Άντε να ήταν 1958 ή κάπου εκεί κοντά. Στην τελευταία θέση της μνήμης μου θυμάμαι τον αργύρη, όχι με τ’ όνομα, μα με το επάγγελμα που έκανε. Ψηλός ,ξερακιανός, με μαύρο μουστάκι και με μια τραγιάσκα στο φαλακρό του κεφάλι. Δεν ήταν απ’ το χωριό μας, μα ξένος από μέρος αλαργινό. Με ένα άλογο σαμαρωμένο περιδιάβαινε τους μαχαλάδες του χωριού. Όλα και όλα μόνο δύο πράγματα πωλούσε ο αργύρης. Κατράμι και χαρούπια. Εκείνος όμως άλλα έλεγε και διαλαλούσε κατηφορίζοντας το μαχαλά των Παπαστεργιάδων:

-Έχω, έχω κατράν(ι) ,ξυλουκέρατα, άϊντεεε!

Το κατράν(ι) ήταν ένα υγρό, πολύ μαύρο κάτι σαν πίσσα, που το έβαζαν σε πληγές και σκασίματα στους ανθρώπους μα και στα ζώα. Από κει βγήκε και το απόφθεγμα «μαύρος σαν κατράν(ι)».Τα ξυλουκέρατα είχαν γλυκιά γεύση, καφέ χρώμα και ήταν στριφτά σαν κέρατα. Ο αργύρης στην μια μεριά απ’ το σαμάρι του αλόγου είχε φορτωμένα τα ξυλουκέρατα μες το σακί και από την άλλη τον ασκό από δέρμα, γεμάτο κατάμαυρο κατράμι.

Στης μνήμης μου την προτελευταία θέση έχω τον θείο. Δεν ήταν μπάρμπας μου, ούτε και συγγενής μου. Εκείνος είχε ονοματίσει την αφεντιά του θείο. Ήταν πραματευτής από τα Σέρβια. Πάντοτε φόρτωνε την πραμάτεια του σ’ ένα γαϊδούρι δανεισμένο απ’ το χωριό και μετά κι αυτός σαν τον αργύρη, που είπαμε παραπάνω τριγυρνούσε στους μαχαλάδες του χωριού φωνάζοντας μονίμως το σλόγκαν:

-Έλα στο θείοοο!!

Κι εμείς ακολουθώντας τον σαν μικρά παιδιά πάντοτε απαντούσαμε:

-Στον παρδαλό τον σκύλοοο!!

Θύμωνε πολύ, μα αμέσως ξεθύμωνε όταν τον περικύκλωναν τα κορίτσια και οι μανάδες τους για να αγοράσουν τσιγκελάκια, μαντήλια ,τραπεζομάντηλα, σεντόνια και όλα τα είδη προικός της εποχής εκείνης. Ο θείος έκανε και παζάρια. Στα παζάρια δεν τον έφτανες. Ξεκινούσε από τις 15 δραχμές και μετά από ώρα «κατέβαινε» στις 3.Κι αυτό όσες φορές οι πελάτισσές του δεν τον πλήρωναν με αυγά ή και τυρί. Γιατί τον καιρό εκείνο οι δραχμές ήταν σπάνιο είδος στο χωριό και η πληρωμή σε είδος ήταν πολύ συχνή. Οι κότες με τα αυγά τους είχαν τον πρώτο και τελευταίο λόγο στον προϋπολογισμό και στα έξοδα του σπιτιού. Δεν ήταν καθόλου υπερβολή οι νοικοκυρές να τις …ψάχνουν αποβραδίς, για να βεβαιωθούν ότι την επαύριο θα έκαναν σίγουρα το χωριάτικο αυγό. Μ’ αυτό θα εξοφλούσαν τα έξοδα κείνης της μέρας.

Σε λίγα χρόνια τον αργύρη, τ’άλογό του και την πραμάτεια του τους χάσαμε. Ο θείος ήταν ήδη πολύ μεγάλος κι εγκατέλειψε το επάγγελμα. Ο Γιώργος, πολύ νέος και άνδρας της ξαδέλφης μου πήρε την θέση του θείου για αρκετά χρόνια με άλογο και κάρο σύγχρονο, τροχήλατο, μέχρι που άνοιξε ο δρόμος της Ελβετίας και ο δρόμος για το παζάρι της Δευτέρας στα Σέρβια.

Κ. Φαρμάκης

Ξάνθη