Κύριε Υπουργέ Π.Π. (προυτίτιρα Γ.Γ.Π.Π.),

   Ίνι αλήθια πως φόνς επιασέτι κι πάλι τν κουτάλα, βρήκαν τν πατρίδα μας ένα σουρό σουπλίκια, πουλύ πλιότιρα απ’ ό,τι τς Ισραηλίτις μι τουν Μουησή στν έρημου.

Κάθι διλνό ίμιστι σφηνουμέν τρόιρας απ’ τν τηλιόρασι κι ξιχαντριαζουμέστι να σι δούμι. Ούτι του Διακουγιάν,να πιριμινάμι για να πιριγράψ Μουντιάλ. Ίχαμι να σμαζουχτούμι σαν φαμπλιά μπρός σιαφτό του κτί, απού φόνς έπιζε του Λούναπάρκ μι του Μπαρμπαγιώρ.

   Ιμάς δεν μας ίρθι κι πουλύ παράξινου που φάνκι αυτό του μπουρμουνάρ που αρρουστέν κι χάνουντι οι ανθρώπ, ιπιδίς τρουμπιάζουντι σαν τα πρότα στου στάλου. Οι παπούδις μας μάθιναν στις τζιουμπανουκάλιβις φέγκουντας μι τα δαδιά: “κάθι δέκα – δικαπέντι ζνάρια πέφτ συρμή στου κόσμου κι ξιπατόνουντι πότι οι ανθρώπ, πότι τα ζουντανά κι τα ξιλκά, για να βγούν κινούργις πλασιές. Όσοι θα ζάτι, θα παέντι στα μνημόρια κι θα λέτι «Ιβγάτι ισίς οι πιθαμέν, να παραχουθούμι ιμίς οι ζώνταν”. Γιλούσαμι ιτότι, αλλά ίχαν δίκιου.

   Τώρα που ξαναφούντουσι του κακό, αφκριούμιστι να μας δίντς ιντουλές κι ουδηγίες. Σι γλέπουμι ότι ίσι πισμουμένους κι γκουβρουμένους κι μας ζαβρατάς ότι ιμίς έχουμι τανάθιμα, γιατί δεν έχουμι ατουμική ιφθίν κι δεν ιφαρμόζουμι τα δέουντα, κατά πως δασκαλέβ οι λιμουξιουλόγ. Ιπις πως, αφού δε βάζουμι γκλάβα, θα μας ζαμπακώς μόχρι την μέρα τ Αντριά, πρώτα ου Θιός. Αλί και τρισαλί μας και θα σ’ εξηγήσου του λόγου.

     Ιδώ κι κάμπουσις μέρις ιμίς που ζούμι μι γνέκα, πιδιά κι ακόμας χειρότιρα κι μι πιθιρά, πιρνούμι σαν του διάουλο μι τν θυμιάμα. Ούτι στου στρατό, στα ΛΟΚ κι στα ΛΥΒ, περασάμι τόσα καψόνια. Κι πρίν “τον κατ οίκον περιορισμό” κι “απαγόρευση κυκλοφορίας”, που λέμι ιμίς στα χωριά μας, σαν παντριμένοι ζούσαμι. Ξυπνούσαμι νυχτουχάραγα να ιτιμάσουμι προυινό για όλη τ φαμπλιά κι να σιλαρώσουμι του σπίτ. Οι γνέκις μας, απ ό,τι έλιγαν, δεν προυλάβιναν, γιατί έπριπι, αφου ξιτσιμπλιαστούν κι σουφατιστούν, να τηρήσν φεισμπούκ κι ινσταγκράμ να ιδουν πόσα λαικς σύμασαν απου τα πόστ. Κατιβέναμι στ’ αμάξ κι πιριμινάμι πιδιά κι γνέκα. Κι όπους καταλαβένς, μόχρι να σμαζουχτούν να φύγουμι, τι βρισίδια εριχνάμι κι έτς γλιτουνάμι να πάθουμι έμφραγμα κι ιγκιφαλικό. Προυσπαθούσαμι να δλέβουμι διαφουρετικές βάρδιες, για να μη ίμιστι πουλές ώρις μαζί κι μας ανιβάζν την πίεσ μι τν γκριζιάλα κι του γκούρτου-γκούρτου. Όταν μέναμι μόναχοι στου σπίτ, χουροπδούσαμι όπους του 1987 μι του Γκαλη κι του 2004 στού EURO, μόλις έβαλι κιφαλιά γκόλ ου Χαριστέας, κι σήκουσι του…τιμημένου ου Ζαγουράκς. Λουνιζουμάσταν στ καναπέδις κι τιντωνουμάσταν μι τα ρούχα κι τα παπούτσια όπ χαλιβάμι βλέπουντας ντιβιντί μι μπάλα, ρίχνουντας μπινιλίκια ακόμα κι στ πέχτις απ τν ουμάδα μας κι ας ιξιρνάμι του απουτέλισμα, έτς για να ξισπάσουμι σι κάπχιουν, αφού σι κινις …δεν βγάζουμι φακή. Τα απουγέβματα, όταν δεν πηγινάμι στη δλιά, ίχαμι δικιλουγίες να ξιπουρτίσουμι. Να πάμι τα πιδιά σι δραστηριότιτις αλλά κι ικίνις στα κουμουτήρια, γυμναστήρια κι πιλάτις. Ετς ανταμώναμι μόνον στουν ύπνο. Κι ινώ ιμίς εκανάμι του νυσταγμένου, αφτές μας αράδιαζαν ένα σουρό παράπουνα, κι έτσιας κιμούμασταν σαν διαβαζμέν.

   Τώρα που μας ξαναμάντρουσις, ίμιστι αντάμα ολημερίτσα κι ολονυχτίτσα, όπους όταν τις πρωτουγνόρσαμι. Ιτότις όμους ίταν αλλώτκις οι βιριάγκις. Μας πάνιαζαν, γιατί ίχαν του νου στου γάμου κι δεν τς πίραζι τίπουτα απ τα χούγια μας. Κι του κυριότιρου δεν ήταν ποτές αποσταμένες κι μη πουνοκέφαλο. Χερουμάσταν κιόλας οι μουσκαράιδις, γιατί νόμζαμι απέτχαμι του τζόκερ. Αφού λέμι μι του νου μας, μήπους άλλες ήρθαν στν ικλισιά κι δεν πήραμι χαμπάρ σαν τα γκαβά τα κταβούλια;;! Τώρα πάλι ιμίς οι άντρις τραβούμι του κιρατζηλίκ. Σκωνουμέστι απ τ χαραή, όπως οι μανάδις μας φόντας ήταν κινούργις νύφις. Πάλι καλά που δεν μας βάν κι τσίπα. Νά ιτιμάσουμι προυινό, να ανασκιρίσουμι όλου του σπίτ κι να μαϊρέψουμι. Αφτές οι ξούρις, φσούν, ξυφσούν φέρνουντας τρόιρας σαν τουν αγανουτά. Ουγκούν σαν τα βόδια στουν όργου καναγκιρό πώς θα κάν’ τηλεργασία κι μην κουπεί του ιντερνέτ, όταν φτιάχν μάθημα μι του Βέμπιξ. Μας τσιτών κιόλας να σώσουμι αγλήγουρα τα χουσμέτια κι όλα αυτά στα μούτκα, για να μην τς ινουχλούμι. Μουτζονουμέστι μι όλα τα χέρια κι λέμε στουν ιαφτό μας: “Κουπριές στα μούτρας, λαφρουκάνταρου, που καμάρουνις ιπιδίς παντρέφκις γνέκα μι μπλιτζίκ (εργαζόμενη)”.

     Όλοι αναθιματίζουμι τον κουρουνοιό αλλά κι αφτόν τουν γιαστραμένου που βρίκι την τηλεργασία. Οι γιοί μας οι ξυπιλέκτ, ντραβαλιάζν, γιατί ζητούν ου καθένας θκότ κουμπιούτιρ κι θκότ ρούτιρ, για να μην… “κρασάρει του σύστημα”. Μάθτι πρώτα, βρε ξυδουπνάκδις, καμιά ελληνική λέξ κι αφίστι τα ξένα. Κι απού πότι σας έπιασι ου πόνους για του μάθημα; Δυο μήνις άνιξαν μι τα χίλια ζόρια τα σχουλιά κι έχτι κιόλας από ικατό απουσίες. Αφού κι τρία να γράψτι, θα πιράστι ή θα γίντι χιριστές ντρόουν, όπους ίνι στ μόδα. Ικτός αν θέλτι να βλέπτι γκόλιαβις ή να κάντι τσάτ μι τς φιλινάδις. Πάλι καλά που οι κόρις μας σκέφτουντι μι του μυαλό, σαν γνέκις που ίνι. “Ιμίς δε θέλουμι απ αφτά, γιατί έχουμι εξασφαλισμέν καριέρα. Θα δηλώσουμι σιμιτουχή στου GNTM, στου μπάτσιλορ, στου βόις, στο μάι στάιλ ρόκς, χουρίς να ξουδέψουμι για πτυχία, μιταπτιχιακά κι ειδικότιτις”. Πιτάγουντι κι οι βιρβιρίτσις οι πιθιρές κι μας αγκαστρών κι αφτές. “Σας εδουσάμι σπουδαγμένα κουρίτσια κι προικισμένα, σας μιγαλώνουμι κι τα πιδια. Δεν κουστίζ κι τα χίλια γρόσια να μας κάντι δώρου απού ενα τάμπλιτ. Αφού κι οι τρείς τηλιουράσις που ίμις αγορασάμι θα είναι του προυί κλιστές, ιμίς πού θα βλέπουμι λειτουργία και προυινάδικα, για να ακούμι τα ζώδια απού την Λίτσα κι την Άση; Ασε, που ίμιστι σικλιτσμένις που σταμάτσι φέτους η Ελένη. Απου τότις που ξιπροβότσαμι τς θκίμας τς αχαιριφτ, για να ίμιστι σίγουρις πού βρίσκουντι, δεν έχουμι άλλου τρόπου να γιλάσ λίγου του χίλι μας. Απού όταν κουβαλίθκιτι ιδω ισίς οι ρεμπεσκέδις, όλα τα ντουραλίκια μι αφτά τα κουρίτσια τα πιρνάμι”.

     Ιμίς οι φουκαράδις, για να μη σαλαθούμι, γιατι στου σπίτ δεν μπουρούμι να βγάλουμι άχνα, συνουήθκαμι να βγένουμι όξου, στέλνουντας καθι μέρα ες σι μες στου 13033, πατώντας ούλ του ίδιου νούμιρο. Μια μέρα εστιλάμι ες σι μες μι του νούμιρου 3. Μαζέφκαμι όξου από μια τράπιζα κι μπήκαμι στη σειρά. Μονάχα η καραβάνα μας έλειπε, όπους ιτότις στου στρατό. Ιμασταν κι ευγενέστατοι μι όλνους κι τς παραχορούσαμι τν αράδα μας, ινώ οι αλλ γραπατσώνουνταν όπους οι μάνις μας στου τυρόγαλου. Νουσταλγήσαμι τα κάπιταλ κουντρόλ που κι τότι ξηρουσταλνούσαμι στν ουρά, αλλά τότι ίχαμι ακόμα λίγις παράδις καταθέσις που μας απόμιναν απ τις “ακόμα καλύτερες μέρες” τ’ Αντρέα κι ίχαμι παντουχή ότι θα βγούμι απ’ του τούνελ, σύμφουνα μι τς θιουρίις τ Γιάνη. Βέβια δεν κάναμι καμιά σναλλαγή, αφού ούτι παράδις έχουμι να βγάλουμι κι προπαντός να πληρώσουμι. Μιά μέρα ένας απο ιμάς έβαλι, έτς για να κάνουμι ψίτσα γούστου, την κάρτα στου Α.Τ.Μ. Ουδιτότις γκουρλόθκι του μηχάνημα κι τν άμπουξι τς πίσους. Αρχίντσι να σκλυμουριέτι κι έγραψι στου τζιάμ: Μπουτίς μι γραβαλνς αφού μάφσις τιντιλίνα;;; Μέχρι να σφαλίς η τράπιζα, στεκουμάσταν ικί. Σχουλώντας του μησμέρ, ου Διευθυντής μας ρώτσι. “Μι του σιμπάθιο, καλόπιδα. Εκλισι η τράπιζα. Δεν έχτι πιδιά, σπίτια κι γνέκις να σας καρτιρούν”; “Ιπιδίς έχουμι απ όλα αφτά, στεκουμέστι ουρθοί σαν τά άλουγα στου παχνί κι δεν γυρνούμι πίσου”, απάντσαμι.

       Το τρανύτιρο δράμα του περασάμι του πρώτου Σαββάτου του «απαγορεφτκού». Μας σφήνουσαν σαν του γκουτσιούν στου φράχτη. Ικίνις ξύπνησαν αρχύτιρα, στουλίσκαν, αρουματίσκαν κι αρχίντσαν τα γλυκατζούρκα. Στ αρχή πήγι …ου νους αλλού.

-Λες, ίπαμι απού μέσα μας, να γίν κάνα θάμα κι να δούμι… φώς;

-Ιφκιρία να πάρουμι προυινό σαν ικουγένια, αφού δεν μπουρείτι να πάτι για κυνήγ μι τάλλα τα λυκουφαγώματα. Πέστι τί θέλτι να ιτιμάσουμι για όλνους μας. Ιμίς, αφου πήραμι τουν…απόθουρο, ρώτσαμι μαρούκλουτ.

-Κι γιατί τσουρτσουλόθκιτι έτσιας σαν τ Στικούδη;

-Για να αναθιρμάνουμι τη σχέση μας, ίπαν μι νάζια ικίνις

-Αμ δεν φτάν μούγκι αφτό, μουρμούρσαμι, αϊπχάτ απ τν βιλέντζα. Καλός ου αγιασμός, αλλά χριάζιτι κι ου γάτους, για να γιαστραφτούν τα πουντίκια.

-‘Ιπαμι και στη μαμά να προυιφτεί μαζίμας, αν δε σας πιράζ. Σήκουτι μι τν ώρα σας, συμουρφουθίτι κι μην έχτι τα μούτρα κατιβασμένα, σαν πρίν λίγου κιρό που έχασι του μπέναλτ ου Πέλκας. Κι του κυριότιρου, μη ρουγκαλίζτι κι ξύνιστι μπροστά της.

     Υπουργέ μας, θυμάσι τι αγουνία ίχαμι, όταν βάρινε βουλές ου ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ στου παρά ενα διτιρόλιφτου, στουν τιλικό στου μπάσκιτ. Ετς φουρτουρούσι η καρδούλα μας για τ βόμπα που θα απουλνούσαν τα στιφάνια μας. Παγάλια-παγάλια έσκασι .

– Ιπι η Σούζη, ου Τάσιους κι ου Σάκης ότι βαθύ βαρουμετρικό θα ρθί απ τν Ιταλία.

– Κιρός ίνι να βρέξ, για να σπίρν οι αγρότις, ίπαμι ιμίς..

– Ωρα να σιλαρώσουμε του σπίτ, να στρώσουμι τα χαλιά κι να αλλάξουμι διάκουσμο, μπας κι αλλάξ η ψυχουλουγία μας. Η γναίκα που μας πάστρεβε, δεν μπουρεί να ρθή απ’ τν ξεπατουμέν τνκαραντίνα.

-Ου Χαρδαλιάς μας έκουψι τα χέρια, συμπλήρουσι η….μαμά, σαν αγράμματους δικηγόρους

– Να φχαριστάτι του Βρούτση, που πιριμινάμι τα αναδρουμικά που πήρατι. Ας ίσασταν στουν Ο.Γ.Α….Σί ίκου φρουντίδας ηλικιουμένουν θα σας ίχαμι αμπώξ, μουρμούρσαμι, βγάζουντας άμπουρα απ’ τα σωθικά μας.

   Ετς αρχίντσι του μπλακ Σαββάτου. Οι στρατηγίνις έδουναν διαταγές. Ίχαν κι σχέδιου επίθεσης, λές και ίμασταν στουν Παρμενίωνα, στουν Έβρου.

– Αρχινάτε απόξω πρώτα. Βεράντες, παντζούρια κι τζάμια. Φουκάλτζμα κι ξιαράχνιασμα καλό όλου το σπίτ κι όχ λάξα-πέξα. Σώνοντας όλα αφτά, ανεβάτε στου πατάρ να κατιβάσουμι τα χαλιά.

Εκείνες μας έψελναν απού κατ, ενώ ιμίς ήμασταν σφηνωμένι στου πατάρ σαν τον αρίτσου, μι τα σιουσκάρια στου κιφάλ, απ τς σιούμπις στου νταβάν, σαν τς χουντρές κουκόσις.

– Προυσέξτι τα χαλιά κι μι τα σβαρνίζτι σαν τα ψουφίμια. Δεν ίνι σαϊσματα κι κουριλούδις που ίχαμι στα χουριά μας. Κι μι τν ιφκιρία ανίξτι τα κουτιά, να βρουμι τς φόρμις γυμναστικής απ του λύκειου. θα τς ξαναφορέσουμι τώρα στου πιρπάτμα.

-Σας βάρσι γιρά του χαλάζ, απάντσαμι. Σας χουρούν τώρα που εγινέτι σαν Μαήσις φουράδις;;;

– Έ, πήραμι μερικά κιλάκια, άπ’ όταν μπήκαμι του Μάρτ σι καραντίνα.

– Κι η Λένω τ Σταμίρ σι καραντίνα μπήκι, αλλά έχασι απού ιτότις δικαπέντι κιλά κι μη μας πίτι ότι τάχασι για τις «ανάγκες του ρόλου». Απλώς τόραψι. Να κατιβούμι τώρα γιατί πάλι τραχανά θα δώσουμι…

– Άιντι, μαζέψτι τ σκάλα, ν’ απλώσουμι τα χαλιά,κι προσέξτι τα κρόσια. Δεν είνι στίρες βιλέντζες ούτι ταλαγάνια.

   Αφού τα στρουσάμι “υπό την εποπτεία τους” ίπαν μισογιλώντας.

   – Τώρα ιμίς κατ σκέφκαμι, αλλά φουβούμιστι να του πούμι, γιατί θα σκώστι τα κιραμίδια σκούζοντας.

   – Ναι, ναι, πουλύ μας φουβάστι, όσο η γκαχιλώνα του χαλάζ. Πέστι τι θέλτι μπάς κι συχάστι.

   – Ξαναφέρτι λίγου τ σκάλα να κατιβάστι κι τα χριστουγινιάτκα να στουλισουμι κι του δέντρου.

   – Αφού φέτους έκλισαν τα σύνουρα, απού πού θα ’ρθούν τα Κόλιαντα μι τουν Αγιουβασίλ;;

   – Μη λέτε ρα πάντα σαλαμάρες και κολλάζιστε.

   – Οι μανάδις μας, όλα αφτά τάφτιαχναν, απ’ τα Αηνικουλά κι μιτά, ντίπ μαναχές, χουρίς να τς ξιγκουσέβ κάνας. Χαλιβάμι να τς βουηθήσουμι, αλλά ικίνις έλιγαν πως “αφτές ινι γνικίσιες δλιές κι μην πάθουμι κάνα ζαράλ απ’ του βάρουν κι δεν θα ….τφυκούμι”. Πού ίνι τώρας να μας καμαρώσν.

     – Αφτήν τν απουρία ίχαμι όλις μας. Πώς κι δεν αναφιρέτι σήμιρα τς μανάδις σας που είνι   προυκουμένις σι όλα!

     – Δεν μπουρίτι να τς μιάστι, γιαφτό τς έχτι σαν του μπάμπαλου στου μάτ.

     – Αϊντι, στήστι μόνο του δέντρου κι ιμίς θα κάνουμι τουν στολισμό γιατί ίστι ανέγρικ απού καλαισθησίες.

       – Δεν ιξιρνάμι να σπουδάσουμι κι ντικουρατέρ. Κάτ καλά που μας αφήντι να κάνουμι κι κάνα χουτζιούμ, γιατί ξικατινιάσκαμι. Μας κατέφκαν τα λιμπά στα γόνατα κι πιρπατούμι σαν χαμνισμένα τραϊά.

       – Απου σαλαμάρις ίστι πρώτ. Δέν πιράζ. Τα πιδιά τα εκανέτι.!!!

     Υπουργέ μας, μή μας χαρακτηρίσ ανεύθυνους κι ξισιλοϊαστους, που ινώ ου κόσμους χάνιτι, στν κυριουλιξία ιμίς έχουμι του χαβά μας. Κάνε μας τουλάχιστον ισύ ένα δώρου, λόγω τς γιουρτής μας. Στν Αμερική λιφτιρών ακόμα κι τς γαλουπούλις. Πιριμένουμι μι αγουνία πότι θα μας απουλήξ, όπους ιτότις ου δάσκαλους, που έκαναν πάψις τα σχουλία για καλουκέρ. Ξιαπουλνούμασταν για τν Βρικουκιά τς Πουλιγιώργινας, τς Γλύκους τν Γκουρτσιά κι για του Νταμπούρ να καρκατσιλουθούμι τς Λιουλιάθκες τς Κιρασιές. Γιατί, να ξερς. Μη τφόρα που πήραν οι νικουκιρές μας, μας βλέπουμι να πλάθουμι τς κουραμπιέδες κι τα μιλομακάρουνα για τα Χριστού. Και θα μας λέν να φτιάξουμι κι ζουγραφιές ουπανουθιός μας σαν τουν Άκη τουν Πετριτζίκ.

           Υ.Γ. Σε εσένα κι σαφνούς που έχν άγνουστις λέξις σας ουρμηνέβουμι να μην κουταλέβτι ιξήγησ στου Γκούγκλ. Πάρτι αγλήγουρα του βιβλιου ”Λεξικό λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων”. Τόγραψι ένα προυκουμένου πιδί απ’ του Μόκρου, που κι γράμματα χίλια έμαθι κι του χωριότ δεν ξέχασε!

               ΜΕΤΆ ΣΙΒΑΣΜΟΎ ΚΙ ΤΙΜΗΣ

Σύλλογος πληττομένων ανδρών απού συρμή Covid 19

http://mikrovalto.gr