Αυτές είναι μερικές πρόχειρες σκέψεις που προέκυψαν από την παραγωγή του «Μέγκα» που αφιερώνεται στην Ελληνική επανάσταση. Έχουν σημασία τέτοιες παραγωγές όταν τα περισσότερα πράγματα στην τηλεόραση είναι πιο «ελαφριά» ως προς την ικανότητα τους να μας βάζουν σε προβληματισμούς. Ακόμα και ο τρόπος κάλυψης του κορονοϊού, ενός τόσο σοβαρού θέματος, εξαντλείται σε αριθμούς και συναισθηματικές φανφάρες που κανένας δεν μπαίνει στον κόπο να μας εξηγήσει. Σημασία έχει το ακροατήριο και η διέγερση του, όχι η κριτική σκέψη και η παρουσίαση όλων των πτυχών μίας πλούσιας και δυσάρεστης πραγματικότητας.

Στο ντοκιμαντέρ όμως. Όπως και για όλα τα πράγματα, καλό είναι να ξεκινάμε ρωτώντας ποιος μιλάει. Συμμετέχουν ένα πλήθος ακαδημαϊκών, σε ένα κανάλι πανελλήνιας εμβέλειας. Και ενώ οι πρώτοι, όπως και οι δημοσιογράφοι, μας συνηθίζουν σε πολλές χώρες σε αιρετικές δηλώσεις, είναι το μοντάζ της παραγωγής που δεν τους βάζει σε κριτική συνομιλία. Νομίζει κανείς άρα ότι στον ακαδημαϊκό διάλογο, ακόμα και όταν σε αυτόν υπό-εκπροσωπείται ο Μαρξισμός, ή οι πιο ριζοσπαστικές ερμηνείες, που δεν είχαν κανέναν εκπρόσωπο στην παραγωγή, υπάρχει σχετική ομοφωνία. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι πρέπει να είναι αρεστό σε όλους για την τηλεθέαση του πράγματος. Ίσως και στον τρόπο που ξεκινά η εκπομπή. Οι αρχές, θα γνωρίζει κάποιος που μιλάει για επαναστάσεις, έχουν ενδιαφέρον γιατί ορίζουν την μοίρα αυτού που τις διαδέχεται.

Το πρώτο πράγμα στο οποίο αναφέρεται ο δημοσιογράφος είναι η σημασία της επανάστασης για το σήμερα. Η μουσική θυμίζει ταινία δράσης. Ο εχθρός, η Τουρκία, απειλεί σήμερα την εδαφική ακεραιότητα και ελευθερία. Αυτό συσπειρώνει τον τηλεθεατή, του κεντρίζει το ενδιαφέρον, και μας κάνει να δυσπιστούμε από την αρχή ότι θα υπάρξει κριτική αποτίμηση και πολυφωνία. Το κύριο μοτίβο είναι η επιτακτική ανάγκη για ενότητα μπροστά στην ορατή απειλή, και ανάθεμα άμα τολμήσετε να βαρεθείτε, η μουσική πρέπει να σας κρατάει σε εγρήγορση για τη δράση. Τόσο μας βαραίνει η ιστορική συγκυρία ως λαό, που υποθηκεύεται ο κριτικός διάλογος.

Τι άλλο συσπειρώνει τον τηλεθεατή-επαναστάτη; Ακούμε στο δεύτερο μέρος ότι είναι η θρησκεία. Έχουν ενδιαφέρον οι παρατηρήσεις εδώ, αφού μιλάει ένας κληρικός, ο Γιανναράς, εκπρόσωπος του συντηρητισμού, και ο Αλιβιζάτος, ένας δημοκράτης φιλελεύθερος. Οι δύο τελευταίοι με εξαιρετικές μελέτες για το υποκείμενο του επαναστατικού αγώνα, χωρίς να γνωρίζω για τον πρώτο. Εν πολλοίς το επιχείρημα ότι η θρησκεία ένωνε τους επαναστάτες. Αλλά ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες, όχι η Ορθόδοξη εκκλησία, αλλά η θρησκεία και ο κοινοτισμός θα πει ο Αλιβιζάτος, που σωστά μας θυμίζει ότι το πολιτικό, οι άυλοι μηχανισμοί, το «ψυχικό υπόβαθρο» όπως ανέφερε μία άλλη ακαδημαϊκός, προηγείται των θεσμών, των νόμων, ή των οργανισμών όπως η Ορθόδοξη Εκκλησία.

Δεν φαίνεται άρα να διευκρινίζει κανείς ουσιαστικά ότι όντως οι μεγάλες επαναστάσεις του προηγούμενου αιώνα έγιναν από θεολογική πεποίθηση, ότι το κυρίαρχο ψυχολογικό επίδικο ήταν μεταξύ των άλλων μία προσπάθεια να συγκροτηθεί μία σύγχρονη συλλογικότητα – το έθνος – και όχι ένας οργανισμός – το κράτος. Ο μύθος είναι η συνέχεια του «Ελληνισμού» όπως ονομάζεται, ένα ενιαίο και μεγαλειώδες πράγμα που πρέπει να προστατευτεί και που μας ένωσε με τη διαμεσολάβηση της θρησκείας στην καλύτερη, της Εκκλησίας στη χειρότερη, ενάντια σε έναν εχθρό.

 Ότι αυτό που επικαλούνταν οι επαναστάτες στη Γαλλία ενάντια στον κλήρο και την εκκλησία ήταν μία εκκοσμίκευση της πολιτικής ζωής. Ότι από το Μονάρχη που παίρνει το χρίσμα από το Θεό η εξουσία περνάει στον κριτικό λόγο, στην ελευθερία του ατόμου και της συλλογικότητας να επιλέξει το πεπρωμένο του και δημιουργείται ένα υποκείμενο ίσων – ο λαός. Από τα δεσμά του θεολογικού, δημιουργείται η μοντέρνα ανάγκη για μία νέα ισότητα που δεν θα είναι πριν το θεό αλλά πριν τον νόμο. Αυτά δεν λαμβάνουν τη δέουσα προσοχή.

Όπως και το ότι η εκκλησία, όπως και το κράτος προϋπήρχαν του επαναστατικού πνεύματος, και ότι μάλλον ήταν ξένα στοιχεία προς αυτό. Το θίγει αυτό το ντοκιμαντέρ ήδη από το πρώτο μέρος όπου εξετάζεται ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Δίνει δύο ερμηνείες για τη στάση τους. Η πρώτη είναι ότι δεν θέλουν να διαταραχθεί η μεταπολεμική ισορροπία αφού τη Γαλλική επανάσταση διαδέχθηκαν ισχυρές συγκρούσεις. Το δαιμόνιο των Ελλήνων την απειλεί! Η δεύτερη διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα, δεν δίνεται η δέουσα σημασία. Οι μεγάλες δυνάμεις και οι ισχυροί του πλανήτη ταυτίζουν, λέγεται, την εθνική επανάσταση όχι με τον υπολογισμό των δυνάμεων, βγαίνουν ή όχι τα κουκιά και πως θα διατηρηθεί μία αφηρημένη ισορροπία δυνάμεων, αλλά με τις επαναστατικές ιδέες της Γαλλικής επανάστασης. Δεν θέλουν την επανάσταση όχι (μόνο) για να διατηρηθεί άρα η ειρήνη και τα προνόμια των κρατών τους (λες και μιλάμε για κράτη όπως σήμερα), αλλά για να μη διαδοθούν τα ιδανικά εκείνων που εξεγέρθηκαν ενάντια στα προνόμια των βασιλιάδων και της εκκλησίας, ενάντια σε αυτούς στο εσωτερικό των κρατών τους δηλαδή.

Ποιοι δημιούργησαν όμως το ψυχικό υπόβαθρο της νέας επανάστασης; Μαθαίνουμε για τον Υψηλάντη, στου οποίου το μεγαλείο έχει δημιουργηθεί ένα ολόκληρο χωριό στις ΗΠΑ. Μαθαίνουμε από τον πρέσβη των ΗΠΑ ότι τιμάει αυτό τον ελληνισμό. Μαθαίνουμε για τον φιλελληνισμό στη Γαλλία, που εκπροσωπεί ο Γάλλος πρέσβης, που επιλέγει να μας θυμίσει σωστά αλλά άτοπα για το ντοκιμαντέρ και το θέμα του ότι η Γαλλία μας έσωσε από μία έξοδο από την ΕΕ στα πρόσφατα γεγονότα όπως πίεσε (οι επαναστάτες της δηλαδή) για χορήγηση ενίσχυσης το 21΄. Ή για τη Ρωσία και τον μύθο που προέκυψε, και επιβιώνει έντονα ως σήμερα να προσθέσω, ότι αφού δεν μπορούν οι υπόλοιπες δυνάμεις λόγω των συσχετισμών ισχύος, θα μπορεί ο Τσάρος. Όλα μοιάζουν σαν να υπήρχαν ήδη εθνικές ταυτότητες και κράτη όπως υπάρχουν σήμερα και σαν να υπάρχει η λατρεία των προσώπων ως ηγετών όπως προκύπτουν στην εποχή μας. Καμία αναφορά στο πλήθος των νέων ιδεολογιών και στη σημασία τους, ή στο νέο πνεύμα.

Την παρτίδα σώζει από το περιθώριο η αναφορά στους διανοούμενους. Το κείμενο της Ελληνικής «νομαρχίας», όπου εκτός από το έθνος ως κυριαρχία του κράτους, αναφέρεται στον κυρίαρχο νόμο και την ισότητα και την ελευθερία, και ο Ρήγας, που μαζί με άλλους, τον Κοραή κτλ. επηρεασμένοι από το νέο πνεύμα, διαδίδουν το ριζοσπαστικό πνεύμα της επανάστασης. Οι νέοι και μορφωμένοι του Ιερού λόχου, και ο ρόλος των διανοούμενων που εκφράζουν δύο πόλους μαζί με έναν τρίτο, τις μάζες των φτωχών που αγωνίζονται για ένα πλήθος χειραφετήσεων, αναφέρονται περιφερειακά. Και τι άλλο διέδωσαν, εκτός από το δικαίωμα στην οικουμενική παιδεία; Την κατάργηση των προνομίων; Την ίση πολιτική ελευθερία; Το πνεύμα μίας νέας πολιτείας και ενός νέου λόγου που όπως οι αρχαίες, αλλά πρώτη φορά τόσο ριζικά, χειραφετείται από το παρελθόν; Δεν διέδωσαν μία ανθρωπότητα που είναι ελεύθερη να επιλέγει τις τύχες της; Δεν συμβολίζουν την εξεγερμένη νεολαία που βάζει την κριτική παιδεία της σε πράξη;

Χώρο δεν έχουμε για να εκθέσουμε πως αυτές οι ιδέες αναμείχθηκαν με τις ντόπιες παραδόσεις, και πως επηρεάζουν την κουλτούρα μας. Έχει σημασία ότι το επαναστατικό πνεύμα το εισάγαμε. Αν υπήρχε ένας Μαρξιστής δεν θα μας έλεγε κάτι διαφορετικό. Θα μας έλεγε από μία άλλη οπτική ότι ήταν μόνο μία ταξική επανάσταση και ένα ημίμετρο προς την χειραφέτηση. Έχει όμως σημασία να πούμε ότι η χειραφέτηση ήταν εγγεγραμμένη στον πυρήνα των ίδιων δυναμικών που ο Μαρξιστής σε μία άλλη εποχή προσπάθησε να ελέγξει δίνοντας τους το «σωστό» περιεχόμενο. Και ότι ευτυχώς καμία τάξη, όσο καλά προγραμματισμένη, δεν μπορεί να αντέξει μπροστά στο κριτικό πνεύμα και στις άγριες υποσχέσεις της για ελευθερία και ισότητα για όλους.

Ίσως αυτό να εξηγεί τη διαφορά της χώρας μας σε σχέση με τη Γαλλία. Ο εμφύλιος που ακολούθησε και εκεί ήταν ανοιχτά κοινωνικός, αντί-θρησκευτικός, και το ερώτημα ήταν από την αρχή πως θα καθιερωθούν καλύτερα το νέο πνεύμα και ποιοι οι νέοι θεσμοί που θα το στηρίξουν. Σε εμάς φαίνεται ότι ήταν η θρησκεία που δεν την πολέμησέ κανείς ως αναχρονιστικό πνεύμα, και η ανάγκη να βρεθεί μία ισορροπία ανάμεσα στα προνόμια των ισχυρών ομάδων, κλήρος, τσιφλικάδες, τζάκια, φαναριώτες. Γρήγορα όμως το πνεύμα της επανάστασης εμπεδώθηκε και εδώ, παρά το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκαν ευθέως τα προνόμια από τους πολλούς. Περνώντας πάντως από πολλές περιπέτειες που δεν μπορώ να αναπτύξω.

Όλα μοιάζουν στο ντοκιμαντέρ του «Mέγκα», σαν μια ωραία μέρα, τρομαχτική λόγο της μουσικής, που κάποιοι είπαν ότι θα δημιουργήσουν ένα ωραίο έθνος, μεγάλο, που απειλείται από ένα άλλο. Σαν η θρησκεία ως ειδοποιός στοιχείο ενός λαού να ήταν δεδομένη όταν αμφισβητήθηκε τόσο ριζοσπαστικά από το πνεύμα της επανάστασης. Σαν τα προνόμια που γρήγορα προσπάθησαν να παρακάμψουν τη ριζοσπαστική ισότητα του νόμου να είναι δεδομένα σήμερα. Σαν η ελευθερία να έχει κατακτηθεί ήδη και να πρέπει να τη φυλάμε μόνο υπηρετώντας το έθνος μας έναντι των υπολοίπων ή ότι τάχα αυτό είναι η μόνη πατριωτική συμπεριφορά.

Ελπίζω να δούμε περισσότερα προς αυτή την κατεύθυνση, την κατεύθυνση δηλαδή μίας νέας ριζοσπαστικής αντίληψης για την κοινωνική ζωή, και πως αυτή βάλλει εναντίον των μεγάλων και των ισχυρών, και αντικαθιστά τη θρησκεία ως κριτήριο οργάνωσης της ζωής, ως ψυχικό υπόβαθρο και συνείδηση ενός πολίτη, αν και αμφιβάλλω. Τον τόνο τον δίνουν οι αρχές, και αν κρίνει κανείς από την αρχή του ντοκιμαντέρ και τα εκθειαστικά σχόλια των πρέσβεων στο κανάλι για την πρωτοβουλία, ελάχιστα θα μάθει κανείς για το θησαυρό των μοντέρνων επαναστάσεων, τις διαφορές μεταξύ τους, και το πως η νέα εποχή δημιούργησε ένα πνεύμα ελευθερίας και ισότητας που είναι ατίθασο, ανεξέλεγκτο, και επιβιώνει στον πυρήνα όλων των σύγχρονων δημοκρατιών όσο και αν το ξεχνάμε ή αν δεν μας αρέσουν επειδή υποθηκεύονται τα αφηρημένα ιδανικά του έθνους.