Λίας ήταν ο Τσικόπουλος Ηλίας με καταγωγή από την Ελάτη Κοζάνης. Ήταν παντρεμένος στο Λιβαδερό με την Τζόκα Μαρία. Είχε τρία παιδιά, τον Τάκη, την Χρυσούλα και την Παναγιώτα. Έτσι θυμάμαι τα ονόματα των κοριτσιών και ίσως δεν κάνω λάθος. Ήμασταν στην ίδια γειτονιά.

Ο Λίας ήταν από τους λίγους νοικοκύρηδες στο χωριό μας. Πάντα εργατικός και καλοσυνάτος. Το τελευταίο μου το απέδειξε και έμπρακτα όταν πιτσιρικάς εγώ τότε, πέταξα μια πέτρα και εκείνη, η άτιμη, βρήκε και έσπασε το ποτήρι, που ανάποδα βαλμένο στόλιζε την καπνοδόχο του σπιτιού του Λία. Εκείνος με είδε και τίποτε δεν είπε. Μόνο στην Γιάννινα την μάνα μου έκανε το δίκαιο πράγματι παράπονό του.

«Γιάννινα πρόσεχε λίγο το παιδί, μ’ έκανε ζημιά στο σπίτι»
και τίποτε άλλο.

Ήταν από τους προνομιούχους γιατί τον καιρό εκείνο, το 1960, είχε και ραδιόφωνο, σπάνιο είδος για τον υπόλοιπο κόσμο. Η κεραία του πολύ μεγάλη. Ένα μακρύ σύρμα που ο Λίας το είχε απλώσει από το σπίτι του μέχρι εκείνο της πεθεράς του.

Ο Λίας ήταν γανουτάς ή καλαντζής όπως έλεγαν τότε. Στο χωριό όλοι σαν Λία γανουτά τον ήξεραν. Εμείς σ’ αυτόν γανώναμε όλα τα μπακίρια. Καζάνια, γκιούμια, μπραγάτσες, τσιντζιρέδια και κουτάλια ή χλιάρια όπως τα λέγαμε .Ο Λίας με το καλάϊ όλα τα έκανε να λαμποκοπούν.

Ο Λίας όμως είχε ένα μεγάλο «βάσανο». Και εξηγούμαι. Όταν ο Λίας ξεκινούσε με το μουλάρι για το χωριό του την Ελάτη, ήξερε πως το δρομολόγιο αυτό Λιβαδερό-Ελάτη σίγουρα θα είχε μια καθυστέρηση. Δεν ήξερε πόση, μα ήξερε καλά που θα καθυστερούσε. Στον Κόκκινο Νόχτο. Τα τσομπανόσκυλα τα ευλογημένα ήταν σαν να τον καρτερούσαν. Ένας χαμός γινόταν. Και οι δικοί μας, που άκουγαν την φασαρία έλεγαν πάντα:
«Ο Λίας ο γανουτάς θα είναι σίγουρα»

Και αμέσως έβγαιναν για να τον ξεβγάλουν απ’ τα σκυλιά και να συνεχίσει το ταξίδι για την Ελάτη.

Αυτός ήταν ο Λίας ο γανουτάς. Ένας «ξένος » στο χωριό, που με τον χαρακτήρα του καθημερινά «γάνωνε» και τις ψυχές των χωριανών του.

Κώστας Φαρμάκης
Ξάνθη