τα έβλεπα πρώτη φορά. Δεν κατάλαβα πότε και γιατί πλησίασα, ήθελα να δω από κοντά αυτά τα πρόσωπα, να τα αγγίξω, να καταλάβω γιατί είχαν αυτή την επίδραση πάνω μου. Και τι περίεργο, τα πρόσωπα άλλαζαν μορφές, σαν να υπήρχαν χίλιες μάσκες πάνω σε αυτά και κάθε στιγμή μια μάσκα ερχόταν πάνω – πάνω. Υπήρχαν πρόσωπα που φορούσαν τις μάσκες που εγώ ήθελα να δω, μόλις έπαιρναν την πραγματική μορφή τους έφευγα μακριά, σαν να ήθελα να κρατήσω μονάχα την μορφή που πιστεύω. Κάποια άλλα βάζανε το προσωπείο εκείνο ώστε να κερδίσουν την εύνοιά μου, δεν θέλανε να μου κάνουν κακό, ούτε να με παραπλανήσουν, αλλά είχαν ανάγκη την συμπάθειά μου. Φυσικά υπήρχαν και εκείνα που φορούσαν το παραπλανητικό προσωπείο με το ευγενικό χαμόγελο, σαν σειρήνες να με καλούν για να με παρασύρουν σε ένα κυκλώνα ψεύτικων συναισθημάτων. Χαμένη γυρνούσα τριγύρω, δεν ήξερα ποια μάσκα ήθελα να κρατήσω και ποια να τραβήξω με τα χέρια μου και να την καταστρέψω. Δεν ήμουν σίγουρη ποια κρύβει την αλήθεια και ποια το ψέμα. Μήπως όμως κι εγώ ήμουν μια μάσκα; Ίσως και περισσότερες; Αυτό ήταν, αντί να κοιτάω τους άλλους και να θέλω να τραβήξω τις μάσκες τους, κάθισα σε μια γωνιά και με τα ίδια μου τα χέρια κατέστρεψα τις μάσκες που οι άλλοι ήθελαν να βλέπουν, άφησα στην άκρη τις μάσκες που χρησιμοποιούσα για να με συμπαθήσουν και αρνήθηκα όλες εκείνες που φορούσα για να παραπλανήσω τους άλλους. Και έμεινε η μάσκα που καθρέφτιζε την ψυχή μου και ξαφνικά όλοι οι φόβοι χάθηκαν…