Ο απόηχος της δημόσιας διαβούλευσης για την πλήρη απολιγνιτοποίηση ως το 2028-νέος ενεργειακός σχεδιασμός (ΕΣΕΚ)- και οι συνεπαγόμενες σοβαρές επιπτώσεις που αυτή θα έχει τόσο στην περιφερειακή όσο και στην εθνική ανάπτυξη-όπως και στην ασφάλεια της χώρας- έδωσαν το ερέθισμα για το σημερινό άρθρο.

Η χώρα μας ανέπτυξε την ηλεκτροπαραγωγική της δραστηριότητα και μπόρεσε να κάνει το κβαντικό της άλμα από τον αγροτικό στον βιομηχανικό τρόπο ζωής κυρίως βάσει της προϋπόθεσης ότι υπήρχαν αποθέματα λιγνίτη στο λεκανοπέδιο Δυτικής Μακεδονίας όπως και σε αυτό της Μεγαλόπολης.

Όλες οι εξελίξεις των τελευταίων 60 χρόνων συνδέονται με την μαζική αξιοποίηση της εκλυόμενης ενέργειας από την καύση των μισών περίπου αποθεμάτων λιγνίτη της χώρας μας. Ο λιγνίτης υπήρξε, πράγματι, ο θησαυρός της χώρας.

Την παράσταση του μέλλοντος, ωστόσο, ως μιας επ’ αόριστον, βασιζόμενης στα ορυκτά καύσιμα εκθετικής ανάπτυξης, ήρθε να υπονομεύσει, τις τελευταίες δεκαετίες η κρίση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, καθώς και η πιθανότητα της εξάντλησης των, ούτως ή άλλως, πεπερασμένων υπό τον φλοιό της γης υδρογονανθράκων.

Οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας, με την αιολική και την ηλιακή ανάμεσα στις πιο δημοφιλείς επιλογές, θα πρέπει να υποκαταστήσουν την κατανάλωση των ορυκτών καυσίμων και να παρέχουν στις κοινωνίες αρκετή ενέργεια για να διατηρηθεί το επιθυμητό τους βιοτικό επίπεδο.

Είναι γνωστό, όμως, ότι παρά τα αδιαμφισβήτητα περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα και τη βοήθεια που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στα ενεργειακά ισοζύγια, δεν μπορούν ακόμα να καλύψουν τις ανάγκες καθώς είναι διαλείπουσες ή περιοδικές πηγές. Είναι αδύνατον να απαιτήσουμε από τον ήλιο να μείνει ακίνητος στον ουρανό, να προγραμματίσουμε τη φύση να πνέει ή να βρέχει κατά το δοκούν αλλά και, το σημαντικότερο ίσως, να αποθηκεύουμε την ηλεκτρική ενέργεια που θα παράγουμε σε ευνοϊκές καιρικές συνθήκες.

Και η πολλά υποσχόμενη οικονομία του υδρογόνου απαιτεί τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές μεταφοράς, διανομής, παραγωγής και της περαιτέρω ανάπτυξης των κυψελών υδρογόνου για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα υδρογόνου· το υδρογόνο είναι σήμερα ό,τι ήταν η βενζίνη για τους ανθρώπους του 1880.

Η EE, κατά την τελευταία δεκαετία, πρωταγωνίστησε, χάραξε μια πολύ φιλόδοξη ενεργειακή πολιτική- το target model 20-20-20- για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής με την επιβολή τελών/φόρων στις ρυπογόνες πηγές και γενναιόδωρες επιδοτήσεις υπέρ των ΑΠΕ, πολιτική που σιγά-σιγά- αποκαλύπτεται- όπως και αυτή της εισαγωγής του ανταγωνισμού- ότι δεν είναι βιώσιμη, με αποτέλεσμα τις έντονες συνέπειες για όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς του κλάδου- του ιδίου του ΑΕΠ της χώρας συμπεριλαμβανομένου.

Το στρεβλωτικό αποτέλεσμα των αντιφατικών πολιτικών πολλαπλό: αντί ανταγωνισμού η απελευθέρωση οδήγησε σε υπερσυγκέντρωση· αντί για τη μείωση των τιμών, σε υψηλότερες τιμές· και οι συνταγές περί ανάπτυξης πρόσφεραν αντί ανάπτυξης υπανάπτυξη· προκάλεσαν σοβαρή και συνεχή άνοδο της ανεργίας· τα μέτρα αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής καμία πρόσθετη μείωση εκπομπών· το κόστος αυξάνεται· η τεχνολογική καινοτομία αναβάλλεται/επιβραδύνεται· η αβεβαιότητα υπονομεύει νέες συμβατικές επενδύσεις· ανθρακικές μονάδες κλείνουν χωρίς να αντικαθίστανται· το περιβαλλοντικό κόστος μετακυλύεται δυσανάλογα στους εργαζόμενους και στους καταναλωτές, οι επιπτώσεις για τις υπάρχουσες λιγνιτικές μονάδες-όπως και στα δίκτυα μεταφοράς- εξουθενωτικές.

Κλείνοντας ή υπολειτουργώντας όμως λιγνιτικές μονάδες- προκειμένου για την Ελλάδα – και στρέφοντας το ενδιαφέρον σε ΑΠΕ με υψηλότερο κόστος, εξαλείφονται χιλιάδες θέσεις εργασίας στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και σε κάθε άλλη οικονομική δραστηριότητα· πολλές από αυτές απλά κατευθύνονται προς τις γειτονικές βαλκανικές χώρες χωρίς αυστηρή ή καθόλου ρύθμιση των εκπομπών CO2 ή επιδοτήσεων ΑΠΕ.

Και ενώ, μετά τις εμπειρίες αυτές, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται σε κατάσταση περίσκεψης-γεγονός εκδηλώθηκε και στο προχθεσινό συμβούλιο της ΕΕ-, η χώρα μας, στον αντίποδα, έχει δει μια εντυπωσιακή αύξηση του μεριδίου των ΑΠΕ- αυξήθηκε από 3.1% το 2006 σε 18.6% το 2016, ακόμη και υπέρβαση των στόχων που έχουν τεθεί και, ταυτόχρονα, μια δραματική μείωση, κατά περίπου 50% παραγωγής ηλεκτρισμού από τον λιγνίτη- προβλέπεται δε και η απόσυρση των μονάδων Αμυνταίου και Καρδιάς ισχύος περίπου 1800 MW.

Τα κράτη, τα οποία έχουν ανακοινώσει ότι μονομερώς θα μείωναν τις δικές τους εκπομπές μέσω φόρων στον άνθρακα, δεν το έπραξαν, εκτός από εκεί όπου τα οφέλη διατήρησης υπερβαίνουν το κόστος.

Η ισορροπία Nash που σχετίζεται με την υπερθέρμανση του πλανήτη βρίσκεται εκεί όπου η κάθε χώρα κάνει όσο το δυνατό λιγότερα για να περιορίσει τις δικές της εκπομπές αερίων.

Και σαν να μην έφτανε αυτό η κυβέρνηση αποφάσισε τη βίαιη απολιγνιτοποίηση μέχρι το 2028 που σηματοδοτεί ταυτόχρονα και τη βίαιη de facto ιδιωτικοποίηση της αγοράς ενέργειας αφού αυτοί που θα κερδίσουν από το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο της ΔΕΗ, από τα 6.5 εκ. καταναλωτές, θα είναι οι παραγωγοί ΗΕ από το εισαγόμενες πηγές.

Τα ορυκτά καύσιμα παρά τα διάφορα πρωτόκολλα/προγράμματα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής παρέχουν σήμερα το 81.4% των παγκόσμιων ενεργειακών αναγκών ενώ οι ΑΠΕ εξακολουθούν να συνεισφέρουν σήμερα μόνον το 1.5 % του συνόλου του παγκόσμιου ενεργειακού μείγματος.

Η παγκόσμια ζήτηση ενέργειας αναμένεται να είναι περίπου 40% υψηλότερη το 2035 από ό, τι το 2015 με τα ορυκτά καύσιμα να συνεχίζουν να αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία της αυξημένης ζήτησης, συμβάλλοντας στο 75% της παγκόσμιας ζήτησης- ακόμη και αν εφαρμοστούν όλες οι τρέχουσες πολιτικές δεσμεύσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Και ο 21 αιώνας θα είναι αιώνας του άνθρακα…

Ο επαρκής ενεργειακός εφοδιασμός είναι θέμα “εθνικής ασφάλειας” για τα περισσότερα έθνη και η ενεργειακή ασφάλεια ακολουθείται αμείλικτα μέσω πολιτικών και στρατιωτικών παρεμβάσεων, συμμαχιών, συνθηκών με τους ενεργειακούς πόρους ως πρωταρχικό μέλημα όπως διαπιστώνουμε και σήμερα στο Αιγαίο και στην ανατολική μεσόγειο.

Το καλύτερο αντίδοτο για την άρση μιας πλάνης/μυθολογίας είναι μια υγιής δόση πειραματικής πραγματικότητας. Είναι σχεδόν αδύνατο απλά να απενεργοποιήσουμε τα υπάρχοντα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας και να ενεργοποιήσουμε την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας ή και την αναπλήρωση της από μονάδες εισαγόμενων καυσίμων από τη μια ημέρα στην άλλη χωρίς να διακινδυνεύσουμε οικονομικά μια προσιτή και αξιόπιστη ενέργεια. Πρόκειται για χρονοβόρα μετάβαση και η υπάρχουσα εγκατεστημένη βάση θα διαδραματίσει πολύ σημαντικό ρόλο σε αυτόν τον μετασχηματισμό. Σήμερα, η περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια παράγεται από ένα στόλο μονάδων ηλικίας 30 έως 40 ετών – και αυτός θα εξακολουθήσει να είναι απαραίτητος για πολλά χρόνια. Επί του παρόντος, αυτή η υποδομή αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της αγοράς ενέργειας, πρέπει να ενισχύσουμε αυτή την υπάρχουσα ενεργειακή υποδομή για να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις του αύριο και να ελαχιστοποιήσουμε το κόστος ολοκλήρωσης του συστήματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και κάθε άλλου εναλλακτικού συστήματος. Πιστεύουμε ότι ο υφιστάμενος στόλος είναι ένας σημαντικός παράγοντας διευκόλυνσης της αλλαγής του συστήματος που πρέπει να διατηρηθεί για να υποστηρίξει τον μετασχηματισμό.

Απαιτείται μια θεμελιώδης επανεξέταση της ενεργειακής μας πολιτικής που θα αντιμετωπίζει τον κόσμο όπως είναι, και σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής, όχι από τις ιδεολογίες της Αριστεράς ή της Δεξιάς ή όπως τα lobbies θα επιθυμούσαν. Η εισαγωγή της ενεργειακής ασφάλειας στην εξίσωση είναι αναπόφευκτη ανάγκη.

Ξενοφώντας Μιχαηλίδης, Χημικός Μηχανικός, BS, MS Columbia University, ΜΒΑ University of Sheffield,

τέως Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου Διπλωματούχων Μηχανικών ΔΕΗ