Άρα τρανό ξύλου μι δικανίκ΄ μι μπουντάκια* που χράζουντι ικεί σιαπάν σ΄κυβέρνησ΄, τι μι τ΄ς κρατάτι αρά κι δεν τ΄ς ξινουμάτι*; -Τι μουρμουρίιζ μπρέ μαναχός, ακούου τ΄γυναίκα μ΄ να μι λιέει. Άσι μι κι σύ μάρ, τσιατίσ΄κα. Μουρμουρίζου αυτά που σκέφτουμι για να τα γράψου! – Κι μι ποιόν τάχς σήμιρα; Μι ΄ν κυβέρνησ΄ ! -Τι σι φταίει η κυβέρνησ΄; Μι φταίει γιατί δεν τσακών΄ τ΄σκούπα κι του φαράσ΄ κι όποιουν πάρ΄ου χάρους.
-Ποιόν να πάρ ου χάρους;
Όλνους αφνούς που δεν αμπουλιάζουντι.
-Μα του Σύνταγμα λιέει ότι όλ΄οι Έλληνις είνι ίσ΄ ενώπιον του νόμου και έχουν ίσια δικιώματα.
Κι τι θέλτς να μι πείς μι τ΄αφτόια, τα μσά διαβάιζ΄; Του άρθου 4 παράγραφους 2 λιέει όχ΄ μούνγκι δικιώματα αλλά κ΄ υπουχριώσεις, αλλά κι στου άρθου 25 παράγραφους 4 μας λιέει ότ΄ του κράτους δικιούτι να χαλέβ΄απ΄όλνους τ΄ς πουλίτις να φκιάν΄του χρέους τ΄ς κοινουνικής κι ιθνικής αλληλιγγίης.
Ποιό είνι του χρέους τ΄ς αλληλιγγίης; Να μην παέν να αμπουλιάζουντι κι να αφήν΄ όχ΄τουν στρατηγό άνιμου που μας ίλιγιν κάπουτι ου Βύρουνας, ιδώ πρόκειτι για τουν αρχιπτέραρχου κουρουνοϊό που σουντάει* σαν τα στούκας κι όποιουν πάρ΄ ου χάρους.
-Αμ, ισύ γίνγκις κι αγράμματους δικηγόρους !
Δεν ξέρου τι γίνγκα αλλά αυτό που διάβασα σήμιρα στου γκούγκλε μι ξιπιρνάει.
-Τι διάβασις;
‘Αμα του διαβάισ΄ ιτότις τα σι πώ ιγώ. Σι ιένα γηρουκουμείου, στου Βόλου, ιννιά ακόλτσαν απού τουν νέου κουρουνοιό, τέσσιαρς απ΄τ΄ς ιργαζόμιν΄ κι άλλ΄πέντι ηλικιουμέν΄ που φιλουξινούνταν.
Απού τ΄ς υπάλληλ΄ μούνγκι οι δικαουχτώ ήταν αμπουλιασμέν΄, οι πινήντα πέντι αρνούντι να αμπολιαστούν, δηλαδής κουντά στου ιξήντα πέντι τ΄ς ικατό.
Τι τ΄ς φκιάντς αφνούς τώρα; σφαλνάς του γηρουκουμείου κι τ΄ς αφήντς χουρίς δλειά; Αφτό φκιάντς.
-Μα αφτό είνι δικτατουρία! Είνι χούντα!
Χούντα ξιχούντα, όταν πρόκειτι για να προυστατέψ΄ τουν κόσμου αφτό πρέπ΄ να φκιάσν. Είσι σι μισουκουμείου κι δεν αμπουλιάζισι, όξου, καρτιρούν πουλλοί να πιάσν δλειά, είσι δάσκαλους, καθηγητής κι δεν αμπουλιάζισι; δεν ξικινάς μαθήματα τουν Σιπτέμβρ΄, τόσ΄ αδιόριστ΄ κι αναπληρουτές υπάρχν. Είσι μαθητής, φοιτητής, σπουδαστής δεν αμπουλιάσκις, δεν παέντς σκουλειό, πανιπιστήμιο. Είσι κάθι είδους καταστηματάρχης κι δεν αμπουλιάσκις, σφάλτζμα του μαγαζί. Παέντς σι δημόσιις υπηρισίις κι σι ουργανισμούς; του χαρτί στα χέρια ότ΄αμπουλιάσκις. Άμ του άλλου που του βάντς; τα δώσ΄ λιέει ικατόν πινήντα ιβρώ σι κάθι νέουν να αμπουλιαστεί. Μωρ΄τι μας λιές! ικατόν πινήντα μπάτσις χράζουντι όχ΄ ιβρώ. Ιδώ που είνι η ισότητα ή ν΄καταπίνουμι; γιατί δεν δίντς κι σι αφνούς που αμπουλιάσ΄καν;
Τα διάφουρα κόμματα γιατί είνι αντίθιτα; Ιδώια βρήκαν να φκιάσν αντιπουλίτιφς΄; Τόσα κι τόσα θέματα υπάρχ΄ ας φκιάσν ικεί ΄ν αντιπουλίτιφσ΄ κι όχ΄στ΄ς πλάτις του λαουτζίκου που ικτός τουν άλλουν έχ΄κι του γκαϊλέν* για τουν κουρουνοιό.
Μπουλάκιμ΄* να μας φουτίσ΄ ου Θός κι να παέν όλ΄κι να αμπουλιαστούν, αλλά τι καρτιράς όταν οι ικπρώσουπ΄του Θιού δεν αμπουλιάζουντι κι όλ΄ αφτοί απού τ΄ς παραθρησκεφτικές ινώσεις είνι ινάντια στου ιμβόλιου λιές κι του ιμβόλιου έχ΄ υλικό που τα μας αλλάξ΄ θρησκεία ή τα βγάλουμι κέρατα κι τα γίνουμι δγιάταν΄* ή δεν ξέρου τι.
Τουν κουσιό* όλ΄για ιμβόλιου λοιπόν, μπάς κι σουθούμι. Αλλιώς τόχουμι χαμένου.
*
Ξύλου μι μπουντάκια = κλαρί με προεξοχές (ρόζους)
Ξινουμάτι = Διώχνετε
Σουντάει = Ορμάει
Γκαϊλές = στενοχώρια
Μπουλάκιμ = Μακάρι
Δγιάταν΄ = Διάβολοι
Κουσιός = Τρέξιμο
Μήκας Ελίμειος
14 Ιουλίου 2021