Σύμφωνα με μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ε.Ε. για τις περιοχές άνθρακα της «Γηραιάς Ηπείρου», μέχρι το 2025 ο συνολικός αριθμός των θέσεων εργασίας που θα χαθούν πανευρωπαϊκά σε ορυχεία και ανθρακικές/λιγνιτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής αναμένεται να αυξηθεί στις 77.000, και το 2030 στις 160.000
Η πλήρης απολιγνιτοποίηση της ελληνικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας έως το τέλος του 2028 που έχει προαναγγείλει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα οδηγήσει στο «σβήσιμο» 14 μονάδων που βρίσκονται σήμερα σε λειτουργία στη Δυτική Μακεδονία και την Αρκαδία.
Η συνολική ισχύς των λιγνιτικών μονάδων που λειτουργούν σήμερα υπολογίζεται σε 4.375 MW και σε αυτές απασχολούνται 3.800 εργαζόμενοι. Καλύπτουν το 22% της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα, έναντι του 50% πριν από μια δεκαετία.
Από το 2010 έχουν κλείσει συνολικά 8 λιγνιτικές μονάδες, ισχύος 913 MW, ενώ άλλες 6 μονάδες, ισχύος 1.850 MW βρίσκονται σε καθεστώς περιορισμένων ωρών λειτουργίας.
Μάλιστα οι μονάδες του Αμυνταίου και της Καρδιάς που έχουν ήδη εξαντλήσει τις διαθέσιμες ώρες, λειτουργούν σε καθεστώς μονομερούς παρέκκλισης, μη εγκεκριμένο από την ΕΕ.

Πανευρωπαϊκή πρόκληση

Η πολιτική της εμπροσθοβαρούς απολιγνιτοποίησης και η δυναμική στροφή προς τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, που έχει επιλέξει η κυβέρνηση υιοθετώντας πλήρως τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, προκαλεί μια σειρά από προβληματισμούς και ερωτηματικά που καλείται να απαντήσει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, το οποίο θα κατατεθεί στην Κομισιόν έως το τέλος του έτους.
Τα ερωτηματικά αυτά σχετίζονται με την επάρκεια και την ευστάθεια του ελληνικού ηλεκτρικού συστήματος, το μέλλον των περιοχών που είναι εξαρτημένες από την οικονομία του λιγνίτη, την τύχη των εργαζομένων που απασχολούνται σήμερα στις λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ, το κόστος της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, τις επιπτώσεις για τη ΔΕΗ, αλλά και την τύχη της υπό κατασκευή μονάδας Πτολεμαϊδα V,  κόστους 1,4 δισ. ευρώ, που αναμένεται να λειτουργήσει το 2022-23 για να κλείσει πέντε χρόνια αργότερα.
Η απολιγνιτοποίηση λοιπόν για μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη τόσο η κυβέρνηση όσο και η ΔΕΗ. Μια πρόκληση που δεν είναι μόνο ελληνική αλλά πανευρωπαϊκή.

237.000 εργαζόμενοι πανευρωπαϊκά

Για να αντιμετωπίσει την πρόκληση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέθεσε το 2018 στο Κοινό Κέντρο Ερευνών (Joint Research Centre, JRC) μελέτη για τις περιοχές άνθρακα της Ευρώπης.
Η μελέτη κάνει αναλυτική καταγραφή της κατάστασης σε όλη την Ευρώπη και παρουσιάζει πιθανές λύσεις.
Σύμφωνα με τη μελέτη το 2018 λειτουργούσαν 207 ανθρακικά/λιγντικά εργοστάσια σε 21 χώρες,  παραγωγικού δυναμικού 150 GW, που αντιστοιχεί στο 15% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρισμού της ΕΕ,  καθώς και 128 ορυχεία άνθρακα σε 12 χώρες-μέλη σε 41 περιοχές με συνολική ετήσια παραγωγή περί τα 500 εκατ. τόνους ή το 55% της ακαθάριστης ζήτησης στην ΕΕ.
Υποδομές άνθρακα υπάρχουν σε 108 περιοχές στην ΕΕ και απασχολούν 237.000 άτομα, εκ των οποίων τα 185.000 άτομα εργάζονται σε ορυχεία.
Το 1/2 αυτού του εργατικού δυναμικού ζει στην Πολωνία και ακολουθούν η Γερμανία, η Τσεχία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Ελλάδα και η Ισπανία. Υπολογίζεται 215.000 άτομα είναι έμμεσα απασχολούμενοι στη δραστηριότητα του άνθρακα.

Προδιαγραφές για εγκατάσταση CCS η Πτολεμαΐδα V

Οι περισσότερες ανθρακικές μονάδες στην Ευρώπη έχουν σήμερα μέση ηλικία τα  35 χρόνια και η απόδοσή τους εκτιμάται σε περίπου 35%. Το πρώτο μεγάλο κύμα αποσύρσεων προβλέπεται για την περίοδο 2020-2025 και μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια 15.000 θέσεων εργασίας, άμεσα απασχολούμενων στα εργοστάσια.
Το δεύτερο μεγάλο κύμα αποσύρσεων τοποθετείται την πενταετία, 2025-2030, οπότε τα 2/3 της τρέχουσας ανθρακικής παραγωγής θα έχει σβήσει.
Σύμφωνα με τη μελέτη η τεχνολογία δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS) ως μία εναλλακτική λύση  μείωσης του εκπεμπόμενου στην ατμόσφαιρα διοξειδίου του άνθρακα μπορεί να διευκολύνει τη συνέχιση της δραστηριότητας ορισμένων μονάδων που θα εξοπλιστούν με τεχνολογία CCS  με την προϋπόθεση ότι θα είναι οικονομικά βιώσιμη και ότι θα έχουν ξεπεραστεί τα νομικά και θεσμικά εμπόδια.
Προκαταρκτικές εκτιμήσεις δείχνουν ότι σχεδόν το 13% των ευρωπαϊκών ανθρακικών εργοστασίων μπορούν να εξοπλιστούν με CCS.
Προδιαγραφές για εγκατάσταση CCS έχει και η Πτολεμαΐδα V, τουλάχιστον σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό της.

Απώλεια 27.000 θέσεων εργασίας έως το 2020

Εν τω μεταξύ ανθρακωρυχεία κλείνουν σε όλη την Ευρώπη, λόγω της έλλειψης ανταγωνιστικότητας: Την περίοδο 2014-2017 έκλεισαν 27 ορυχεία στη Γερμανία, την Πολωνία, τη Τσεχία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, τη Σλοβακία, τη Σλοβενία και τη Βρετανία.
Το 2018 έκλεισαν ακόμα 5 στη Γερμανία, την Πολωνία, την Ρουμανία και την Ιταλία. Στην Ισπανία αναμένεται να κλείσουν 26 ορυχεία και θα ακολουθήσουν πολλά ακόμα, με βάση κριτήρια που στηρίζονται στην παραγωγικότητα των ορυχείων, το βάθος εξόρυξης και την ποιότητα του προϊόντος.
Στο πλαίσιο αυτό εκτιμάται ότι σε βραχυ-μεσοπρόθεσμο διάστημα περί τις 109.000 θέσεις εργασίας σε ορυχεία βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο απώλειας, λόγω έλλειψης ανταγωνιστικότητας.
Από το 2015 ως το τέλος του 2020 εκτιμάται ότι λόγω έλλειψης ανταγωνιστικότητας -ακόμα και των ορυχείων εκείνων που απολαμβάνουν κρατικής ενίσχυσης- θα χαθούν περί τις 27.000 θέσεις εργασίας ή το 12% των συνολικά απασχολουμένων στον κλάδο.
Μέχρι το 2025 ο συνολικός αριθμός των θέσεων εργασίας που θα χαθούν σε ορυχεία και ανθρακικές/λιγνιτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής αναμένεται να αυξηθεί στις 77.000 και το 2030 στις 160.000.
Η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες με το υψηλότερο βαθμό κινδύνου απώλειας θέσεων εργασίας, μαζί με την Πολωνία, τη Τσεχία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τη Γερμανία.

Απαραίτητη η βιομηχανική αναδιάρθρωση

Οι περιοχές όπου κατά παράδοση η οικονομία τους είχε μεγάλη εξάρτηση από τον άνθρακα/λιγνίτη παρουσιάζουν σχετικά περιορισμένη ανάπτυξη άλλων οικονομικών τομέων, ενώ οι περισσότερες  ανθρακικές περιοχές έχουν χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ από τον μέσο όρο.
Ο κοινωνικός αντίκτυπος από τη διακοπή των  ανθρακικών/λιγνιτικών δραστηριοτήτων θα είναι ισχυρότερο στην Ελλάδα, όπου το ποσοστό ανεργίας είναι ήδη υψηλό αλλά και σε άλλες χώρες όπως στη Βουλγαρία, τη Τσεχία, την Πολωνία, τη Ρουμανία και τη Γερμανία.
Όπως επισημαίνεται από τη μελέτη η απόσυρση των ανθρακικών/λιγντικών μονάδων πρέπει να συνοδευτεί από μία στρατηγικά σχεδιασμένη και σταδιακή διαδικασία βιομηχανικής αναδιάρθρωσης με σκοπό να στηρίξει τους πρώην απασχολούμενους σε ορυχεία και μονάδες.
Νέες μορφές απασχόλησης και επιχειρηματικές ευκαιρίες μπορούν να δημιουργηθούν πάνω στη βιομηχανική κληρονομιά των περιοχών που θα πληγούν και δημιουργώντας νέες, ανταγωνιστικές βιομηχανίες και υπηρεσίες.
Η στενή συνεργασία μεταξύ των εταιριών, των ρυθμιστών , των επενδυτών, των διαμορφωτών των χρήσεων γης και των τοπικών κοινωνικών είναι καθοριστική για τον προσδιορισμό των πιο βιώσιμων χρήσεων και τη βελτιστοποίηση της κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης.

Νέες θέσεις εργασίας από τη μετατροπή ορυχείων σε αιολικά ή φωτοβολταϊκά πάρκα

Η αποκατάσταση των ορυχείων που θα κλείσουν δεν μειώνει μόνον τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις αλλά μπορεί επίσης να συνεισφέρει στην τοπική οικονομία, αν νέες υποδομές αναπτυχθούν,  όπως κέντρα αναψυχής, μουσεία ή επιστημονικά κέντρα.
Η μετατροπή εγκαταλελειμμένων ορυχείων σε αιολικά ή φωτοβολταϊκά πάρκα, για παράδειγμα, θα μπορούσε να δώσει νέες ευκαιρίες απασχόλησης στους εργαζόμενους μετά από την κατάλληλη επανεκπαίδευση, καθώς οι δεξιότητες στον τομέα του ηλεκτρισμού, της μηχανολογίας, η εμπειρία στην εργασία κάτω από δύσκολες συνθήκες και η εμπειρία στα συστήματα ασφαλείας είναι ιδιότητες που αναγνωρίζονται από την αιολική και την ηλιακή βιομηχανία.
Τέλος, η επαναχρησιμοποίηση κλειστών ορυχείων για την παραγωγή γεωθερμικής ενέργειας ή υδροηλεκτρικών εφαρμογών μπορεί επίσης να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και κοινωνικο-οικονομικά οφέλη για τις εν λόγω κοινότητες.

www.worldenergynews.gr