Θυμάμαι πρίν μερικά χρόνια, όταν είχα διαβάσει για πρώτη φορά το τριαντάφυλλο στο στήθος, του Τενεσί Ουίλιαμς, μου είχε αφήσει μια περίεργη αίσθηση στο δικό μου στήθος και μια περίεργη γεύση στο στόμα.

Την ίδια γεύση και αίσθηση εισέπραξα και το Σάββατο 7 Δεκέμβρη όταν είχα επιτέλους τη χαρά να δώ ένα από τα πιο «περίεργα έργα» του αμερικάνου συγγραφέα, ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας δραματουργίας αλλά και ένα έργο που ανεβαίνει σπάνια πλέον σε κάποια σκηνή.

Από την αρχή η ηρωίδα Σεραφίνα Ντέλλε Ρόζε (Πηνελόπη Μαρκοπούλου) ήταν καθηλωτική.

Από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου ξεδίπλωνε με σκηνική άνεση και υποκριτική δεινότητα έναν αρκετά δύσκολο χαρακτήρα με έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις και δύσκολες ψυχικές εναλλαγές.

Αυτό είναι που δημιουργεί και το ενδιαφέρον άλλωστε και στους ηθοποιούς και στο κοινό.

Το έργο μου δημιούργησε την εντύπωση πώς κινείται σε έναν νοητό οριζόντιο και ένα κάθετο άξονα που δημιουργούν τρόπο τινά έναν συμβολικό σταυρό.

Στον οριζόντιο άξονα υπάρχει ο διαχωρισμός του έρωτα με το θάνατο ενώ στον κάθετο άξονα ξεχωρίζει το μεταφυσικό από το γήινο, το θνητό και το σαρκικό.

Αυτός ο νοητός σταυρός υπάρχει σε όλο το έργο.

Η Σεραφίνα Ντέλλε Ρόζε έχει μια ιδιαίτερη και περίεργη σχέση με την Παναγία, μια μεταφυσική σχέση μαζί της σε όλη τη διάρκεια του έργου.

Συνομιλεί μαζί της λεκτικά και ψυχικά.

Η Παναγία βρίσκεται στο κέντρο του νοητού σταυρού, στο κέντρο του σπιτιού που μοιάζει με εκκλησία, στο κέντρο της ζωής της ηρωίδος, κινεί τα νήματα της ζωής της. 

Η Παναγία και ο έρωτας.

Ο έρωτας για τη Σεραφίνα είναι καθαγιασμένος, είναι ιερός, αγνός, αμόλυντος, θεϊκός, όπως η Παναγία.

Η ζωή της είναι απλή, φτωχική, λυτή, όπως της Παναγίας.

Εδώ να τονίσω το εξαιρετικό σκηνοθετικό εύρημα το κ. Γιοβανίδη με την εμφάνιση στη σκηνή των πέντε Μαντόνων και τη μεταφυσική σχέση που ανέδειξε με την Σεραφίνα.

Το έργο ξεκινάει μεταφυσικά, με μια προφητεία, σχεδόν όπως μια αρχαία τραγωδία που οι θεοί αναγγέλλουν τα μελλούμενα.

Ο Τενεσί Ουίλιαμς χωρίζει το έργο στη μέση, το πρώτο μισό μας δείχνει τη ζωή της Σεραφίνας και τη σχέση της με τη γειτονιά σε ένα σπίτι που είναι ανοιχτό για όλους.

Στο δεύτερο μισό όλα αλλάζουν, το σπίτι κλείνει για όλους εκτός από τον παράξενο, ξένο φορτηγατζή (Γεράσιμος Μιχελής) που ¨εισβάλει¨ ξαφνικά στο σπίτι σοκάροντας τη χήρα.

Την ¨εισβολή¨ τη χρησιμοποιώ συμβολικά, είναι η εισβολή του αρσενικού στο θηλυκό.

Και ακριβώς αυτό ένιωσε και η χήρα αντικρίζοντας για πρώτη φορά τον παράξενο ξένο.

Από εκείνη τη στιγμή ένα διανοητικό παιχνίδι ξεκίνησε στο μυαλό της ανάμεσα στο ζωντανό αρσενικό και το νεκρό άντρα της, τον έρωτα και το θάνατο, ανάμεσα στον υλικό κόσμο και τον κόσμο των σκιών.

Είχε προηγηθεί η επίθεση στον παπά (Ισίδωρος Σταμούλης) έχοντας άρνηση να πιστέψει αυτό που συνέβη, την άρνηση πως προδόθηκε από τον άντρα της, τον έρωτα της ζωής της. 

Η Σεραφίνα κρατάει τη στάχτη του νεκρού άντρα της στο σπίτι, αυτή είναι η αλυσίδα που την κρατάει δεμένη με το παρελθόν.

Το μέλλον όμως είναι εδώ, ο γεροδεμένος νέος είναι ζωντανός και τόσο κοντά, τόσο αληθινός.

Τελικά η ηρωίδα θα ακολουθήσει τη μοίρα της και η μοίρα της είναι να είναι ερωτευμένη ξανά, είναι να ξαναφέρει ζωή μέσα της.

Ένας τέλειος κύκλος έκλεισε.

Δυο θάνατοι σημάδεψαν τη ζωή της στην αρχή του έργου, δυο γεννήσεις τη σημάδεψαν στο τέλος του.

Εξαιρετικοί όλοι οι συντελεστές – πέρα από τους τρείς που ανέφερα – σε μια εξαιρετική σκηνοθεσία του κ. Γιοβανίδη σε ένα από τα πιο αισιόδοξα έργα του Τενεσί Ουίλιαμς.

Ο κ. Γιοβανίδης τόλμησε και πέτυχε στο ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης και με τις παραγωγές που ανέβασε και παρακολουθήσαμε αλλά και με τις παραγωγές που έφερε στην κεντρική σκηνή του θεάτρου της πόλης.

Ήταν εξαιρετικές όλες (τουλάχιστον αυτές που κατάφερα να παρακολουθήσω) ανεβάζοντας τον πήχη και φέρνοντας μια νέα φρέσκια ματιά στο θέατρο.

Θα ήθελα να του δώσω συγχαρητήρια και ένα μεγάλο ευχαριστώ από τούτο το βήμα και σαν καλλιτεχνικό διευθυντή και σαν σκηνοθέτη για όλα όσα πρόσφερε στον πολιτισμό και στο θέατρο της Κοζάνης.

Τα ΔΗΠΕΘΕ είναι ο θεατρικός πνεύμονας της περιφέρειας, αν το θέατρο ζεί η τουλάχιστον ζούσε με αξιώσεις οφείλεται σ’ αυτόν το θεσμό.

Ένας θεσμός πολύπαθος με πολλά προβλήματα, σπουδαίο παρελθόν αλλά αβέβαιο μέλλον, που θα έπρεπε να είχε προσεχθεί κατάτι καλύτερα έτσι ώστε να υπάρχει ισομερής θεατρική ανάπτυξη στη χώρα.

Δυστυχώς το κέντρο των Αθηνών κατάφερε να επισκιάσει τον πολιτισμό της χώρας και θεατρικά με τα αποτελέσματα της γενικότερης παρακμής που βιώνουμε, όχι μόνο θεατρικά, ελπίζοντας πάντα σε ένα καλύτερο θεατρικό μέλλον.

Κλείνοντας να ευχηθώ στο ΔΗΠΕΘΕ να συνεχίσει με πολλές και ποιοτικές παραγωγές, τις έχουμε ανάγκη.

 

Παναγιώτης Νάκος

Ηθοποιός – Θεατρολόγος