Ως που να πούμι δόξα ου Θός, αρχίντσαμι να λιέμι βόηθα Παναϊά. Όλα τα μέτρα που πήραν οι αρμόδιοι δεν έπιασαν τόπουν, τέτχιους λαός είμιστι, που να πχιάσν, αλλά κι οι ξέν΄δεν παέν καλύτιρα ! Για τουν κουρουνοιό αναφέρνου, τι είνι ιτούτι του κακό κι μπλάρουσαν κι δεν παέν να αμπουλιαστου΄ν αρά; Τα έχουμι τα πιρ΄σά κι χειρότειρα μι φαίνητι, αυτό είναι σίγουρου. Ουμιλούσα ιπρουχτές του Σαββάτου πίνουντας τουν απού χρόνια καθιερουμένουν Σαββατιάτ΄κουν καφέν μι τουν φίλουν μ΄καθηγητή κι μ΄ίλιγιν στου σχουλειό τ΄ υπάρχν καθηγήτριις που δεν αμπουλιάσ΄καν, τ΄άκσις αρά; τ΄άκσα να λιές! Κι μιτά χαλέβουμι προυκουπή. Ακούου ταχιά τα κάμν στάσ΄ιργασίας τα μαγαζιά τ΄χαραή απού τ΄ς ουχτώ μέχρι τ΄ς δέκα ή τ΄ς έντικα, τρανή δλειά, πχιός παέν΄ν΄αγουράσ΄τ΄ς ουχτώ, τα κάμν στάσ΄λιέει για διαμαρτυρία για τα μέτρα που πήριν η κυβέρνησ΄.
Κι λίγα πήριν λιέου ιγώ. Τα μι πεί κι καένας κι πχιός είσι ισύ αρά; Ιένας αμπουλιασμένους κι μι τρία αμπόλια ρα, άμα θέλτς να ξέρς, αυτός είμι! Κι δεν θέλου ν΄ακουλήσου απ΄τι σένα τουν ξισυλλόιαστουν αμπόλιαστουν που βρίσκς τόσις κι τέτχις δικιουλουγίις απ΄δεν στέκν κάμπουθινά για να μην παέντς να αμπουλιαστείς.
Τ΄ς κυρίιις καθηγήτριις που ανάφιρα παραπάν τι στου καλό τ΄ς κρατούν κι δεν τ΄ς ξινουμούν; Όξου μέχρι να παέν χαρτί ότ αμπουλιάσκαν, όχ όμως χαρτί απού ικεί σιαπάν απ΄τα Τρίκαλα ή σην πιριουχή τέλους πάντος, ψέφτ΄κου! Άσι που ακόλτσιν κι μιάν κι να φκιάν΄κι μάθημα σι τόσα πιδιά, να τα πάρ΄ στουν λιμό τ΄ς!
Δεν φτάν΄ αφτό όμους , οι αναμπόλιαστ΄ γίνουντι κι ιπιθιτικοί, δεν ακουτάς να πεις καμιά κουβέντα κι σι παίρν μι του άγριου κι σι αραδιάζν χίλις δυό δικιουλουγίις.
Να σας πώ κι ιένα πιριστατικό που γίνγκιν ιδώ κι ιένα δικάλιπτου, του ίγλιπα κι του άκσα μι τα ίδια τά μάτια μ΄ κι μι τ΄αφτιά μ΄. Κάθουμι σι μια πιριουχή ανατουλικά στου Βραχώρ΄. Απέναντι απού ΄ν πουλυκατοικία μας είνι ιένα σχουλείου (Γυμνάσιου), κι ιπειδή είνι λίγου κατ΄φουρικός ου τόπους, όχ΄πουλύ. ιλάχιστου, έχ’ τρανόν αντίλαλουν κι έχ΄κι ακουστικότητα τρανύ.
Ανοιχτά τα παραθύρια λόγου ζέστας αλλά κι κουρουνοιού κι ακούιτι ου καθηγητής που φκιάν΄μάθημα να φουνάζ΄ τουν μαθητή.
Ανάμισα στου σχουλείου κι σην πουλυκατοικία μας υπάρχν δυό-τρείς μπαχτσέδις κι ιένα οικόπιδου καταπράσινου απού χουρτάρια, ικεί βουσκούν κι αρνίθις, αφτές μπορεί να τ΄ς πείς μάλιστα κι αλανιάρις, γιατί βγαίν΄απού μιάν μ΄κρή τρύπα απ΄’ν πιρίφραξ΄στου οικόπιδου για να βουσκίσν κι φτάν΄κι μέχρι του γκαζόν του θκό μας.
Φουνάζ΄λοιπόν ου καθηγητής τουν μαθητή, σταμάτα! σταμάτα! θα σταματήσεις επί τέλους; από την ώρα που μπήκαμε μέσα δεν έκλεισες το στόμα σου!
Φαίνητι αγανάκτσιν ου άνθρουπους κι έβγαλιν μια τρανή φουνή. Σταμάτα επιτέλους!!!
Ήταν τόσου δυνατή η φουνή που σκιάθκα κι γώ απ΄κάθουμαν σ΄ βιράντα κι είχα αρχινίσ΄να γράφου΄αφτό του κείμινου αλλά σκιάθκαν τόσου πουλύ κι οι αρνίθις που βουσκούσαν στου οικόπιδου κι τ΄σκουτουμού για του κουμάσ΄αλλά η τρύπα που βγαίν΄είνι μ΄κρή κι ζμπρόχνουνταν πχιά τα προυτουμπεί. Έβαλα κάτ΄γέλια απ΄δεν μπουρούσα να σταματήσου!
Άιντι τώρα αφτό του πιδί να είνι απ΄τ΄ς αναμπόλιαστους κι να του βάλτς μπγιαλό να αμπουλιαστεί.
Τα μι πεί κι καένας κι που ξέρς ισύ αν είνι απ΄ τ΄ς αναμπόλιαστ; Εμ τέτχια αντίδρασ΄ κι ανυπακουή έχν στ΄ς συμπιριφουρά τ΄ς κι οι αναμπόλιαστ΄ τόσου στα λόια τουν θκόν τ΄ς ανθρώπουν , όσου κι τ΄ς κυβέρνησης.
Αλλά τι έπαθα κι γώ σήμιρα του προυί, πήγα να πιώ καφέν στ΄ν συνηθισμέν΄καφιτέρια, βρήκα τραπέζ΄ κι έκατσα, σι δυό-τρία λιπτά έρχιτι κι η γυναίκα μ΄, αλλά εκείν΄τ΄στιγμή έρχιτι κι η γκαρσόνα.
Χαρτί έχετε; Τι χαρτί; Ότι εμβολιαστήκατε. Ανοίγου του κινητό κι τ΄δείχνου του χαρτί που είχα φουτουγραφήσ΄, για να του σκανάρ΄, αλλά πού; ντιπ καντίπουτα, ταφτότητα μι λιέει; ούτι ταφτότητα, η γυναίκα μ΄είχιν κι χαρτί κι ταφτότητα. Δεν γίνητι μας λιέει. Σκιώθ΄καμι κι έφυγάμι. Ήρθαμι στου σπίτ΄κι έτσια έκατσα κι τα ‘γραψα!
Μήκας Ελίμειος
9 Νοεμβρίου 2021