Χριστούγεννα

«Χριστός γεννάται δοξάσατε…». Το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Θεανθρώπου θα ακουστεί ξανά απ’ άκρου σ’ άκρο σ’ όλη τη Γη. Οι καμπάνες των εκκλησιών θα ηχήσουν χαρμόσυνα μεταφέροντας την είδηση στα πέρατα της οικουμένης. Γεννιέται πάλι η ελπίδα. Το Βρέφος της Βηθλεέμ, με τη γέννησή του, θα φέρει ξανά το χαμόγελο στα πονεμένα χείλη, θα ανασάνουν οι θλιμμένες ψυχές. Ο Χριστός γεννιέται και πάλι, τίποτα δεν χάθηκε, όλα μπορούν να γίνουν καλύτερα. Οι εκκλησίες θα γεμίσουν με κόσμο. Πόσο παρήγορο είναι στην εποχή μας να βλέπεις νέα παιδιά να παρακολουθούν με κατάνυξη τη λειτουργία των Χριστουγέννων και να ψάλλουν «η Γέννησής Σου Χριστέ ο Θεός ημών ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως…».

Παραμονή, αξημέρωτα βγαίναμε τότε για τα κάλαντα. Οι παιδικές φωνές, λίγο φάλτσες κάποιες φορές, αλλά πάντα αθώες και άδολες, έσμιγαν με τις γλυκές φωνές της χορωδίας του Αρρένων και του Θηλέων και της μελωδίες της Πανδώρας. Μέσα στην παγωνιά και στο κρύο του χειμώνα, μέσα στη νύχτα και στα χιόνια, που τις πιο πολλές φορές συμπλήρωναν το χριστουγεννιάτικο τοπίο, γέμιζαν την ατμόσφαιρα με γλυκές ψαλμωδίες κι έστελναν παντού το μήνυμα της αγάπης. Όταν άρχιζε να χαράζει και να ξημερώνει η μαγεία σιγά σιγά χανόταν.

«Την άγια νύχτα τη χριστουγεννιάτικη λυγούν τα πόδια και προσκυνούν γονατιστά στη φάτνη τους τ’ άδολα βόδια…». Ο στάβλος της Βηθλεέμ, το ολόλαμπρο άστρο που οδήγησε τους Μάγους στο νεογέννητο Θείο Βρέφος πώς ξανάρχονται στον νου, τώρα, που μεγαλώσαμε και δεν πάμε πια να πούμε τα κάλαντα, που στα σπίτια μας στις πολυκατοικίες που ζούμε έρχονται ένα-δυο παιδιά μόνο για να τα «πουν» κι αυτά στις 12 το μεσημέρι. Χάθηκε η μαγεία των παιδικών μας χρόνων, ίσως γιατί δεν είμαστε πια παιδιά ή γιατί οι άνθρωποι δεν είναι πια ίδιοι. Τα «κόλιαντα» και τα «σούρβα», ο «τσιόκος» και το σακούλι που βάζαμε τα μήλα και τα μανταρίνια, τα κάστανα και τα καρύδια, ανάμικτα με τα σαλιάρια και τα κουλουράκια που μας φίλευαν οι νοικοκυρές δεν συγκινούν τα σημερινά παιδιά, όπως εμάς στην ηλικία τους. Τα λίγα παιδιά που έρχονται τώρα για να πουν τα κάλαντα δεν έχουν «τσιόκους» και σακούλια για τα κεράσματα. Το μόνο που θέλουν είναι χρήματα και φεύγουν θυμωμένα αν δεν ικανοποιηθούν μ’ αυτά που θα τους δώσεις.

Τα Χριστούγεννα για τους Κοζανίτες είναι συνδεδεμένα με τα γιαπράκια. Δεν νοείται σπίτι κοζανίτικο, ακόμη και εκτός Κοζάνης, που να μην μυρίσει αρμιά και γιαπράκια αυτές τις άγιες μέρες. Πολλοί συμπατριώτες εδώ στη Θεσσαλονίκη ετοιμάζουν την αρμιά μόνοι τους από του Αγίου Φιλίππου σε ξύλινα ή πλαστικά δοχεία και τη φυλάγουν στο μπαλκόνι τους μέχρι να «γίνει» και να χρησιμοποιηθεί. Άλλοι πάλι την αγοράζουν έτοιμη από τα μαγαζιά που την πουλούν, ώστε την παραμονή να γίνουν τα γιαπράκια και να μοσχοβολήσει ο τόπος από τη μυρωδιά. Τώρα βέβαια δεν τα σιγοβράζουμε στο τζάκι όλη τη νύχτα μέσα σε μεγάλα πήλινα δοχεία, όπως έκαναν οι γιαγιές και οι μητέρες μας παλιά. Οι χύτρες και οι ηλεκτρικές κουζίνες έχουν αντικαταστήσει όλα αυτά. Όμως το έθιμο το τηρούμε όλοι μας με ευλάβεια για να το παραδώσουμε στα παιδιά και στα εγγόνια μας.

Η καινούρια χρονιά που θα ανατείλει σε λίγες μέρες ας είναι για όλους μας πιο ευτυχισμένη και δημιουργική. Ο νεογέννητος Χριστός ας χαρίσει στη Γη την Ειρήνη και την Ευδοκία που επαγγέλονται οι στρατιές των αγγέλων και σ’ όλους εμάς ας φέρει υγεία και ευτυχία.

Μιμή Παπαδέλη-Παπαναστασίου