Σε λίγες ώρες ανοίγουν τα σχολεία, θα χτυπήσει το «πρώτο κουδούνι» με ελέγχους για εμβολιασμένους και μή. Θα ακολουθήσουν πρωτοσέλιδα εφημερίδων, με φωτογραφίες μαθητών να χάνεται κάπου το βλέμμα τους. Οι λεζάντες θα γράφουν περί «αγωνίας για το μέλλον», «εμβολιασμένους και ανεμβολίαστους καθηγητές και μαθητές», «με κενά η πρώτη μέρα, λόγω αρνητών », «ελλείψεις», «τα πρωτάκια». Κάποιοι στα κοινωνικά δίκτυα θα γράψουν «κάντε απεργία, για να μη πέσει βαριά η πρώτη μέρα!», άλλοι θα πουν για τα βιβλία, άλλοι για τον αγιασμό, άλλοι για την προσευχή. Πάρα πολύς κόσμος θα αναφερθεί, βασικά, στα αρνητικά του δημόσιου σχολείου, αφού το ιδιωτικό είναι μια άλλη περίπτωση. Είναι κάτι παραπάνω από δεδομένο ότι το σχολείο – ως άλλο ένα κομμάτι του Δημοσίου – κουβαλάει όλα τα κουσούρια στην καμπούρα του, που διαθέτει και οτιδήποτε άλλο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Αλλά πάντα έτσι δεν ήταν; Τα δικά μου πρώτα μαθητικά χρόνια συνέπεσαν με τα χρόνια προ και κατά την περίοδο της χούντας. Ήταν τότε που η Ελλάδα έμπαινε σε μια άλλη εποχή, στον… «γύψο».. Μαθήτευσα στο μεταίχμιο δύο διαφορετικών εποχών: Ποδιές, πολυτονικό, γιακάδες, περισπωμένες, κολλαρισμένες μανσέτες και απέναντι είχε «μαλλιαρή» γλώσσα, μπλουτζίν, φούτερ, μπιλιάρδα και μακριά μαλλιά Έτσι κι αλλιώς ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία, λαμβάνει χώρα και στο σχολείο, που είναι μικρογραφία της. Έπαινοι αριστεύσεως και «φυτά», ο «μαρμαρωμένος βασιλιάς», οι αλησμόνητες πατρίδες, «πάλι με χρόνια – με καιρούς», κόντρα στις κοπάνες και τις αποβολές. Το καπνιστήριο «Τζούρα κλαμπ» στις τουαλέτες. Ο εβδομαδιαίος εκκλησιασμός. Οι σεπτές γιορτές για τις εθνικές επετείους, με περίσσια εθνική συγκίνηση, απέναντι στην πενταήμερη εκδρομή – αν είχες τα λεφτά – . Επιτηρητές συντηρητικοί και «ξύλινοι» και καθηγητές-φιλαράκια. Σημαίες ηρωικές και πένθιμες, διευθυντές σχολείων «βασιλικότεροι του βασιλέως» από φόβο, το κιτς των παρελάσεων. Οι αθλητικές μαθητικές ομάδες. Οι εκθέσεις για τα πρωτοβρόχια, για την Παιδεία, οι επισκέψεις στα μουσεία, «πάρτε απουσίες, σήμερα θα πάμε εκδρομή». Το κυλικείο, το κουλούρι, οι φίλοι, οι παρέες, οι αθλοπαιδιές, τα σχολικά πρωταθλήματα, οι φοβισμένοι καθηγητές, , οι δέσμες, τα μηχανογραφικά, οι εξετάσεις, τα σκονάκια, οι κασετίνες, οι τσάντες, το διάλειμμα, το κουδούνι, ο επιστάτης, η κιμωλία. Κι όχι απαραιτήτως με αυτή τη σειρά. Όλα αυτά – κι άλλα τόσα – υπάρχουν μέσα μας, τα κουβαλάμε πάντα πάνω μας, επειδή μας άφησαν στο μυαλό και στην ψυχή από κάτι. Τα μαθητικά τα χρόνια τα θυμάμαι με νοσταλγία, επειδή τότε όλα ήταν όμορφα: «Απλώς», έπρεπε να περάσουμε απ’ το σχολείο, να μορφωθούμε, «να γίνουμε κάτι», να έχουμε πολλά λεφτά, να ζήσουμε καλά. Τώρα, πλέον, ζούμε στις εποχές που μπορεί να γίναμε «κάτι», αλλά δεν έχουμε λεφτά και δεν μπορούμε να ζήσουμε όπως θέλουμε. Και κάποιοι άλλοι ανάμεσά μας δεν έχουν καν λεφτά, είναι άνεργοι, ζουν πολύ δύσκολα.
Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι το πώς θα περάσουν τα σχολικά χρόνια, στα οποία οι σημερινοί μαθητές θα δουν πολλά ίδια κι απαράλλαχτα, από τότε, από τα δικά μας χρόνια. Το μεγάλο ερώτημα είναι: το τι θα γίνει μετά; Ποιο θα είναι το μέλλον των παιδιών που ξεκινούν σήμερα το σχολείο;. Θα είναι σαν το δικό μας το παρόν – δύσκολο και δυσοίωνο – ή θα υπάρξει κάποιος που θα μπορέσει να εγγυηθεί εμπράκτως για το μέλλον των σημερινών μαθητών; Στα σίγουρα, όμως, θα υπάρξουν πολλοί που, απλόχερα, θα μοιράσουν αυταπάτες και πλαστά όνειρα στους μαθητές, ότι «όλα θα είναι καλά». Έτσι κι αλλιώς, όμως, αυτοί πάντα υπήρχαν, έτσι έκαναν και τα δικά μας μαθητικά χρόνια. Απλώς, τώρα, ξέρεις, δεν είσαι – πια – μαθητής. Ή μήπως είσαι μια ζωή στην ίδια τάξη;