Η πιο ασταθής και αμφίρροπη σχολική χρονιά των τελευταίων δεκαετιών στη χώρα μας φτάνει στο τέλος της. Ίσως το πραγματικό τέλος της να ήταν στα μέσα Μαρτίου, ωστόσο με την επανέναρξη των μαθημάτων θα δοθεί, εντός των ημερών, ο τερματισμός της σχολικής χρονιάς. Κάθε τέλος είναι και μια νέα αρχή και για την σχολική κοινότητα. Οι μαθητές της ΣΤ΄ Τάξης Δημοτικού καλούνται να αποφοιτήσουν από το Δημοτικό, με ένα όχι και τόσο συνηθισμένο τρόπο, και παράλληλα, να κάνουν έναρξη μιας νέας εκπαιδευτικής βαθμίδας.

Η παραπάνω μετάβαση εμπεριέχει ένα τέλος, αυτό της αποφοίτησης από το Δημοτικό και αυτό της αρχής σε ένα νέο σχολείο, άλλης βαθμίδας, του Γυμνασίου. Όμως, έχει ένα ακόμα τέλος, αυτό της παιδικής ηλικίας και μια ακόμα αρχή, την έναρξη της εφηβικής ζωής. Η διττή μετάβαση αυτή είναι σχολική και αναπτυξιακή.

Στην διάρκεια του σταδίου της μετάβασης κυριαρχούν:

  • Ο ενθουσιασμός για την έναρξη μιας άλλης κατάστασης.

  • Η αμφισβήτηση για τις νέες διαπροσωπικές σχέσεις που θα δημιουργηθούν.

  • Η θλίψη για τον αποχωρισμό της περιόδου αυτής, του σχολικού περιβάλλοντος και ίσως κάποιων φίλων και συμμαθητών.

  • Οι αλλαγές στον τρόπο που συμπεριφέρονται οι ενήλικοι καθώς αυξάνονται οι προσδοκίες και οι απαιτήσεις τους.

  • Η προσαρμογή σε νέου είδους συμπεριφορές.

  • Ο μετασχηματισμός της εικόνας του εαυτού.

  • Ο φόβος για τις νέες προκλήσεις.

  • Η αγωνία για την πορεία στο Γυμνάσιο.

  • Η ανασφάλεια για το νέο σχολικό περιβάλλον.

Ας δούμε πιο αναλυτικά τις βασικές διαφορές μεταξύ των δύο βαθμίδων εκπαίδευσης.

Στο Δημοτικό:

Γνώριμη σχολική κοινότητα. Μετά από 6 σχολικά έτη, το σχολικό περιβάλλον είναι εξαιρετικά οικείο στους μαθητές της ΣΤ΄, τόσο σε επίπεδο συμμαθητών της ίδιας τάξης όσο και με μαθητές άλλων τάξεων. Γνώριμο περιβάλλον με τους εκπαιδευτικούς.

Στο Γυμνάσιο:

Άγνωστη σχολική κοινότητα. Οι νεοεισερχόμενοι μαθητές του Γυμνασίου δεν έχουν έρθει σε επαφή με το αναλυτικό σχολικό πρόγραμμα, με τη δομή του Γυμνασίου και με τους κανόνες και τα όρια που εφαρμόζονται ενώ θα συναντήσουν συμμαθητές τους που τους βλέπουν πρώτη φορά.

Στο Δημοτικό:

Ένας/Μια Δάσκαλος/α, λίγα και πολύωρα μαθήματα, δύο-τρεις εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων και τρία διαλείμματα μεγάλης διάρκειας.

Στο Γυμνάσιο:

Πολλοί Εκπαιδευτικοί με διαρκή αλλαγή μαθήματος κάθε 45 λεπτά, πολλά διαλείμματα μικρής διάρκειας.

Στο Δημοτικό:

Οι μαθητές της ΣΤ΄ αντιμετωπίζουν ως κατάκτηση που έφτασαν να είναι οι μεγαλύτεροι, σε ηλικία, μαθητές του σχολείου.

Στο Γυμνάσιο:

Ένα νέο εκπαιδευτικό πλαίσιο τους κατατάσσει και πάλι μικρότερους.

Στο Δημοτικό:

Ο/Η Δάσκαλος/α έχει καθημερινή πολύωρη αλληλεπίδραση και σχέση με το μαθητή και έχει τη δυνατότητα να αφιερώσει παραπάνω χρόνο σε κάποιο μάθημα αν χρειασθεί.

Στο Γυμνάσιο:

Οι ρυθμοί διδασκαλίας είναι ταχύτεροι, σύντομοι χωρίς μεγάλη αλληλεπίδραση και με διαφορετικούς τρόπους διδασκαλίας για κάθε μάθημα καθώς ο κάθε εκπαιδευτικός φέρει δική του προσωπικότητα διδαχής.

Στο Δημοτικό:

Σταθερό φιλικό περιβάλλον εντός σχολείου με στενή και επί σειρά ετών επαφή μαθητών, που έχουν ζήσει σχολικές στιγμές μαθημάτων, άθλησης, χαράς, παιχνιδιού και δημιουργίας σε ένα μικρό κοινωνικό σύνολο.

Στο Γυμνάσιο:

Εισαγωγή νέου κοινωνικού δικτύου με μεταβολές σε φιλικές σχέσεις, που θα διακόπτονται, θα ξαναρχίζουν και θα αλλάζουν.

Στο Γυμνάσιο ακόμα…

Προσθήκη μιας ώρας επιπλέον καθώς το Δημοτικό έχει 6ωρο πρόγραμμα ενώ το Γυμνάσιο έως και 7ωρο.

Αύξηση ανταγωνισμού της επίδοσης στα μαθήματα με περισσότερο κυνήγι βαθμών αλλά και συμμετοχή σε δραστηριότητες, όπως αθλητικές, μουσικές κ.α.

Μαθητές, κατά τη διάρκεια της μετάβασης τους από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, απάντησαν σε ερωτηματολόγιο για την έρευνα της Σ. Τσιώτρα (2010):

Τι με κάνει να μη θέλω να πάω στο Γυμνάσιο

Τι με κάνει να θέλω να πάω στο Γυμνάσιο

  • Οι σχέσεις με τους συμμαθητές/ άγνωστος μαθητικός πληθυσμός

  • Η αυστηρότητα των καθηγητών

  • Τα μαθήματα που θα τα διδαχθώ πρώτη φορά

  • Κοροϊδίες/χλευασμοί/ρατσιστικά σχόλια/πειράγματα
  • Το πρωινό ξύπνημα
  • Οι απουσίες
  • Οι ξένες γλώσσες
  • Κάποιοι καθηγητές (Γυμναστής, Θεολόγος κ.α.)

  • Η καθημερινή συναναστροφή με φίλους

  • Για να πάρω νέα εφόδια από τα νέα μαθήματα

  • Για τους γονείς μου

  • Το κτήριο

  • Για να γίνω «κάποιος» και να υπερηφανεύονται οι γονείς μου για μένα

Φυσικά, ο ρόλος του γονέα στη διαδικασία αυτή είναι πολύ σημαντικός εφόσον η στάση του μπορεί να αναδείξει μια ιδανική και ομαλή μετάβαση. Η διαρκής και ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ των γονέων και του μαθητή, ο οποίος μεταβιβάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση αλλά και στην εφηβική ζωή, είναι καθοριστική. Η ενημέρωση των νέων σχολικών ορίων και η θέσπιση νέων κανόνων σχολικής πειθαρχίας αποτελούν εναρκτήρια στοιχεία της μετάβασης, συνάμα με την ανάπτυξη αυτοεκτίμησης του παιδιού-εφήβου.

Επιπλέον, οι γονείς είναι αναγκαίο να δημιουργήσουν ένα πυλώνα μεταλαμπάδευσης των θετικών συνεπειών της σχολικής και ηλικιακής μετάβασης, παράλληλα με θέσπιση στόχων και με ανάπτυξη ενδιαφέροντος, αναζήτησης και εύρεσης των νέων σχολικών στοιχείων. Η κατανόηση τους θα πρέπει να είναι μεγάλη και είναι σημαντικό να μη ξεχνούν ότι το παιδί τους βιώνει άγχος και αγωνία σχετικά με το νέο σχολικό περιβάλλον, με την ανταπόκριση στις σχολικές απαιτήσεις και με τις διαπροσωπικές σχέσεις με τους συμμαθητές του.

Ένα άλλο θέμα που προκύπτει και δημιουργείται από τους γονείς είναι οι προσδοκίες, οι οποίες συχνά δεν είναι ρεαλιστικές. Ο κάθε γονέας επιθυμεί από το παιδί του το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα ενώ συχνά παγιδεύεται στο κοινωνικό στερεότυπο «το παιδί μου είναι καλύτερο από τα υπόλοιπα». Οι υψηλές προσδοκίες δημιουργούν στο μαθητή άγχος, ανταγωνιστικότητα και αίσθημα ζήλειας. Προσπαθεί, συνεχώς, να αποδείξει ότι ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των γονιών του και αυτοί θα γίνονται περήφανοι για αυτόν/η ενώ πιθανώς θα καταλήξει σε βαθμοθήρα μαθητή.

Η γονική επίβλεψη, επίσης, αποτελεί μεγάλη συνιστώσα της μετάβασης καθώς μετατρέπεται και αυτή. Ενεργοποιείται μια αυστηρότερη -σε όρια και κανόνες- επιτήρηση από τους γονείς που αφορά τον τρόπο και τον χρόνο του διαβάσματος αλλά και τη ζωή του παιδιού-εφήβου. Οι γονείς, συχνά, εμπλέκονται στο χρονολόγιο της μελέτης στο σπίτι, με αποτέλεσμα ο μαθητής να μη δημιουργήσει δικό του τρόπο και πρόγραμμα διαβάσματος. Πέρα όμως αυτό, ο γονέας, πολλές φορές, νουθετεί ένα αυστηρό πρόγραμμα και ως προς τις ώρες που ο μαθητής θα βρίσκεται εκτός σπιτιού με φίλους και συμμαθητές αλλά και ως προς τον χώρο συνάθροισης. Για την αποτροπή λανθασμένων συνεπειών, στόχος των γονέων είναι αναγκαίο να είναι η εξισορρόπηση μιας διακριτικής γονικής επίβλεψης με τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη.

Ακόμα, οι γονείς χρειάζεται να ακούν τα παιδιά τους (ενεργητική ακρόαση) σε θέματα που τα απασχολούν και να επιδείξουν συνέπεια και ευελιξία στη συμπεριφορά τους με κύρια αισθήματα την αγάπη, την ενσυναίσθηση και την κατανόηση της εξελικτικής φάσης που διανύουν. Ο στόχος και ο σκοπός τους θα πρέπει να είναι η μείωση των φόβων, της σχολικής άρνησης και της ανασφάλειας. Σημαντική κρίνεται η αποφασιστικότητα τους, ώστε ο νεοεισερχόμενος έφηβος να αντιληφθεί τη στήριξη για τη διαδικασία του αυτοπροσδιορισμού και της προσωρινής ημιαυτονομίας, που θα τείνει σε λίγα χρόνια να γίνει αυτονομία.

Ο ρόλος της εφηβείας, συχνά, τρομάζει τους γονείς, κυρίως για τα θέματα της σεξουαλικής αγωγής και αύξησης κοινωνικότητας καθώς παρατηρούν τα παιδιά τους να επιθυμούν περισσότερες κοινωνικές συνευρέσεις, νυκτερινές εξόδους και να αυξάνουν τα έξοδα τους σε δραστηριότητες, χαρτζιλίκι ή ένδυση. Δημιουργία ερωτικών επαφών με συνομηλίκους ή μη, κάπνισμα, αλκοόλ, ναρκωτικά, αποτελούν «εφιάλτη» για τους περισσότερους γονείς, οι οποίοι γίνονται αυστηρότεροι προκειμένου να δημιουργήσουν ένα προστατευτικό τοίχος πρόληψης, επιτήρησης και θέσπισης κανόνων, που θα αποτρέψει τα παραπάνω.

Σαφώς και χρειάζεται ειδική μεταχείριση στη προσέγγιση προληπτικών μέτρων, που δεν θα είναι υπερβολικά και θα έχουν ως στόχο την ανάπτυξη εμπιστοσύνης και σεβασμού ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Τέλος, είναι σημαντικό να διατυπωθεί ότι στόχος της εφηβείας είναι η δημιουργία μιας δομημένης ταυτότητας της προσωπικότητας και η απόκτηση μιας σαφούς αυτοεικόνας του εφήβου για το ποιος είναι, από πού προήλθε και που κατευθύνεται ή που θέλει να κατευθυνθεί.

Βιβλιογραφία: Δημητριάδου, Κ. (2011), «Από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο: Συνιστώσες της μετάβασης στο πλαίσιο συνάρθρωσης των σχέσεων μαθητή και σχολείου», Επιστημονική Επετηρίδα, τ.23, 69-105, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

[…] δεν είναι καθόλου εύκολο να είναι κάποιος γονιός. Μερικοί υποστηρίζουν πως είναι τέχνη (Νίλσεν, 2002).

Σαλασίδης Κωνσταντίνος

MSc Κοινωνικός Λειτουργός

Μέλος Επιτροπής Διεπιστημονικής Εκπαιδευτικής Αξιολόγησης & Υποστήριξης

Σ.Δ.Ε.Υ. Ε.Ε.Ε.ΕΚ. Κοζάνης

________________________________________________