Στον πρώτο όροφο του Μπλιουρείου Ιδρύματος (δίπλα στο seven) ακούγονται φωνές, μουσική, ένα τρυπάνι, μυρίζει μπογιά, μπαμπάδες πηγαινοέρχονται με εργαλεία στα χεριά, μαμάδες με κουβάδες, σκούπες, φαράσια, κουρτίνες, γλυκά, χυμούς  μπαινοβγαίνουν, δουλεύουν, γελάνε, πειράζουν ο ένας τον άλλο. Ένα δημιουργικό μελίσσι ανεβοκατεβαίνει με σκοπό να οργανώσει, να ομορφύνει, να εξοπλίσει το ενοριακό κέντρο «Η ΣΥΝΑΞΗ».

                Τα τρυπάνια πήραν μπρος, σιγά σιγά ο χώρος μεταμορφώνεται. Η αίθουσα Αγιογραφίας είναι έτοιμη, το αναγνωστήριο περιμένει, το κοινωνικό φροντιστήριο ετοιμάζεται για τις εξετάσεις. Μια αγκαλιά στο κέντρο της πόλης άνοιξε και στηρίζεται στους ανθρώπους της ενορίας. Στέκομαι έξω από την ξύλινη πόρτα και ακούω τις φωνές τους.

                Το  κόκκινο χρώμα κάτω, το πράσινο πάει στο δωμάτιο εργασίας, χρειαζόμαστε επιτραπέζια, ποτήρια για το χυμό των παιδιών, καλοκαιριάζει θα χρειαστεί ψυγείο. Πού θα βρεθούν όλα αυτά; Θα δώσει ο Θεός και ο κόσμος που είναι πάντα δίπλα. Μπαμπάδες, μαμάδες, παππούδες, γιαγιάδες των παιδιών του κατηχητικού, οι πρωταγωνιστές στο στήσιμο του ενοριακού κέντρου. Και ότι κάνω δεν το κάνω για να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι, δεν κάνουν διατριβή στον εθελοντισμό, ούτε στις καλές πράξεις, δεν εφησυχάζουν, αλλά κινούνται αγαπητικά προς το συνάνθρωπο και στην προκειμένη περίπτωση προς τα παιδιά.

A.K.