Βρισκόμαστε στα τέλη του 18ου αιώνα, την προεπαναστατική εποχή και συγκεκριμένα στα 1776. Ο περιβόητος Αλή πασάς Τεπελενλής έχει αποκτήσει μεγάλη δύναμη και ελέγχει όλη τη Ρούμελη. Επιθυμεί όμως διακαώς να επεκτείνει την κυριαρχία του και στην περιοχή της Κοζάνης. Ο πονηρός Αλβανός έπεισε την κυβέρνηση του Σουλτάνου το Δεβερναλίκι του να γίνει ηγεμονία, για να ελέγξει δήθεν τη ληστεία και κάθε είδους ανομίες. Σε αυτό τον βοήθησε η καταστολή της επανάστασης του Παπαευθυμίου Βλαχάβα, την οποία έπνιξε εν τη γενέσει της.

Από τη Ρούμελη μέχρι τον Ισθμό τοποθετεί δικούς του ανθρώπους, με εξαίρεση την Θεσσαλομαγνησία, η οποία είναι Μαλικιανές (ιδιοκτησία) της Ασμά Σουλτάνας, αδελφής του Σουλτάν Μαχμούτ και φοβούμενος την οργή της, την αφήνει έξω από τα σχέδιά του.

Στην Κοζάνη ορίζει αντιπρόσωπο του για την είσπραξη των βαρύτατων φόρων που επέβαλλε τον Ρούση Κοντορούση. Η Κοζάνη όμως με σουλτανικό φιρμάνι απολάμβανε προνόμια και είχε μια σχετική αυτονομία, γιατί η πόλη της Κοζάνης ήταν Μαλικιανές της Σουλτάνας.

Οι επικρατούσες συνθήκες όμως ευνόησαν τους ανθρώπους του Αλή, καθώς ο αρχηγός των δημοκρατικών Γεώργιος Αυλιώτης έφυγε και ασχολήθηκε με το εμπόριο στην Πέστη. Οι άνθρωποι του Αλή πασά προεξάρχοντος του Ρούσα άρχισαν να φορολογούν άγρια τους οπαδούς του Αυλιώτη και να τους καταδιώκουν. Πολλοί από αυτούς, όπως ο Κόνδης, Μπούνος, Λουσιάνης, Οικονόμου κ.α. αναγκάστηκαν να εκπατριστούν. Οι κάτοικοι μη αντέχοντας τη βαριά φορολογία ζητάνε την επέμβαση της Σουλτάνας.

Ο Αυλιώτης πληροφορούμενος τα γεγονότα εγκαταλείπει την Πέστη και μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη. Κατορθώνει με δωροδοκίες να πάρει μαζί του έναν Σουλτανικό διοικητή και ερχόμενος στην Κοζάνη γίνεται κοτζαμπάσης. Μαζί του ήρθε και Κεχαγιάς της Σουλτάνας για να ελέγξει τα οικονομικά του Βοεβόδα. Φυλακίζει τον Ρούσα οικογενειακώς και δημεύει την περιουσία του.

Άνθρωποι του Ρούσα προσπαθούν να δολοφονήσουν τον Αυλιώτη, αλλά δεν τα καταφέρνουν και αφού συνελήφθησαν στάλθηκαν στο Μοναστήρι.

Ο Ρούσας καταφέρνει να αποδράσει από τη φυλακή και καταφεύγει στον Αλή πασά ζητώντας τη βοήθεια του. Ο Αλής του δίνει τον Σελιχτάρη Μπόντα, γενναίο πολεμιστή του Αλή και κατόπιν του Χουρσίτ πασά, και τον Χρήστο Παλάσκα, Ελληνα από την Πίνδο και αρχηγό του Αλή. Αυτός μετά την πτώση του Αλή μπήκε στην υπηρεσία του Ομέρ Βρυώνη, αλλά τελικά πήγε με το μέρος των Ελλήνων.

Είμαστε ήδη στον Μάιο του 1797, ο μεν Σελιχτάρης στρατοπεδεύει στη θέση «Σκίρκα», ο δε Παλάσκας στη θέση «Αμυγδαλιαί» και καλούν τον Αυλιώτη να παραδοθεί. Ο στρατός του Αλή είναι μεγάλος, το πλήθος εγκαταλείπει τον Αυλιώτη και προβαίνει σε μια αψυχολόγητη ενέργεια: δίνει εντολή στους στρατιώτες του να κάψουν την αγορά και τα εμπορεύματα για να μην τα πάρουν οι Αλβανοί. Οι περισσότεροι άνθρωποι του κατέφυγαν στα Καΐλαρια, ενώ ο ίδιος κατέφυγε στην μονοκατοικία του Λασσάνη αρχικά και κατόπιν στην οικία του Γ. Κοεμτζή μαζί με την αδελφή του και τριάντα πιστούς οπαδούς του. Οι Αλβανοί μπαίνουν στην πυρπολημένη πόλη και βάζουν φωτιά στο σπίτι που κρυβόταν ο Αυλιώτης. Πετάγεται έξω από το σπίτι να σβήσει την φωτιά, αλλά δολοφονείται μαζί με τρεις οπαδούς του. Οι υπόλοιποι απέδρασαν ή παραδόθηκαν.

Το γυμνό πτώμα του Αυλιώτη τοποθετήθηκε για τρεις μέρες στην αγορά και δεκαέξι οπαδοί και στενοί του φίλοι απαγχονίστηκαν κάτω από το πλατάνι του Αγίου Νικολάου, δίπλα στο κωδωνοστάσιο. Οι απόγονοι του Αυλιώτη αιχμαλωτίστηκαν και εξορίστηκαν στην Ουγγαρία, όπου απέβαλλαν το επίθετο Αυλιώτης.

Ετσι, στην Κοζάνη κυριαρχεί ο Ρούσας, ο άνθρωπος του Αλή πασά, δεσποτικός και φίλαρχος. Γρήγορα όμως περιέπεσε στη δυσμένεια του Αλή, ο οποίος ήρθε στην Κοζάνη και ανέθεσε την πόλη στον Ιωάννη Παπαδημητρίου ή Παπαδόπουλο και στον αδελφό του Γεώργιο. Αυτοί υπηρέτησαν πιστά τον Αλή πασά μέχρι το τέλος του. Μετά την πτώση του όμως αναγκάστηκαν να φύγουν από την Κοζάνη φοβούμενοι την οργή του πλήθους.

Ο Ρούσης Κοντορούσης πέθανε στις 13 Ιανουαρίου 1832. Μέχρι το τέλος της ζωής του στράφηκε σε αγαθοεργίες προκειμένου να εξιλεωθεί, αλλά ο κόσμος ποτέ δεν τον συγχώρεσε και τον μισούσε μέχρι το τέλος. Στη συνείδηση του λαού έμενε για πολλά χρόνια η γλυκιά ανάμνηση και ο θαυμασμός στο πρόσωπο του Αυλιώτη.

Απομεινάρι της παλιάς αυτής ιστορίας είναι η κρήνη που σώζεται ακόμα και σήμερα στη θέση «Τσαιπούνης», την οποία κατασκεύασε ο Ρούσης στη μνήμη του πατέρα του.

Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να ξαναβρεί η πόλη την ησυχία της και να ανακάμψει η εμπορική κίνηση. Η σχολή είχε αναστείλει τη λειτουργία της για έξι χρόνια και ξαναλειτούργησε το 1803, οπότε όλα επανήλθαν στην κανονικότητά τους.

* Εικ.: Ο Αλή Πασάς, Joseph Cartwright, απόσπασμα

Γιώτα Ιωακειμίδου*
Φιλόλογος

http://www.schooltime.gr/