Η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, παρά το ότι τα τελευταία χρόνια εμφανίζει μείωση οικονομικής δραστηριότητας – το 2018 οι εξαγωγές της περιοχής μειώθηκαν από 360,8 εκατ. ευρώ το 2017 σε 346,7 εκατ. ευρώ, ενώ και οι εισαγωγές υποχώρησαν κατά 18,1%- βρέθηκε στο επίκεντρο της παρουσίασης μελέτης του Συνδέσμου Εξαγωγέων – ΣΕΒΕ για τις εξαγωγικές επιδόσεις των περιφερειών της χώρας.

Κι αυτό διότι μια προσεκτική ανάγνωση των προοπτικών που δημιουργούνται οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η οικονομία της Δυτικής Μακεδονίας και η απασχόληση στην περιοχή τα επόμενα χρόνια θα πληγούν βάναυσα –ακριβώς αυτή την έκφραση χρησιμοποίησε ο πρόεδρος του ΣΕΒΕ Γ. Κωνσταντόπουλος-, κυρίως λόγω δύο συγκεκριμένων εξελίξεων που έχουν δρομολογηθεί:

Πρώτον, η πλήρης απολιγνιτοποίηση της ΔΕΗ για περιβαλλοντικούς λόγους, που θα επηρεάσει συντριπτικά τον οικονομικό κύκλο στην Κοζάνη, την Πτολεμαΐδα, το Αμύνταιο και τη Φλώρινα.

Δεύτερον, η υποχώρηση της γούνας ως υλικού για την κατασκευή ενδυμάτων με ιδιαίτερη αντοχή, για οικολογικούς λόγους, και η αντικατάσταση της με συνθετικά υλικά, κάτι που αναμένεται να ταρακουνήσει την οικονομία του νομού Καστοριάς.

Όσοι γνωρίζουν –έστω εξ’ αποστάσεως- το οικονομικό οικοσύστημα της Δυτικής Μακεδονίας αντιλαμβάνονται άριστα ότι η περιοχή αναπτύχθηκε οικονομικά μέσω αυτών των δύο δραστηριοτήτων, η δραματική υποβάθμιση των οποίων θα αφήσει ένα κενό που δεν είναι εύκολο να αναπληρωθεί, διότι οι διέξοδοι δεν είναι ορατοί. Ήδη πολλοί εκτιμούν ότι είναι αργά, διότι οι σχεδιασμοί των εναλλακτικών λύσεων θα έπρεπε να έχουν γίνει προ πολλού και να έχουν ήδη εφαρμοστεί. Ως γνωστόν, όμως, βρισκόμαστε στην «Ελλάδα της τελευταίας στιγμής και του αυτοσχεδιασμού». Όταν εδώ και χρόνια οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες –στον Περσικό κόλπο και αλλού- σχεδιάζουν το μέλλον μετά το πετρέλαιο και επενδύουν τεράστια κεφάλαια οπουδήποτε στον πλανήτη σε δραστηριότητες με μακρά προοπτική, στις πόλεις της Δυτικής Μακεδονίας οι εκπρόσωποι των πολιτικών και παραγωγικών φορέων συμπεριφέρονται με αμεριμνησία, συμπαρασύροντας το σύνολο της κοινωνίας, ενώ για την Αθήνα η περιοχή είναι πολύ μακριά, αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα. Άσε που επί δέκα χρόνια οι ελληνικές κυβερνήσεις ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την προσπάθεια «να διώξουν τη μπάλα πάνω από τη γραμμή», ώστε να μην επέλθει δημοσιονομική κατάρρευση της χώρας, οπότε δικαιολογία υπάρχει και είναι σοβαρή.

Το πρόβλημα όμως είναι επίσης σοβαρό. Και όπως συμβαίνει πάντα, χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση, η οικονομική πραγματικότητα κάποια στιγμή επιβάλλει τη δύναμη της, αφήνοντας συχνά πίσω της ανυποψίαστα -και μονίμως απορούντα- θύματα. Το πάρτι της Ελλάδας μέχρι το 2009, θα μπορούσε να έχει διαφορετική κατάληξη. Κάποιοι προειδοποιούσαν, αλλά κανείς δεν τους άκουγε. Οι ευθύνες τώρα πιά είναι γνωστές, οι υπεύθυνοι παραμένουν στο απυρόβλητο, αλλά οι συνέπειες είναι υπαρκτές και αφορούν ανθρώπους, όχι αριθμούς. Μάλλον στην ίδια κατεύθυνση βαδίζει η Δυτική Μακεδονία. Οι εξελίξεις προβλέπονται με ακρίβεια και η ακινησία, που κρύβει την απροθυμία των υπευθύνων να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε οικονομική καχεξία και κοινωνική δυστυχία. Κάπως έτσι μια περιοχή που σχεδόν οικειοθελώς και με δέλεαρ την ευμάρεια ζει αναπνέοντας τα υπολείμματα από την καύση του λιγνίτη, κινδυνεύει άμεσα να μην μπορεί να εξαργυρώσει ούτε καν αυτή τη θυσία.

Προφανώς σε κάθε οικονομικό και παραγωγικό πρόβλημα, που στην προκειμένη περίπτωση συνιστά ζήτημα επιβίωσης, λύσεις υπάρχουν. Αρκεί κάποιοι που γνωρίζουν να ασχοληθούν έγκαιρα και συστηματικά, να τις σχεδιάσουν και να τις εφαρμόσουν. Οι λύσεις αυτές δεν μπορεί να είναι ούτε κάποια πλουσιοπάροχα προγράμματα εθελουσίας εξόδου για τους χιλιάδες εργαζομένους της ΔΕΗ από την Πτολεμαϊδα μέχρι τη Φλώρινα, ούτε κάποια θεωρητική –εμψυχωτικού τύπου- συμπαράσταση στους γουναράδες της Καστοριάς και του Άργους Ορεστικού. Χρειάζονται δραστικές λύσεις, που απαραιτήτως θα ξεφεύγουν από γραφικότητες του τύπου «Πιπεριές Φλωρίνης», «Φασόλια των Πρεσπών» και «Κρόκος Κοζάνης».

Τα συγκεκριμένα αγροτικά προϊόντα υπάρχουν, είναι εξαιρετικά και αξιόλογα, θα συνεχίσουν να καλλιεργούνται, αλλά αφορούν λίγες δεκάδες παραγωγούς. Δεν αποτελούν λύση ενός τόσο μεγάλου προβλήματος. Οι μεν πιπεριές Φλωρίνης καλλιεργούνται στην Δυτική Μακεδονία σε ποσοστό μόλις 1% της συνολικής παραγωγής τους, ενώ τα φασόλια και κυρίως ο κρόκος παράγονται σε εξαιρετικά μικρές ποσότητες, με περιορισμένες δυνατότητες αύξησης της παραγωγής. Η λύση του αναπτυξιακού προβλήματος στην περιοχή δεν μπορεί παρά να αφορά τομείς όπως –για παράδειγμα- η μεταποίηση, ο τουρισμός, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και γενικότερα οι δυναμικές μορφές ανάπτυξης, που θα πριμοδοτηθούν με κίνητρα συμβατά με την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Η περιοχή πρέπει να σωθεί. Ασφαλώς –έστω κι αν υπάρχει καθυστέρηση- το λόγο έχει η κυβέρνηση, αφού στη χώρα μας έχει αποδειχθεί ότι στα κρίσιμα και τα σημαντικά δεν καθαρίζουν οι τοπικές εξουσίες –το πολύ πολύ να φωνάζουν και να διαμαρτύρονται-, αλλά η Αθήνα. Η Ελλάδα δεν είναι Ηνωμένες Πολιτείες για να μπορεί να σηκώσει το βάρος μιας ερημωμένης περιφέρειας, με χιλιάδες ανέργους χωρίς ελπίδα παρά μόνο τη μετανάστευση, όπως –για παράδειγμα- συμβαίνει με το Ντητρόιτ στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Μια Πολιτεία που το καλοκαίρι του 2013 κήρυξε πτώχευση, καθώς ισοπεδώθηκε -και μάλιστα σε αργή κίνηση δεκαετιών-, εξαιτίας της κατάρρευσης της αυτοκινητοβιομηχανίας, στην οποία η περιοχή είχε στηρίξει την επιβίωση και την ανάπτυξή της.

Πηγή: https://www.voria.gr/article/i-piperies-florinis-de-linoun-to-provlima-tis-dit-makedonias