Ο θεατής κινείται και διαδρά σε έναν χώρο γεμάτο από γλάστρες τις οποίες φρόντισαν εικαστικά καλλιτέχνες σύμφωνα με την προσωπική τους γραφή. Ένας εσωτερικός κήπος που έχει σκοπό να διερευνήσει τα όρια του κάθε καλλιτέχνη οικοδομώντας παράλληλα και τα όρια ενός εικαστικού επεισοδίου το οποίο καταλήγει σε δενδροφύτευση ως ελάχιστο αντίδωρο για όσα προσφέρει ο τόπος στους ανθρώπους της Εορδαίας. Ένα ανοιξιάτικο αεράκι παρακινούμενο από την μελωδία του Σαββατόβραδου του Μίκη Θεοδωράκη γέρνει ελάχιστα τα αντίδωρα πριν την τοποθέτηση τους στην δική τους γη. Αυτή η κίνηση μπορεί να μεταφραστεί σαν την αμφισβήτηση της περιέργειας που νιώθει ένα μικρό παιδί πριν μπει σε ένα δωμάτιο το οποίο δεν γνωρίζει.

Δηλώστε συμμετοχή συμπληρώνοντας την ειδική φόρμα πατώντας ΕΔΩ έως τις 11 Μαρτίου 2018.

Οι γλάστρες μπορούν να δημιουργηθούν με οποιοδήποτε υλικό, μέσο ή σχήμα θέλει ο εκάστοτε καλλιτέχνης.(δεν υπάρχει περιορισμός αρκεί πρακτικά να μπορούν να γεμίσουν με χώμα και να αντέχουν το πότισμα και την έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία). Πρέπει να Αποσταλούν έως τις 14 Μαρτίου 2018 στην Οδό Εθνικής Αντίστασης 52.

Να αναγράφετε πάνω το όνομα αποστολέα, το τηλέφωνο και για την εικαστική έκθεση «Αναβλάστηση» στο πλαίσιο του 2ου φεστιβάλ Πτολεμαΐδα η πόλη γιορτάζει 2018 της Υψικαμίνου τηλ. επικοινωνίας: 6977009345

Τα έξοδα της αποστολής και της επιστροφής των έργων επιβαρύνουν τον καλλιτέχνη.

Για όποια απορία σχετικά με τις εικαστικές γλάστρες μπορείτε να επικοινωνήσετε με το παρόν e-mail : [email protected] και στα τηλέφωνα 6988070813 και 6974753258

*Η συγκεκριμένη πρόταση ενεργοποιείται στο πλαίσιο του 2ου Φεστιβάλ Πτολεμαΐδα η πόλη γιορτάΖΕΙ 2018, της Υψικαμίνου. Στην συνέχεια θα προταθεί να μεταφερθεί και σε άλλες διοργανώσεις με τους καλλιτέχνες να έχουν την δυνατότητα να συνεχίσουν την πορεία της αναβλάστησης.

Κειμενική Τεκμηρίωση Πρότασης

Το χώμα όταν σκάβεται αποτελεί έναν όγκο εργασίας που ανάδειξε και χαρακτήρισε το τοπίο της Πτολεμαΐδας. Για χρόνια ο σκαμμένος χωμάτινος όγκος μεταποιείται σε ενέργεια προσφέροντας ρεαλιστικά προνόμια σε μια κοινωνία η οποία λόγο της διαδικασίας αυτής αναζητά για την ταυτότητά της την διατήρηση της μνήμης των αλλαγμένων περιοχών που μετατράπηκαν σε καύσιμο. Αυτή η διαδικασία που συναντάται σε όλες της πτυχές της ανθρώπινης ιστορίας. Για να φτάσει ο Παρθενώνας να είναι αυτό το δημιούργημά που θαυμάζουμε σήμερα έπρεπε να περάσουν πολλοί Παρθενώνες πριν από αυτόν και αρκετοί όγκοι μαρμάρου να μεταμορφωθούν σε αρχιτεκτονική ολότητα. Έτσι συγκροτείτε η πολιτισμική εμπειρία. Η Πτολεμαΐδα καλείται να γίνει μια πλατφόρμα δημιουργικής ενέργειας με την βοήθεια Καλλιτεχνικών δράσεων . Μετατρέποντας το υλικό σε άυλο , τον όγκο χώματος και εργασίας σε αξία , το χρηστικό σε άχρηστο και το απτό σε άπιαστη ενέργεια .
Μια βιομηχανική πόλη με ανθρώπους που θάβουν τον καημό τους στο υπόγειο καπηλειό όπως πολύ όμορφα περιγράφει το τραγούδι “Σαββατόβραδο” με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και στίχους του Τάσου Λειβαδίτη. Στεκόμαστε στο πρώτο τετράστιχο:
“Μοσχοβολούν οι γειτονιές / βασιλικό κι ασβέστη, / παίζουν τον έρωτα κρυφά /στις μάντρες τα παιδιά. “ και παρατηρούμε πως στις περιοχές που οι ανάγκες του σύγχρονου πολιτισμού οδήγησαν ανθρώπους που ζούσαν σε μικρά τοπικά κέντρα να αστικοποιηθούν δημιουργώντας βιομηχανικές πόλεις, να έχουν μια αναζήτησή για μικρές “αρχοντικές” χειρονομίες. Ασβέστης(λιωμένο μάρμαρο ), γλάστρες (θερμική συγκόλληση χώματος) με βασιλικούς και μια προσμονή της χαρμολύπης που γεννά η άνοιξη.

Έτσι προτείνεται με αναφορά στο τραγούδι “Σαββατόβραδο” του Μίκη Θεωδοράκη και με στίχους του Τάσου Λειβαδίτη μια ανοιχτή πρόσκληση σε καλλιτέχνες για την δημιουργία εικαστικών γλαστρών με οποιοδήποτε υλικό ή μέσο. Στην συνέχεια θα φυτευτούν με διάφορα είδη “βασιλικών” γεμίζοντας τον χώρο της πρότασης μετατρέποντας τον σε έναν θεαματικό κήπο αστικής αισθητικής αναζήτησης. Στο χώρο έκθεσης οι θεατές θα διαδρούν με το τραγούδι και τις χιλιάδες παραλλαγές του που θα καταγραφούν με την βοήθεια του ωδείου της πόλης.

-Σαββατόβραδο-

Στίχοι:Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Μοσχοβολούν οι γειτονιές
βασιλικό κι ασβέστη,
παίζουν τον έρωτα κρυφά
στις μάντρες τα παιδιά.

Σαββάτο βράδυ μου έμορφο
ίδιο Χριστός Ανέστη,
ένα τραγούδι του Τσιτσάνη
κλαίει κάπου μακριά.

Πάει κι απόψε τ’ όμορφο
τ’ όμορφο τ’ απόβραδο,
από Δευτέρα πάλι
πίκρα και σκοτάδι.

Αχ, να ’ταν η ζωή μας
Σαββατόβραδο
κι ο Χά-, κι ο Χάρος να ’ρχονταν
μια Κυριακή το βράδυ.

Οι άντρες σχολάν’ απ’ τη δουλειά
και το βαρύ καημό τους
να θάψουν κατεβαίνουνε
στο υπόγειο καπηλειό.

Και το φεγγάρι ντύνει, λες,
με τ’ άσπρο νυφικό του
τις κοπελιές που πλένονται
στο φτωχοπλυσταριό.

Πάει κι απόψε τ’ όμορφο
τ’ όμορφο τ’ απόβραδο,

ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ