Φωτοβολταϊκά, αιολικά, γεωθερμία, βιομάζα ακόμα και μονάδα δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα ή αποθήκη υδρογόνου είναι ορισμένα από τα σενάρια για τη Δυτική  Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη.
Έως τα μέσα του 2020 θα έχει εκπονηθεί το Master Plan για τη μετάβαση της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης στη μεταλιγνιτική εποχή.
Αυτό  τουλάχιστον έχει ανακοινώσει ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κωστής Χατζηδάκης ο οποίος ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται για ένα πολύπλοκο και απαιτητικό project που θα πρέπει να εκπονηθεί με τη συνεργασία όλων των συναρμοδίων υπουργείων των τοπικών αρχών και βεβαίως με την Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία έχει σχεδιάσει ένα ειδικό πρόγραμμα μετάβασης στην εποχή του μηδενικού άνθρακα.
Στόχος του ελληνικού Master Plan, όπως άλλωστε και όλων των αντίστοιχων προγραμμάτων που θα εφαρμοστούν ή έχουν ήδη γίνει στην Ευρώπη είναι η ελαχιστοποίηση των συνεπειών από την απώλεια της λιγνιτικής δραστηριότητας, ανοίγοντας  ταυτόχρονα και νέες προοπτικές ανάπτυξης και απασχόλησης για τους κατοίκους των περιοχών.

Πλεονέκτημα η ύπαρξη υποδομών και το χαμηλότερο κόστος γης

Φωτοβολταϊκά, αιολικά, γεωθερμία, βιομάζα ακόμα και μονάδα δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα ή αποθήκη υδρογόνου είναι ορισμένα από τα σενάρια που ακούγονται για το αύριο των λιγνιτικών περιοχών στη χώρα μας.
Ειδικά δε η εγκατάσταση φωτοβολταικών, ενδεχομένως και από την ίδια τη ΔΕΗ, στα εξαντλημένα ορυχεία είναι ένα από τα σχέδια που έχουν ακουστεί όχι μόνο τελευταία αλλά και στο παρελθόν καθώς θα μπορούσαν να δώσουν στη ΔΕΗ μια διέξοδο επέκτασης της δραστηριότητας της στις ΑΠΕ.
Άλλωστε η  ανάπτυξη εγκαταστάσεων ΑΠΕ στις περιοχές αυτές επωφελείται από την ύπαρξη υποδομών, όπως οι γραμμές μεταφοράς ηλεκτρισμού, αλλά και το χαμηλότερο κόστος γης.

Φωτοβολταϊκά σε λιγνιτικά πεδία

Εν όψει της κατάρτισης του ελληνικού Master Plan έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε τι έχει γίνει μέχρι σήμερα σε άλλες περιοχές της Ευρώπης.
Τα παραδείγματα αυτά έχει καταγράψει ήδη αναλυτική έκθεση της Κομισιόν σύμφωνα με την οποία ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα μετατροπής λιγντικού πεδίου, είναι το Goettelborn στη νοτιοδυτική Γερμανία.
Το 2004 μετατράπηκε σε φωτοβολταϊκό πάρκο και μάλιστα για την εποχή του ήταν το μεγαλύτερο στο είδος του. Διαθέτει 49.000 φωτοβολταϊκά πάνελ , συνολικής ισχύος 8,4 MW  και εκτείνεται σε μία περιοχή 165.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων.
Μία δεύτερη μονάδα, το  Geosol στο Espenhain της Λειψίας κατασκευάστηκε το 2004 σε ένα εγκαταλειμμένο ορυχείο. Αποτελείται από 33.500 φωτοβολταϊκά πάνελ, ισχύος 5 MW.

Χώροι αναψυχής

Σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν ανάλογες λύσεις έχουν υιοθετήσει και άλλες χώρες.
Στη Βρετανία για παράδειγμα το μεγαλύτερο φωτοβολταϊκό πάρκο βρίσκεται στη νότια πλευρά ενός πρώην ορυχείου κασσίτερου, το Wheal Jane, στην Κορνουάλη. Διαθέτει 5.860 πάνελ, ικανά να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια 1.437 MWh ετησίως.
Συχνά η αναμόρφωση των ορυχείων φέρνει και άλλες δυνατότητες: Χαρακτηριστικό το παράδειγμα στο Lusatian της Γερμανίας, όπου σήμερα έχουν δημιουργηθεί 23 τεχνητές λίμνες, όπου αναπτύσσονται διάφορες δραστηριότητες τουρισμού και αναψυχής, ενώ λίγο πιο κάτω λειτουργεί ακόμα ένα ορυχείο άνθρακα.
Στην Ισπανία, το ψάρεμα του σολομού και της πέστροφας αποτελούν ένα καλό παράδειγμα μίας νέας δραστηριότητα αναψυχής που προσελκύει τουρίστες στα παλιά ορυχεία της Asturias.
Στην Τσεχία οι εταιρίες εξόρυξης Vrsanska Uhelna και η Severni Energeticka κατασκεύασαν το κέντρο Most Hippodrome, που περιλαμβάνει ιππόδρομο, πίστα σκέιτινγκ 3 χλμ, γήπεδο γκολφ και πάρκο αναψυχής.
Κάθε χρόνο επισκέπτονται το κέντρο περισσότεροι από 100.000 τουρίστες. Στη Πολωνία επίσης, ένα από τα παλιότερα ορυχεία άνθρακα έχει μετατραπεί σε χειμερινό και θερινό τόπο αναψυχής, με πίστα σκι μήκους 760 μέτρων  κλπ.

Πολιτιστικές δραστηριότητες

Άλλα ορυχεία έχουν μετατραπεί σε μουσεία  ή χρησιμοποιούνται για άλλες πολιτιστικές δραστηριότητες. Ίσως από τα πιο γνωστά είναι  το μουσείο της Ruhr στο Ζολβεράιν της Γερμανίας και με μεγάλο Εθνικό Μουσείο του Άνθρακα στη Νότιο Ουαλία.
Και στα δύο διοργανώνονται επισκέψεις στις υπόγειες στοές και έχουν αναγνωριστεί από την Ουνέσκο ως περιοχές της Παγκόσμιας Κληρονομιάς.
Το Πάρκο και το Μουσείο του Landek στην Τσεχία έχουν τιμηθεί με το βραβείο Χένρυ Φορντ, σε αναγνώριση της αναβίωσης μίας εγκαταλελειμμένης περιοχής, του σεβασμού στο περιβάλλον  και της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το μουσείο λιγντικής ιστορίας και κληρονομιάς στη Ρουρ της Γερμανίας προσελκύει πάνω από 250.000 επισκέπτες ετησίως και το Εθνικό Μουσείο Big Pit στην Ουαλία πάνω από 110.000 επισκέπτες το χρόνο.
Ορισμένα κομμάτια του εξοπλισμού και των μηχανημάτων από παλιά ορυχεία άνθρακα αποτελούν επίσης μοναδικά εκθέματα βιομηχανικής κληρονομιάς.
Για παράδειγμα ο ιμάντας μεταφοράς και η γέφυρα που χρησιμοποιούνταν ως το 1992 στο Mining Atlas της Γερμανίας είναι σήμερα ανοικτός στους επισκέπτες  και αποτελεί ένα από τα εμβληματικά σημεία του Ευρωπαϊκού Δρόμου Βιομηχανικής Κληρονομιάς.

Βιομηχανικό πάρκο

Ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης είναι αυτό που ακολούθησαν στα λιγνιτικά πεδία του Frantisec στη Τσεχία το 1999.
Οι τοπικές αρχές αντιμετωπίζοντας την εγκατάλειψη και την υψηλή  ανεργία αποφάσισαν να διαμορφώσουν την περιοχή σε βιομηχανικό πάρκο. Επένδυσαν σε τεχνολογικές  υποδομές και επικοινωνιακά συστήματα, σε δρόμους, σε δίκτυα σε αναδιαμόρφωση του εδάφους κλπ. Σήμερα 25 επιχειρήσεις που απασχολούν 300 άτομα έχουν μεταφέρει εκεί την έδρα τους.
Στην Ισπανία, η εταιρία  Endesa μετέτρεψε το ανοικτό πηγάδι  άνθρακα As Pontes σε υδροηλεκτρική μονάδα. Σε άλλες περιοχές εγκαθιστούν συστήματα δέσμευσης άνθρακα (CCS) προκειμένου να επεκτείνουν τη ζωή των ανθρακικών μονάδων, μειώνοντας την παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα. Πρόκειται για μία επιλογή αρκετά ακριβή, που προϋποθέτει και την ύπαρξη του κατάλληλου αποθηκευτικού χώρου, συνήθως εξαντλημένα υπόγεια πηγάδια μεγάλης χωρητικότητας αλλά και αγωγούς μεταφοράς αν δεν υπάρχει άμεση γειτνίαση.

www.worldenergynews.gr