O πρωθυπουργός ανήγγειλε πρόσφατα ένα πρόγραμμα για την επιστροφή των νέων επιστημόνων. Το πρόγραμμα θα προβλέπει χρηματοδότηση και άλλα κίνητρα για αυτούς και τις οικογένειες τους. Και όπως όλα τα προγράμματα φαίνεται να αντιστοιχεί σε μία κεντρική φιλοσοφία. Η φιλοσοφία, όπως την καταλαβαίνω εγώ, φαίνεται να ισχυρίζεται ότι ενώ οι νέοι μας προετοιμάζονται από ένα δημόσιο πανεπιστήμιο των Ελλήνων φορολογουμένων η σημερινή συγκυρία της κρίσης και οι διαρθρωτικές αδυναμίες στην οικονομία τους οδηγούν στο εξωτερικό. Ενώ εκεί διαπρέπουν και έρχονται σε επαφή με σύγχρονες καινοτόμες μεθόδους, ένα κεφάλαιο που πρέπει να αξιοποιηθεί, «λείπουν» έντονα από εδώ. Έχω όμως κατά νου ένα άλλο brain drain, ή μία απώλεια που είναι εντονότερη αφού πονάει στην καθημερινότητα περισσότερων. Στην πραγματικότητα δεν μπορεί να χαρτογραφηθεί εύκολα σε «μέτρα» και στατιστικές και χρειάζεται μία δουλειά, όπως θα έλεγε κανείς, από κάτω και οριζόντια, αντί για το αντίθετο που μας έχει συνηθίσει η εμμονή μας με την κεντρική πολιτική σκηνή και τους μεγάλους τίτλους στις ειδήσεις.

Γνώρισα αρκετούς τέτοιους νέους που έφυγαν για σπουδές ή για εργασία. Άλλοι θέλανε να γυρίσουν και άλλοι όχι, άλλοι έφυγαν για αμιγώς οικονομικά κριτήρια ενώ άλλοι, όπως εμπνέονταν από μερικές σύγχρονες αφηγήσεις, είδαν στο εξωτερικό μία ευκαιρία να ταξιδέψουν, να φωτογραφηθούν, να εξερευνήσουν. Οι περισσότεροι τα κάναμε όλα αυτά μαζί, το καθένα σε άλλη ένταση.

Συγκρίνοντας για παράδειγμα τη φιγούρα του Έλληνα μετανάστη τότε και σήμερα, έχουμε τον gastarbeiter που ταξίδευε 40 ώρες με το πλοίο με την οικογένεια για να βρει κάποια άλλη οικογένεια μέσα σε μία κοινότητα Ελλήνων που προϋπήρχαν, και σήμερα έχουμε άτομα που μέσω του διαδικτύου έστειλαν αιτήσεις για εργασία, που ευνοήθηκαν από το πλαίσιο της μετακίνησης της ΕΕ, που είδαν και θέλησαν να αντιγράψουν τους φίλους τους ως lifestyle, που είχαν σημαντικό οικονομικό πρόβλημα αλλά καθημερινά επικοινωνούν με τους δικούς τους μέσω skype κ.ο.κ. Έχουμε δηλαδή κυρίαρχα άτομα καριέρας με υψηλές ή χαμηλές προσδοκίες όπως καλλιεργήθηκαν στα σύγχρονα μέσα ή στη καθημερινή βιοπάλη, άλλοι απόκληροι, άλλοι κοσμοπολίτες κ.ο.κ.

Πρέπει αν μη τι άλλο να παραδεχθούμε ότι το φαινόμενο του brain drain είναι συνώνυμο της μετανάστευσης, είναι διαρκές, και ότι η ιδέα της κυβέρνησης να επαναπατρισθεί ο «λαμπρός επιστήμονας» ίσως να αντιστοιχεί περισσότερο στην ιδέα του καριερίστα παρά αυτού που έφυγε από ανάγκη, αν και μετά από ένα σημείο και αυτό το ίδιο το «φαινόμενο» είναι αδιάφορο αφού στην εποχή μας όλοι ταξιδεύουν και φεύγουν και έρχονται και αυτό είναι και θα συνεχίσει να είναι το σύνηθες.
Όμως ήθελα εξαρχής να μιλήσω για κάτι άλλο. Όχι για τον επαναπατρισμό για την ανάταση της «ελληνικής οικονομίας» (φευ, όπως έφυγαν αυτοί οι Έλληνες άλλοι τόσοι επιστήμονες από το εξωτερικό, για να μην αναφέρω τους πρόσφυγες και τις πολιτικές για την αφομοίωση τους, με το ίδιο πλαίσιο, θα μπορούσαν να αναζητήσουν δουλειά εδώ, γιατί άραγε δεν το κάνουν; Είναι μόνο τα χρήματα;).
Το χωριό μου ήταν μία κοινότητα δύο χιλιάδων κατοίκων που απασχολούνταν αποκλειστικά στα εργοστάσια του λιγνίτη, που κλείνουν, και στη γεωργία, που συγκεντρώνεται σε όσους δώσαν έμφαση σε αυτήν. Από αυτά τα άτομα πολλά έφυγαν για το εξωτερικό ή για τις πόλεις. Στην πραγματικότητα αυτό συμβαίνει σε όλη τη Δυτική Μακεδονία που βιώνει σταθερά και με πρωτιές στην Ευρώπη σε επίπεδο περιφέρειας ότι σε επίπεδο κρατών θα αποκαλούσαμε χρεωκοπία. Το κυριότερο όμως είναι ότι μεταναστεύουν οι νέοι της. Το αντιπαραβάλλω συχνά με κάτι που συνέβη στο παρελθόν, όταν οι νέοι που επέστρεψαν από τις σπουδές βρήκαν τους παλιούς τους φίλους και άνοιξαν σπίτια και έκαναν οικογένειες. Παράλληλα ήταν δραστήριοι στα κοινά διεκδικώντας από την προηγούμενη γενιά των αγροτών γονιών τους τα ηνία. Είχαν και χρόνο να το κάνουν αφού ένα ποιοτικό δίκτυο σχέσεων δομείται μόνο πάνω σε σταθερές εργασιακές/μισθολογικές σχέσεις που δίνουν αξιοπρέπεια και πολυτέλεια στο άτομο ως εργάτη ή παραγωγό.
Σήμερα η συζήτηση με αυτούς που επέστρεψαν από τη νέα γενιά φαίνεται να είναι ανάλογη με την εικόνα της οικονομίας σε παρακμή. Ακόμα και για όσους έχουν βρει δουλειές και έχουν νοικιάσει σπίτια, η εντύπωση που δημιουργείται στη συζήτηση και δεν μπορεί να μετρηθεί η ένταση της είναι αυτή ενός εσωτερικού διχασμού-έντασης, που από την μία τους τραβάει προς τα έξω όπως οι υπόλοιποι συνομήλικοί τους, για «τα γούστα» ή απλά για την καλύτερη ζωή, και από την άλλη τους ενώνει με τον τόπο που μεγάλωσαν και με τους ανθρώπους και συγγενείς που δεν θέλουν να αφήσουν πίσω ιδίως τη στιγμή που χτίζουν οικογένειες.
Πρόσφατα συνάντησα τη γιαγιά ενός από αυτούς τους εργένηδες που έφυγαν για την πόλη. Είχε λέει κάποιον να της λέει καλημέρα. Έναν από τους κολλητούς του. Είχαν κάποιον να οργανώνει τις βόλτες. Όταν φεύγει μία, και ξέρουμε όσοι μεγαλώσαμε στο χωριό πόσο έντονοι είναι οι δεσμοί, πονάει πενταπλά η παρέα. Το ίδιο πονάει και το χωριό. Η απώλεια και η χαρά σε τέτοιες κλίμακες είναι εντονότερη όπως και το χτύπημα της καμπάνας της τοπικής εκκλησίας που αναγγέλλει κάτι. Τέτοιος είναι ο πόνος ή η αγωνία που αισθάνεται μία μικρή κοινότητα όταν μεταναστεύουν τα παιδιά της, με συνέπειες όχι μόνο στην οικονομία, αλλά στην πολιτική με την ευρεία του όρου έννοια που σημαίνει εκείνα που δεν φαίνονται, τις διαπροσωπικές σχέσεις, από τη σύσταση ομάδων και συλλόγων δραστηριότητας μέχρι την καθημερινή χαρούμενη καλημέρα που διαχέεται μέσα στη μικρή κοινωνία στη βόλτα μέχρι το φούρνο για να αγοράσει καμία το ψωμί και τα κουλούρια και στο γείτονα τη στιγμή που ξεσκονίζει την αυλή του.
Με αυτά και με εκείνα, περιμένω όπως και πολλοί άλλοι να ακούσουμε κάτι για το πραγματικό brain drain, που δεν είναι ανάλογο του κοσμοπολιτισμού των προγραμμάτων Εράσμους, ή του Ελληνικού δαιμόνιου που διαπρέπει στο εξωτερικό και πρέπει να επιστρέψει για να τονωθεί η χώρα. Αυτά είναι ήδη για άλλους λόγους, ίσως περισσότερο προσωπικούς παρά κοινωνικούς, σημαντικά, αλλά είναι πολύ αφηρημένα για το φίλο μου και τους φίλους του, για την οικογένεια του, για τον κοινωνικό ιστό στην επαρχία μας που έχασε ακόμα έναν και για τη ζωή και το μέλλον όσο δεν εμπνέεται από όνειρα και γιορτές, θα κατακλύζεται από την εικόνα της παρακμής – συνώνυμο της ανισότητας και της έλλειψης οράματος. Αυτό, κατά την άποψη μου, δημιουργεί πρώτη την ανάγκη για την πιο ειλικρινή μετανάστευση, και δεν θα αλλάξει ποτέ όσο δεν θα αντιμετωπίζεται αργά αλλά σταθερά, χωρίς τη μανία για τα μεγάλα.
Περιμένω, όχι μόνος, να ακούσω για πολιτικές που δεν θα στοχεύουν όσους έφυγαν άλλα θα μπορούσαν και να μείνουν, αλλά αυτό που μένει σταθερά πίσω και αυτό που είναι στο μεταίχμιο του να φύγει επειδή ο κοντινός χώρος και όχι «η Ελληνική οικονομία» παραπαίει. Αυτοί οι πρώτοι θα υπάρχουν πάντα, και σήμερα ακόμα περισσότερο. Ο «χώρος» ανάμεσα μας είναι αυτός που βρίσκεται σε αβεβαιότητα. Τόσο αδιάφορο θα είναι για πολλούς από εμάς αν γίνουν επενδύσεις μεγάλης κλίμακας σε Ξενοδοχεία στα νησιά και «τεχνολογικά πάρκα» στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη για 20άρηδες εκεί που κλείνουν τράπεζες και δημόσιες υπηρεσίες, χάνονται εκατοντάδες θέσεις εργασίας, οι συντεχνίες των εμπόρων χτίζουν καρτέλ από το Μόναχο και τις ΗΠΑ όπου ο πλούτος συσσωρεύεται ανεξέλεγκτα σε μερικούς παγκόσμιους σταρ, και άλλες τόσες ζωές βρίσκονται στον εργασιακό μεσαίωνα και την επισφάλεια.
Αν δεν θέλουμε ένα υπερτροφικό και αλαζονικό μοντέλο παραγωγής πρέπει να γίνουν ριζικές κινήσεις οριζόντια και προς τα κάτω που ενώ δεν θα αλλάξουν τα πάντα σε μία μέρα, θα έχουν ωστόσο «Κοινωνικό», με όλη την έκταση της σημασίας, αντί για Εθνικό, με την πάντα περιορισμένη, αφού γενική, έκταση της σημασίας, περιεχόμενο. Ας ονομάσουμε το brain drain όχι εθνικό ζήτημα μείζονος σημασίας αλλά μετακίνηση των πληθυσμών στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, και ας πούμε την ερήμωση της γειτονιάς μας και την κοινωνική επισφάλεια ζήτημα μοναδικής σημασίας και το μοντέλο που θα την στηρίξει Κοινωνική Πολιτική, ιδανικά από τους κατοίκους και τους εκπροσώπους τους. Που είναι «γείτονες» και όχι κουμπάροι και συγγενείς που μοιράζουν καρέκλες σε εκδηλώσεις συλλόγων για να χαϊδεύουν τα αυτιά όσων τους φέρνουν εγγύτερα σε εκείνους που διαχειρίζονται «μείζονα Εθνικά θέματα».
Αυτό εννοώ με την ιδέα της κεντρικής φιλοσοφίας πίσω από ένα νομοσχέδιο. Θα παρατηρούμε μία διανομή «υπερπλεονασμάτων», αφού μία εξοντωμένη κοινωνία κάτι θα αρχίσει να πιστεύει ως επωφελές από τον πάτο που βρίσκεται. Μόνο που δεν είναι αποκλειστικά αριθμητικό ή διαχειριστικό το ζήτημα. Είναι πολιτικό με την ευρεία έννοια των αξιών και των αρχών μας και του τρόπου που τις βάζουμε σε εφαρμογή στις σχέσεις μας που αραιώνουν απειλητικά. Και που, τέλος, δεν είναι ουρανοκατέβατο. Είναι με την, ενίοτε και καυτή, ανάσα των πολιτών να κάθεται πάνω στο σβέρκο των εκπροσώπων τους, πριν από την σύλληψη των νόμων, μέσα από τη γειτονιά, και με τους εκπροσώπους τους, κυρίως τους τοπικούς, και την πιο «διοικητική» αλλά ενίοτε και περισσότερο «ενημερωμένη» γλώσσα τους που παρακολουθεί και ενημερώνει και πιέζει μαζί τους. Κυρίως οι πρώτοι, αλλά και οι δεύτεροι, κάθονται πάνω στο σβέρκο του «Ηγεμόνα» και των παρατρεχάμενων του που του ψιθυρίζουν σε όλα ναι και τον κολακεύουν σε κάθε ευκαιρία. Γνωρίζουμε από την ιστορία των κοινωνικών αγώνων στους χώρους εργασίας και στα συνδικάτα, στα τοπικά συμβούλια, και στους δρόμους, ότι μόνο έτσι ο Ηγεμόνας ελέγχεται και λογοδοτεί αμεσότερα σε εκείνους που τον έφτιαξαν. Και επίσης ελπίζουμε και το βλέπουμε να συμβαίνει, ότι θα βρεθεί αντιμέτωπος με αυτό που έσπειρε και δεν θα είναι και τόσο «πολιτισμένο» από αυτά που έχει συνηθίσει όταν γίνεται αλαζονικός, τους αγνοεί και τους αναγκάζει να γίνονται λαμπροί καριερίστες αντί για ελεύθεροι κριτικοί πολίτες μέσα σε πυκνά και σταθερά δίκτυα ανθρώπινων σχέσεων.