Η αυταρέσκεια μπορεί να αποδειχθεί πολύ επικίνδυνη για την τσέπη. Στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (‘‘σόσιαλ μήντια’’) ο ναρκισσισμός έχει λάβει γιγαντιαίες διαστάσεις. Όσο και κακαστροφικές , όμως, όταν συνοδεύεται από αφέλεια.

Η είδηση είναι νομική. Άλλά άκρως διδακτική για όλους. Τόσο για τη χρήση της δημόσιας εικόνας μας, όσο και για τους κανόνες που παίζεται το παίχνίδι σήμερα. Το παιχνίδι της δημοσιότητας. Και της εξαπάτησης του Δικαστή.

Με την υπ` αρ. 5551/ 2019 απόφασή του το Ειρηνοδικείο Αθηνών απέρριψε αίτηση για την υπαγωγή στις διατάξεις του Νόμου 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (‘‘Νόμος Κατσέλη’’), διότι έκρινε, ότι η αιτούσα προχώρησε σε “ανειλικρινή δήλωση” σχετικά με την οικονομική της κατάστασης, καθώς απέκρυψε εσκεμμένα τη βελτίωση του οικογενειακού εισοδήματός της.

Το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του, έλαβε υπόψη δημόσιες αναρτήσεις φωτογραφιών της αιτούσας στο Facebook, στις οποίες αναφέρεται τόσο ο τόπος διαμονής με τον σύζυγό της (Λονδίνο) όσο και η εταιρεία στην οποία εργάζεται.

Η αιτούσα ισχυριζόταν, ότι είναι άνεργη και άρα αδύναμη να εξοφλήσει το δάνειό της. Κι όμως στον προσωπικό της λογαριασμό στο Facebook, δημοσίευε αυτάρεσκα φωτογραφίες και βίντεο, όπου επιδείκνυαν πολυτελέστατη ζωή.

Στο σκεπτικό της απόφασης του το δικαστήριο σημειώνει, ότι « οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση που προσκομίζεται ως αποδεικτικό μέσο σε πολιτική δίκη και αφορά σε ιδιωτική επαφή και συνομιλία εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση ενός εκ των συμμετεχόντων, καθίσταται απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο».

Ωστόσο, όλα τα παραπάνω παύουν να είναι απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα, όταν ο χρήστης του Facebook τα καθιστά «δημόσια κι ελεύθερα προσβάσιμα σε όλους (ακόμη και σε χρήστες του διαδικτύου που δεν έχουν λογαριασμό στο «facebook»), με την καταχώρισή τους στον εν λόγω ιστότοπο χωρίς ρυθμίσεις ασφαλείας. »

Σύμφωνα με την απόφαση, οι πληροφορίες, οι οποίες αναρτώνται από το υποκείμενο των δεδομένων σε δημόσια πρόσβαση στο διαδίκτυο δεν συνιστούν προσωπικό δεδομένο και δεν εμπίπτουν στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 2472/1997.

Όταν, λοιπόν, ο χρήστης των κοινωνικών δικτύων επιλέγει να έχει ‘ανοικτό προφίλ’, προσβάσιμο σε οποιονδήποτε και όχι μόνο στους διαδικτυακούς του ‘φίλους’, τότε αυτόματα παραιτείται της ιδιωτικότητας του. Και φυσικά της επακόλουθης προστασίας, που του παρέχει ο Νόμος.

Ο ναρικισσισμός, η αφέλεια, η άγνοια. Όλα μαζί και το καθένα μόνο του οδηγούν σε αυτοκαταστροφικά αποτελέσματα. Το κυνήγι των ‘like’ και η εξαπάτηση του Δικαστή. Και της Κοινωνίας.

Δεν μπορεί να δηλώνεις άνεργος και ανίκανος να πληρώσεις το δάνειο που πήρες από την Τράπεζα, και ταυτόχρονα να δημοσιοποιείς φωτογραφίες από επισκέψεις σου σε πολυτελή εστιατόρια κι από ταξίδια σου σε ακριβούς προορισμούς. Και μάλιστα, οι φωτογραφίες σου να είναι προσβάσιμες σε όλους.

Γι` αυτό και οι τράπεζες έχουν δημιουργήσει νέες ειδικότητες μεταξύ των υπαλλήλων τους: αρμόδιους για την παρακολούθηση σελίδων κοινωνικής δικτύωσης.

Αμύνονται στην απάτη των ‘υπερχρεωμένων’ απατεώνων νάρκισσων. Και καλά κάνουν. Εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη φύση των αντιδίκων τους. Το αμάρτημα της αυταρέσκειας. Που κοστίζει, στην προκειμένη περίπτωση, πολύ ακριβά…

* Ο κ. Καραλίγκας είναι Δικηγόρος παρ` Αρείω Πάγω. Κατάγεται από την Κοζάνη, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη