Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο ,αρχές δεκαετίας του 50,στο χωριό επικρατούσε μεγάλη φτώχεια. Η καλλιέργεια του καπνού δεν μπορούσε να συντηρήσει τις οικογένειες και οι ανάγκες ήταν πολλές και επιτακτικές. Τότε ξεκίνησε το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα στην τότε Δυτική Γερμανία. Το χωριό άδειασε ξαφνικά και πίσω έμειναν οι γυναίκες, οι γέροι και τα παιδιά. Ο αγώνας για την επιβίωση ήταν πολύ σκληρός ,όσοι έμειναν πίσω εξακολουθούσαν να καλλιεργούν καπνά, το ίδιο έκανε και η δική μου μάνα. Τα χρόνια περνούσαν, τα παιδιά μεγάλωναν και η ζωή στο χωριό άρχισε να καλυτερεύει, μια και τα εμβάσματα από την Γερμανία συνετέλεσαν ώστε να κτιστούν νέα σπίτια, τα παιδιά να πάνε στο Γυμνάσιο ,ένα μόνον δεν άλλαξε η νοσταλγία της πρώτης γενιάς για την πατρίδα. Η Γερμανία μετά την οικονομική και πολιτική κατάρρευση ήθελε φτηνά εργατικά χέρια .Οι γερμανικές επιτροπές μετανάστευσης επέλεγαν εργάτες υγιείς και τους προωθούσαν στα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα. Όσοι ήθελαν να πάνε στην Γερμανία έκαναν αίτηση στην Κοζάνη και μετά πήγαιναν στην Θεσσαλονίκη για περάσουν από ιατρικές εξετάσεις. Ακόμα και ένα χαλασμένο δόντι να είχε κάποιος ,τον έκοβαν ,η Γερμανία δεν ήθελε να πληρώνει χρήματα για την αποκατάσταση της υγείας αυτών των ανθρώπων. Οι συνθήκες για την πρώτη εκείνη γενιά μεταναστών ήταν πολύ δύσκολες. Έφταναν στον σταθμό του Μονάχου με μια ξύλινη βαλίτσα και πολλά όνειρα και τα τραγούδια του Καζαντζίδη να τους παρηγορούν τις γκρίζες Κυριακές τους. Η απόσταση που τους χώριζε από τα καπνοχώραφα του Κλείτους μέχρι τα γερμανικά εργοστάσια ,από την οικογένεια τους μέχρι τις εργατικές εστίες ,ήταν πολύ μεγάλη και με συναισθηματικό κόστος. Η αναχώρηση γινόταν από Θεσσαλονίκη με το τρένο και αποβιβάζονταν στην γραμμή 11 του Μονάχου, την γραμμή της ελπίδας όπως την αποκαλούσαν .Από εκεί προωθούνταν στα εργοστάσια της Νυρεμβέργης ,Στουτγάρδης ,Κολωνίας ,Ντίσελντορφ. Το ταξίδι από Θεσσαλονίκη για Μόναχο διαρκούσε 40 ώρες περίπου. Έτσι έφυγε στην Γερμανία και ο δικός μου πατέρας ,αρχές της δεκαετίας του 60 ,αφού απέτυχε η επιχείρηση με τον νερόμυλο που είχε στήσει στο χωριό μας. Μια μέρα στις αρχές του 62 έφυγε από το χωριό ,δεν την θυμάμαι καν αυτήν την μέρα ,γιατί ήμουνα πολύ μικρή. Σχεδόν είχα ξεχάσει την μορφή του ,δεν τον ήξερα πια ,όταν ήρθε για πρώτη φορά ,νομίζω το 65 ήτανε, δεν τον πλησίασα, πήγα και κρύφτηκα .Χρειάστηκε να μου δείξει τα δώρα μου για να τον πλησιάσω. Ήταν ένα υπέροχο πράσινο παλτό με ίδιο σκουφάκι πλεχτό, ένα γούνινο άσπρο καπέλο με ένα βελούδινο φιόγκο πίσω και ένα φουστάνι . Οι συγχωριανοί μας μετανάστευσαν ομαδικά σχεδόν στις ίδιες περιοχές, για να μην νιώθουν μόνοι. Άφησαν πίσω στο χωριό οικογένειες, ξεριζώθηκαν για δεύτερη φορά κυνηγώντας την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Λένε πως «πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης»,αυτό είναι αλήθεια ,η φτώχεια στο χωριό μας ήταν μεγάλη και οι συνθήκες εξόδου από αυτήν ανύπαρκτες. Με όπλο την ψυχική αντοχή και το όραμα μιας καλύτερης ζωής έφυγαν οι περισσότεροι για Γερμανία και λίγες οικογένειες για Αμερική και Αυστραλία. Στην Γερμανία οι συγχωριανοί μας δούλεψαν σε βαριές δουλειές για να κερδίσουν περισσότερα ,διακρίθηκαν και εκεί για την μεγάλη τους εργατικότητα και την τιμιότητα τους. Τα πρώτα χρόνια ήταν πέτρινα, πολύ δύσκολα. Οι Γερμανοί τους θεωρούσαν τότε προσωρινούς, φιλοξενούμενους εργάτες .Έμεναν στα λεγόμενα «χάιμ» ,τις εστίες δηλαδή , ομαδικά . Κάθε εργάτης είχε στη διάθεσή του ένα κρεβάτι σε κουκέτα, ένα ντουλάπι που κλείδωνε, μια θέση στο τραπέζι του φαγητού και μια καρέκλα ανά άτομο. Οι εστίες, χωρισμένες ανά φύλο (αν υπήρχαν αντρόγυνα έπρεπε να χωρίσουν), συχνά αποτελούσαν τμήμα των εργοστασιακών εγκαταστάσεων. Πολλοί συγγενείς μας υπέστησαν ένα πολιτισμικό σοκ προσπαθώντας να ενταχθούν σε μια νέα κοινωνία ,έναν διαφορετικό τρόπο ζωής ,μια άλλη κουλτούρα. Δεν λύγισαν όμως ,δεν ήθελαν να γυρίσουν ηττημένοι. Πάλεψαν με νύχια και με δόντια και άρχισαν σιγά σιγά να γυρίζουν στο χωριό με αυτοκίνητα και έναν ευρωπαϊκό αέρα ,ο οποίος είναι αλήθεια ότι αρχικά ξένισε όσους είχαν μείνει πίσω. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τα καμώματα τους προκαλούσαν θυμηδία. Τα παιδιά έμειναν πίσω με τους παππούδες και τις γιαγιάδες ή ακόμα και σε θείες και σε άλλους συγγενείς. Οι πληγές δεν έκλεισαν ποτέ ,πονάνε ακόμα .Οι γονείς έβλεπαν τα παιδιά να μεγαλώνουν μέσα από μια φωτογραφία, τα παιδιά ένιωθαν την παρουσία των γονιών μέσα από τα δέματα με τα ρούχα που έστελναν οι γονείς τους με συγγενείς και φίλους. Απάλυναν τον πόνο τους με την δικαιολογία ότι «ό,τι κάνουν το κάνουν για το καλό των παιδιών τους». Όσοι έμειναν πίσω συνεχίζουν τους ρυθμούς τους στο χωριό. Καλλιεργούν καπνά ,λίγα σιτάρια και περιμένουν τα μάρκα από την Γερμανία.

(Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο μου )

Γ.Ι.