Ο κυπρίνος είναι ένα ψάρι πολύ κοινό σε όλη την Ευρώπη. Περιζήτητο στους κοινούς ψαράδες µε καλάµι, αλλά και µια διαρκής πρόκληση για τους «ειδικούς» στο ψάρεµά του, οι οποίοι προσπαθούν να πιάσουν ψάρια µε πραγµατικά πολύ µεγάλες διαστάσεις.

 

Ο κυπρίνος ή γριβάδι ή σαζάνι ή µπουτσκάρι (cyprinus carpio), κατάγεται απ’ την Ασία. Είναι κοινότατο είδος στην Κίνα, όπου εκτρέφεται στους ορυζώνες και σε ειδικά έλη, είναι δε πολυάριθµο σε όλα σχεδόν τα νερά, στάσιµα ή τρεχούµενα, της νότιας και κεντρικής Ασίας. Απ’ τη Μικρά Ασία, σύµφωνα µε όσα λένε κάποιοι, ο κυπρίνος πέρασε και στην Ευρώπη. Τώρα είναι κοινότατος στην Ουγγαρία, στα ποτάµια της Αυστρίας, της Σερβίας, της Ρουµανίας και γενικά σε όλη την Ευρώπη, όπως και στην Ελλάδα που υπάρχει σε όλες τις λίµνες µας.Το γριβάδι όπως είναι γνωστό στην πλειοψηφία των ψαράδων, συναντάται περισσότερο σε στάσιµα, αρκετά βαθιά νερά, οπωσδήποτε πλούσια σε υποβρύχια βλάστηση και συνεπώς επαρκώς οξυγονωµένα. Του αρέσει να µετακινείται οκνηρά στα ζεστά νερά, ψάχνοντας για τροφή κυρίως στο βυθό και πιο σπάνια στα µεσόνερα ή την επιφάνεια.

Το ψάρεµα του κυπρίνου στην Ελλάδα, έχει αρχίσει σταδιακά τα τελευταία χρόνια να αποκτά όλο και περισσότερους φίλους. Βέβαια, εξίσου πολλοί είναι και οι «εχθροί» του. Όταν µιλάµε για ψάρεµα κυπρίνου, το πρώτο που µας έρχεται στο µυαλό είναι µία δυνατή µάχη µε το ψάρι, µία ωραία αναµνηστική φωτογραφία και τέλος η απελευθέρωσή του. Σύµφωνα όµως µε την ελληνική νοµοθεσία, δεν είναι κακό να κρατήσει κάποιος ένα ψάρι µέχρι 3 κιλά στη διάρκεια ενός 24ώρου ψαρέµατος, νόµος µε τον οποίο δε διαφωνώ ριζικά. Τι γίνεται όµως όταν ένας «εχθρός» του είδους αποφασίσει να στερήσει την ζωή ενός ψαριού βάρους 5 ή 10 κιλών;

Η ανάπτυξη του κυπρίνου στις ελληνικές λίµνες, είναι πολύ πιο αργή συγκριτικά µε αυτή των ψαριών που ζουν σε λίµνες του εξωτερικού, και αυτό γιατί οι λίµνες είναι πολύ µεγάλες σε έκταση και δεν υπάρχει επάρκεια τροφής. Ένας ακόµα λόγος είναι η µειωµένη κινητικότητά του όσο η θερµοκρασία του νερού πέφτει, φαινόµενο πολύ πιο έντονο στη Βόρεια Ελλάδα. Έτσι, τους χειµερινούς µήνες το ψάρι ακινητεί στο βυθό της λίµνης, χώνεται µέσα στη λάσπη και µειώνει στο ελάχιστο το µεταβολισµό του, κάνοντας συντήρηση δυνάµεων µέχρι να ανέβει ξανά η θερµοκρασία του νερού, οπότε και µπαίνει σε διατροφικό οίστρο. Είναι λοιπόν λογικό να µην αναπτύσσεται καθ’ όλη το διάστηµα της διατροφικής του νάρκης, µε επακόλουθο την πολύ αργή του ανάπτυξη.

Το ψάρεµά του µπορεί να γίνει όλες τις εποχές του έτους, χωρίς να προϋποθέτει εξειδικευµένες γνώσεις για κάποιον που θέλει να ξεκινήσει µε µικρά ψάρια του είδους, ενώ όσο µεγαλύτερος είναι ένας κυπρίνος, τόσο µεγαλύτερη εµπειρία θα πρέπει να έχει ο κυπρινοψαράς.

 

Οι κυπρίνοι κινούνται συνήθως κοπαδιαστά και όταν µπουν στην µαλαγρωµένη περιοχή και το δόλωµά µας τους αρέσει, τότε σίγουρα θα αρχίσουν να τρώνε µε βουλιµία και δεν θα τους ενοχλούν καθόλου οι βολές µας. Ίσα-ίσα, ο ήχος του βαριδιού και το παράµαλλο που θα βυθίζεται θα τους κινεί την περιέργεια περισσότερο καθώς θα πέφτει προς τον βυθό, µε αποτέλεσµα να µας χαρίσουν ένα πιο γρήγορο τσίµπηµα. Μπορεί ο συνιστώµενος χρόνος για ένα αποδοτικό ψάρεµα κυπρίνου να φανεί µεγάλος σε πολλούς, όµως η πραγµατικότητα είναι αυτή και δεν είναι τυχαία. Χαρακτηριστικό παράδειγµα ότι όλοι οι µεγάλοι αγώνες κυπρίνου ανά τον κόσµο, όπως άλλωστε και οι αντίστοιχοι Ελληνικοί που διοργανώνονται υπό την αιγίδα της Ε.Ο.Υ.∆.Α., έχουν σα µέγιστο αγωνιστικό χρόνο τις 72 ώρες, ώστε τα αποτελέσµατα του ψαρέµατος να είναι σωστά και χωρίς αδικίες.Ο κυπρίνος µπορεί να χαρακτηριστεί «ο βασιλιάς των ελληνικών λιµνών», αφού είναι εξαιρετικά πονηρός και καχύποπτος, προβάλλει πολύ σθεναρή αντίσταση και µπορεί να µας χαρίσει µοναδική δράση, εκτοξεύοντας την αδρεναλίνη µας στα ύψη. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά στο ψάρεµά του κάνουν την απελευθέρωση του ψαριού επιτακτική, ώστε να έχουµε και εµείς µε τη σειρά µας ένα ξεχωριστό κίνητρο: να µπορούµε στο µέλλον να αναµετρηθούµε µε ένα ακόµη µεγαλύτερο ψάρι!

Πηγή https://www.boatfishing.gr/article-post/kyprinos-o-vasilias-ton-limnon/