Από παιδί σχεδόν ο Ηλίας ήταν κυνηγός. Από νωρίς είχε ακολουθήσει κι αυτός πιστά τα χνάρια του πατέρα του, του Τσουκουνάτσιου , που κι εκείνος την ίδια δουλειά έκανε πάνω κάτω, αν δεν με απατά η μνήμη μου και όντως δεν με απατά. Ο Ηλίας όμως δεν ήταν ό,τι κι ό,τι κυνηγός. Είχε οργάνωση. Με κυνηγόσκυλα, όπλα κυνηγετικά, κυνηγετικό σάκο για να βάζει τους λαγούς και τις πέρδικες και φυσίγγια δικής του παραγωγής. Τα γέμιζε κάθε βράδυ με μπαρούτι και σκάγια κάθε λογής.

Ο Ηλίας είχε και ένα κρυφό ταλέντο. Με τον καιρό το εξέλιξε πάρα πολύ καλά. Τι ταλέντο λοιπόν ήταν αυτό; Έκανε φακιρικά. Ναι, φακιρικά παντός είδους. Συχνά πυκνά τον έβλεπες να μαζεύει κόσμο τριγύρω του και να βγάζει από το πουθενά τραπουλόχαρτα απ’ τα μανίκια του, να εξαφανίζει κέρματα απ’ την παλάμη του και άλλα τέτοια. Α! Είχε κάνει και μια σπουδαία …ανακάλυψη ο Ηλίας. Χάρη σ’ αυτήν κουβαλούσε πάντα στην τσέπη του μια χοντρή δεσμίδα από …πεντοχίλιαρα. Πάντα ματσωμένος ο Ηλίας. Πως για; Να πως. Ο συγκεκριμένος …εφεύρετης έκοβε από εφημερίδες πολλά χαρτιά στο ίδιο μέγεθος με το πεντοχίλιαρο. Τα δίπλωνε στα δύο και από έξω έβαζε το μοναδικό πεντοχίλιαρο, που τυχόν είχε. Έτσι βγάζοντας το μάτσο από την τσέπη με το περίβλημα πεντοχίλιαρου, φαίνονταν στον άλλο μια δεσμίδα από κολλαριστά πεντοχίλιαρα. Κι ας ήταν κομμάτια διαβασμένης εφημερίδας. Ήταν κι αυτό ένα από τα φακιρικά β΄ διαλογής του Ηλία.

Καλοκαίρι του 1973,όντας φοιτητής στην Αθήνα, πήγα για λίγες μέρες στο χωριό. Ο Ηλίας με συνάντησε στα καφενεία. Μου είπε πως εκείνη την χρονιά είχε βάλει ένα μεγάλο σκοπό. Με λίγα λόγια με εξήγησε πως ήθελε να μπαρκάρει στα καράβια. Με το έρμο το κυνήγι, μου είπε πως δεν είχε προκοπή. Τζάμπα τάιζε και τα δύο ζαγάρια (κυνηγετικά σκυλιά),που είχε, γιατί μια στις τόσες άμπλαζε (συναντούσε ) κάνα λαγό. Ήταν ευτυχισμένος πολύτεκνος μα τα έξοδα του σπιτιού κάθε μέρα περίσσευαν. Μου είπε λοιπόν ο Ηλίας στην συνέχεια, πως θα ερχόταν στην Αθήνα κι εκεί θα τον βοηθούσα να μπαρκάρει.

Έτσι κι έγινε. Ένα ωραίο πρωινό νάσου κι ο Ηλίας σαν φάντης μπαστούνι έφθασε στην Ν. Σμύρνη, όπου έμενα με άλλους δύο χωριανούς. Στα χέρια του κρατούσε δυό σακούλες νάιλον. Στη μία ο Ηλίας είχε λίγα ρούχα και στην άλλη κάτι, που θα το πούμε παρακάτω. Την ίδια κιόλας μέρα δώσαμε ραντεβού να συναντηθούμε στον Πειραιά για να ψάξουμε για δουλειά. Αυτός έφθασε πρώτος και τον βρήκα να πίνει ουίσκι πρωί- πρωί. Συνήθεια που ίσως είχε αποκτήσει απ’ το χωριό. Εκεί οι περισσότεροι το πρωί δεν έπιναν καφέ όπως όλος ο κόσμος, αλλά ακούστε χωριανοί, ουίσκι έπιναν, σαν να ήταν παραγωγή μας. Συγκεκριμένα βρήκα τον Ηλία κοντά σε έναν πλανόδιο με ένα τρίροδο καροτσάκι, που πουλούσε ένα άγνωστο σε μένα ουίσκι, μάρκας «μ’ έκαψες». Ο Ηλίας έπινε με το καπάκι του μπουκαλιού για να δοκιμάσει. Μ’ έβαλε κι εμένα μα αρνήθηκα να πιώ. Πιο κάτω, όταν προχωρήσαμε μου λέει ο Ηλίας:

-Γιατί βρε Κώστα δεν δοκίμασες κι εσύ;

-Φοβήθηκα να μην κολλήσω τίποτα, όλος ο κόσμος απ’ το καπάκι πίνει Ηλία, του απάντησα. Κι εκείνος ανταπαντά:

-Ρε χαζέ το μισό μπουκάλι, που έλειπε, εγώ το ήπια. Όταν σε περίμενα, πήγαινα πέρα δώθε και συνέχεια δοκίμαζα.

Μετά πήραμε σβάρνα τις ναυτιλιακές εταιρίες στην Ακτή Μιαούλη, ψάχνοντας για δουλειά στον Ηλία. Όλοι μα όλοι του ζητούσαν ναυτικό φυλλάδιο κι εκείνος πάντα απαντούσε με δύο λέξεις:

-Έχω διαβατήριο.

Αυτό το τρέξιμο συνεχίσθηκε μέχρι το απόγευμα κοντά στις τρισήμισυ η ώρα. Οι εταιρείες ζητούσαν ναυτικό φυλλάδιο και ο Ηλίας είχε μόνο διαβατήριο. Μεγάλο βάσανο.

Με τα πολλά φθάσαμε στο τελευταίο κτίριο, στον τελευταίο όροφο και στην τελευταία εταιρία. Είμαστε έξω από την πόρτα και του κάνω προπόνηση πως θα μιλήσει. Λες και πήγαινε σε αγώνα.

-Εδώ να τα δώσεις όλα ,του είπα και κυριολεκτικά τον έσπρωξα να μπει γιατί όπου νάναι η εταιρία θα έκλεινε.

Απέξω προσπαθούσα να ακούσω τον Ηλία στήνοντας αυτί στην πόρτα και κρατώντας την δεύτερη νάιλον σακούλα του που είπαμε παραπάνω. Είχε μέσα έναν λαγό μισοκατεψυγμένο, που θα τον δίναμε πεσκέσι σε όποιον έπαιρνε τον Ηλία στη δουλειά.

Κοντολογίς ο Ηλίας πράγματι τα έδωσε όλα εκεί . Για να τους πείσει για την δουλειά, τους έδειξε κι ένα βιβλιάριο απορίας. Μέσα ήταν πέντε καρφιτσωμένες φωτογραφίες των παιδιών του, με τα τέσσερα αγόρια όλα γουλί κουρεμένα.

-Τα βλέπετε, όλα θέλουν να φάνε ,τους είπε

Άρχισε να τους κάνει φακιρικά κι εκείνοι τρελάθηκαν.

-Θα σε πάρουμε σε κρουαζιερόπλοιο να διασκεδάζεις τον κόσμο ,του είπαν.

-Αν με πάρετε θα σας φέρω κι ένα λαγό, είπε.

-Τόσους λαγούς έχετε εσείς; τον ρώτησαν.

-Τι λέτε βρε, όπως εσείς έχετε τις κοπέλες εδώ, εμείς έχουμε τους λαγούς στο χωριό ,απαντά ο Ηλίας γλυκοκοιτάζοντας τα κορίτσια που πέθαιναν στα γέλια.

Σε λίγο άνοιξε η πόρτα και ο Ηλίας μ’ άρπαξε το λαγό απ’ τα χέρια.

Περίμενα και περίμενα και ο Ηλίας δεν φαινόταν. Είχε πάει η ώρα 6 και ο Ηλίας συνέχιζε να τους κάνει φακιρικά. Έγδαρε το λαγό στο μπάνιο της εταιρίας και πήρε το τελικό ο.κ. Την επόμενη μέρα θα έφευγε με τραίνο για Καλαμάτα. Από κει θα έπαιρνε το καράβι για δουλειά. Πήγα να τον αποχαιρετήσω στο σταθμό των τραίνων. Είχε παρέα και κάποιον άλλο. Θα πήγαιναν μαζί στο ίδιο καράβι. Εκεί που συζητούσαμε μία στιγμή γυρίζει και μου λέει συνωμοτικά για κείνον:

-Τον βλέπεις αυτόν. Μέχρι να φθάσουμε στην Καλαμάτα θα τον τρελάνω σου λέω! Χαμογέλασα και αποχαιρετώντας τον, παρότι μικρότερος τον συμβούλεψα να μην αφήσει την δουλειά και φύγει. Κρίμα θα ήταν.

-Κώστα και με το κεφάλι ανάποδα να με κρεμάσουν στ’ αμπάρι δεν θα φύγω, μου απάντησε. Εσύ είσαι που είπες τέτοιο πράμα;

Το αποτέλεσμα το είδα μετά τρεις μήνες περίπου. Νάτο. Ηλίας Τζόκας Κυνηγός- Ηλίας Τζόκας ναυτικός….1-0

Έμαθα πως αρχές Δεκέμβρη ο Ηλίας παράτησε τα καράβια και νάτος στο Λιβαδερό. Κατέβηκε απ’ το λεωφορείο της Αθήνας στον Τάσιο στον Μεταξά και μέχρι νάρθει το ταξί να τον πάρει εκείνος έψαχνε στα χιόνια τορό (πατήματα) για λαγούς.

Η θάλασσα με την τόση δύναμή της δεν κατάφερε να τον κερδίσει. Τον έχασε. Έχασε τον Ηλία. Τον κέρδισε όμως το κυνήγι, τον κέρδισε το χούι του, το χόμπι του.

 

Κ. ΦΑΡΜΑΚΗΣ

ΞΑΝΘΗ