Το μπακάλικο άνοιξε το 1948.Κι έκλεισε οριστικά την πόρτα του το 1998. Πενήντα ολόκληρα χρόνια λειτουργίας. Πενήντα χρόνια μπακάλης ο Γιώργος Βρόντζος. Και τι μπακάλης. Μπακάλης στο χωριό. Όπως και να το δούμε ήταν μεγάλο πράγμα. Ήταν ο πραματευτής του χωριού. Αυτός που έφερνε κάθε τι καινούργιο, που έβγαινε στον κόσμο. Κάθε χρειαζούμενο πράγμα ο Γιώργος το πουλούσε στο μαγαζί του.

 

Πιο πάνω απ’ την Αστυνομία, στην ίδια πλευρά , πάνω στον κεντρικό δρόμο του χωριού είχε στήσει το μαγαζί. Στην …παραλία του Μπρουτζάδικου μαχαλά. Δίπλα στα ξαδέλφια του. Τον Θύμιο τον κουρέα και τον Ανδρέα, τον τσαγκάρη. Από κάτω ήταν το μαγαζί κι από πάνω ήταν σπίτι. Δύο σε ένα, που λέμε. Ένα σπίτι από πέτρα, ξύλο και ασβέστη. Εκεί έμενε ο Γιώργος με την γυναίκα και τα δυο του παιδιά. Τον Ανδρέα, που τον έλεγαν Αντρίκο και την Πολυξένη, την Τζένη.

Καλοσυνάτος πολύ ο μπάρμπα Γιώργος, με λίγο βραχνή φωνή, όλα του τα γκρίζα μαλλιά κι ένα μειλίχιο χαμόγελο πάντα στα χείλη του.

Τρία συνολικά ήταν τα μπακάλικα του χωριού το 1960. Το καλύτερο όμως ήταν του μπάρμπα Γιώργου του Βρόντζου, το «δικό μας» δηλαδή. Αυτό που ήταν στην γειτονιά μας. Το δεύτερο ήταν του Καλιτσουφόντη (Μίχου Ξενοφώντος),του πατέρα του συνομηλίκου μου του Παύλου ,στον κεντρικό δρόμο του χωριού κι αυτό και το τρίτο του Πανητσουφώτ (Μίχου Φώτη) στο κάτω μέρος του Τσιανακάθκου μαχαλά.

Ένα μικρό μαγαζί ήταν του Γιώργου. Ήταν δεν ήταν σκάρτα 40 τετραγωνικά μέτρα. Κι όμως εμείς τα παιδιά το βλέπαμε τεράστιο. Ίσως οι φλόκες που αγοράζαμε έκαναν την δουλειά τους. Μέσα σ’ αυτό το μαγαζί όλα χωρούσαν. Ρύζι, μανέστρα, μακαρόνια, ζάχαρη, βαφές για να βάφουν τα μάλλινα σκουτιά και νήματα. Και στην πρώτη θέση πάντα ο βασιλιάς των χρωμάτων, το λουλάκι. Πολύ λουλάκι όμως. Τόσο πολύ, για να βαφεί όλο το χωριό. Κεριά ,σύκα ,σταφίδες, στραγάλια, τα γνωστά σ’ όλους μας μπιμπίλια, ξυλουκέρατα (χαρούπια),ροδάκινα τον Ιούνη και μοσχάτα και ροζακί σταφύλια τον Αύγουστο. Όλα τα καλά του κόσμου. Και μπόλικο πράσινο σαπούνι σε πλάκες είχε ο Γιώργος.

Πουλούσε και ρακί (τσίπουρο) ο Γιώργος, μέντα (λικέρ) αλλά και κρασί. Αυτό το αποθήκευε σε μεγάλα δερμάτινα τουλούμια από πρόβατο ή από κατσίκα κι από κει γέμιζε τις νταμιτζάνες των πελατών. Η γεύση του ήταν μοναδική.

Ένα πράγμα όμως μοσχοπουλούσε, σαν ζεστό ψωμί. ο Γιώργος. Το πετρέλαιο .Το φωτιστικό πετρέλαιο, να πούμε σήμερα, έτσι όπως το μάθαμε αργότερα στην πορεία της ζωής μας. Τότε το λέγαμε όλοι γκάτζ(ι).Και το αγγειό, που το βάζαμε γκατζιρό. Πολύτιμο πράγμα αυτό το γκάτζ(ι) στο χωριό. Για να φωτίζει τις νύχτες τα σπίτια, τους στάβλους και τα μαντριά. Τρεις ολόκληρους τόνους πουλούσε κάθε χρόνο ο Γιώργος. Το έφερνε με φορτηγό σε βαρέλια απ’ τα Σέρβια. Και για να το ξεφορτώσει, θυμούμαι, έριχνε το βαρέλι πάνω σε λάστιχο αυτοκινήτου για να πέσει στα μαλακά.

Οι γκαζόλαμπες με τα μαυρισμένα πολλές φορές λαμπογιάλια στα σπίτια μας και τα φανάρια στις στάνες είχαν πολλές απαιτήσεις. Απ’ την άλλη ήταν κι εκείνα τα ευλογημένα τα καντήλια που έκαιγαν πολύ. Είχαν, βλέπεις, μεγάλο υφασμάτινο φτιαχτό φιτίλι, έκαναν μεγάλη φλόγα και έβγαζαν πάντα μαύρο καπνό .Γι’ αυτό κι εμείς πάντα τα στριμώχναμε και τα κρεμούσαμε μέσα στο τζάκι. Γιατί ο καπνός ήταν πολύς και λιγοστό το φως τους.

Ένα μεγάλο λούξ κρεμασμένο απ’ το νταβάνι φώτιζε κάθε νύχτα το μαγαζί του Γιώργου. Δούλευε με αμίαντο και οινόπνευμα θυμάμαι. Και πάντα τα καλοκαίρια, νύχτα και μέρα έκανε συντροφιά στις τέσσερις κρεμασμένες ζελατινιένες μυγοπαγίδες, όπου κολλούσαν για τα καλά οι ενοχλητικές μύγες του μαγαζιού του Γιώργου.

Πάνω στον πάγκο ήταν μια ζυγαριά ,απ’ αυτές που έχουν δεξιά και αριστερά δύο βαθείς δίσκους. Έναν για το πράγμα που ζυγίζεις και έναν για τα μεταλλικά σταθμά που μετράς το βάρος. Το ζύγισμα ήταν απλό. Όταν τα δύο κοκοράκια (δείκτες) της ζυγαριάς ήταν στο ίδιο ύψος, τότε δεν κάναμε λάθος. Αυτό που ζυγίσαμε είχε το ίδιο βάρος με τα σταθμά που βάλαμε. Η παλάντζα όμως του Γιώργου ήταν για πιο ογκώδη προϊόντα, όπως καρπούζια, σταφύλια και φρούτα γενικώς. Ενώ το καντάρι ζύγιζε πιο βαριά πράγματα και οι χειριστές, που ζύγιζαν ήταν πάντα δύο και με γερούς ώμους, για να αντέχουν το βάρος. Ο Γιώργος το 1959, που απ’ την οκά περάσαμε στο κιλό, δεν ζορίστηκε καν και προσαρμόσθηκε αμέσως. Γρήγορα έμαθε τα γραμμάρια και ξέχασε τα δράμια.

Ο Γιώργος ο μπακάλης ξεχειμώνιαζε μια χαρά κάθε χρόνο. Με την σόμπα του. Ήταν μια ξυλόσομπα του παλιού καλού καιρού, αλλά «το ποίημα» το έλεγε πολύ καλά. Ζέσταινε πολύ, και κοντά της εύκολα δεν πλησίαζες. Φούρνος που λέμε. Αντίθετα τα καλοκαίρια ο Γιώργος στα διαλείμματα της δουλειάς του έκανε παρέα στο τρίποδο μεταλλικό τραπεζάκι με τις ξύλινες καρέκλες. Έξω στην αυλή. Δίπλα στα άδεια τελάρα και κοντά στο παράθυρο του μαγαζιού με τα ξύλινα παντζούρια. Εκεί μαζί πάντα με παρέα. Μια συζήτηση, μια ξερή ,μια κολτσίνα κι ένα τσίπουρο ήταν η ξεκούραση του Γιώργου.

Κι ένα μεγάλο πράγμα θυμάμαι να είχε ο Γιώργος ο μπακάλης. Θυμάμαι τα πολλά μα πολλά φύλλα του κι ήταν πολύ μα πολύ χρησιμοποιημένο αλλά και λαδωμένο. Ήταν αυτό που λέγαμε ντιφτέρ(ι) ή δευτέρι για όσους ξέρουν γράμματα. Πέρασε πολύ καιρός να καταλάβω πως όλοι σχεδόν ψωνίζαμε απ’ τον Γιώργο με πίστωση. Βερεσέ που λέμε σήμερα και βιρσέ, που λέγαμε τότε, στην λαλιά του Λιβαδερού. Λεφτά πολλά δεν υπήρχαν για να ψωνίσει κανείς απ’ τον μπακάλη. Μόνο αν είχε αργάσει (γίνει) το τυρί κι οι κότες είχαν κάνει αυγά. Τότε ήσουν τυχερός. Να ψωνίσεις απ’ τον Γιώργο και μάλιστα «τοις μετρητοίς». Γι’ αυτό και ο Γιώργος είχε καταντήσει νάναι ο μπακάλης «ο πωλών επί πιστώσει», όπως βλέπαμε στο σχετικό σκίτσο στα παλιά μαγαζιά, που μας απέτρεπε να ζητήσουμε πίστωση.

Το δυο χιλιάδες δύο, που ήταν ογδόντα δύο, και δύο μέρες προτού τα Χριστούγεννα ο Γιώργος Βρόντζος ή Μπουτζουγιώρς για τους συντοπίτες προτίμησε την συντροφιά των αγγέλων. Για να μας βλέπει από κει ψηλά, να στοιχιζόμαστε και να ταλαιπωρούμαστε με τις διπλές μάσκες στα σημερινά μπακάλικα (super markets), και να χαμογελά, που: και ιδρώνουμε και μετρητοίς πληρώνουμε.

Κ. Φαρμάκης

Ξάνθη