Άπ’ λιέτι. Τα παλιά τα χρόνια, στου μαχαλά μας. Τράντα και Μεγδάνη, μεταξύ Μπουγδανάθκα κι Κατσ’κάθκα, κι σμά η Τζαμάρα, κι η Γιτιά. Είχαμι έναν γείτουνα, τρανό τιμπέλ’ι, τι τρανό; απ’ τσ’τρανίτιαρ. Ήταν μουναχουπέδ’, κι καλουμαθμένους. Δε βάρισιν μνιάν στ’ζουήτ. η μάνατ’ χήρα κι μη τρανή κτηματική περιουσία. Ήταν κι μουρφουμένους, έσουσιν ν’εμπουρική σχουλή, ιτότις. Κι είχιν ου μπαγάσας κι τρανό λέγιν. Ανακατώνουνταν μούγκι μι τ’σ μπάλις, Στα νιάτατ’, έπιζην μάλια. (Τερματοφύλακας). Αφού να φανταστήτι όταν έβανιν τ’σ κάλτσις κι του πανταλόν’ι, τα πίσου μπατζάκια ηταν μέσα κι βαργιούνταν να τα βγάλ’. Του ουπάν του κουμπί απ’ του πανταλόν’ι του κούμπουνιν κάτ’ κι του κάτ’ σ’τ μέσ’. Όταν έδουκάμι τα οικόπεδα αντιπαρουχή, που να μήν έσουνιν. Ου Ντιόντιους ου Πατιάς, ο επονομαζόμενος κι αγράμματους, μαζί μη του διαμέρισμα πήριν κι ένα μαγαζί, κι έφιριν του ηλεκτροτεχνείου που είχιν ικεί. Έφκιανιν περιελίξεις μοτέρ, όπου τσάκουσα κι γω δλιά μνιάν κι ν’ηξιρα, όταν είχα ελεύτιρις ώρις απ’τουν ΟΤΕ. Μη του ντιόντιου ήμασταν απου παλιά γειτουνιά μετά συγκάτοικ’ κι συμπέθιρ’. Απ’ λιέτι αυτόν του φίλου κι γείτουνα τιμπέλ’ι τουν είχαμι κάθε μέρα στου μαγαζί, τσάκουνιν του γραφείου κι ικεί που δούλιβάμι μας έκαμνιν θεωρεία για έναν μπάρμπα που τουν έλιγαν Μάρξ, κι έναν άλουν Έγκελς. Μνιά μέρα του πρου’ι’ τουν γλέπουμι ιάτους ήρθιν, καλμέρα, καλμέρα, κι στέκουνταν ουρθός, τη ρα τουν λέμι κάτσι; δεν τα κάτσου μας λέει, ήρθα να μη βουηθήστι, τη ρα θέλτς τουν λέμι, ιιά τα σας πώ, κι βγάν’ απ του τζέπ’ ένα μκρό κτι, κι βγάν’ απου μέσα δυό χάλκινα δαχλύδια κάπους τρανά δεμένα με μνιάν αλτσίδα μκρι κι μνιάν τρανίτιαρ. Αυτάια μας λέει,ίνι ενεργά δαχλίδια κι τα πιρνάς στα γκουγκουβέλια, κι γίνιτι ου άλλους τσίκα (σκώνιτη ουρθός) Ιμάς τι μας θέλτς, γκουργκιλιούμασταν καταής απ’ τα γέλια. Απου μας αρα τουν λέμι τη θέλτς; Θέλου να μη βοηθήστι να τα πιράσου γιατί δεν μπουρώ μαναχόζμ’ απόμναμι ούδι έτσ’. Ιγώ λέου τουν πατιά δεν ανακατώνουμι κάμι οτ’ θέλτσ’. ου Πατιάς σαν τρανός κασμιρτζής που ήταν μη λέει, έρα φίλους ίνι κι γέιτουνας άς τουν βουηθήσουμι να ιδεί λίγου άσπρ’ μέρα. Αίντι ρα τουν Λέμι κατέβασι του πανταλόν’ι, κι τσ’τα πέρασάμι. Ιγώ τσάκουνα ν’κλιά απ’τα γέλια. Α’ι’ντι τουν λέμι τράβα κι καλό βόλ’ι. Δεν απιρνάει κάνα τέταρτου, κι τουν γλέπουμι έρχιτι απ’ σιακάτ’ τη ρα μι λέει ου ντιόντιους έσουσιν κιόλας τόσου καλή δλειά φκιάν’τα βιράνγκα; τουν καλάρισιν τουν Πατιά γιατί είχαν ίδια ηλικία. Τι ρα έσουσις κιόλας τουν λέμι; Άστι ρα τι έπαθα μας λέει, ώσπου να παένου σπίτ’ μ’επισαν στου δρόμου κι τ’α χασα. Ούρα άχριστι τουν λέμι τράβα ρα απου κει που πέρασις μπάς κι τα βρείς. Πήγα τρεις φουρές δεν τα βρήκα, θα τα βρήκαν τίπουτα μκροί κι θάρσαν ίνι πιγνίδ’ κι τα πήραν. Όταν έφυγιν, λέου τουν Πατιά ντιόντιου δεν τα μας βγεί σι καλό αυτήν η ιστουρία να ξέρς, θα γίνουμι ρεζίλ’ι, γιατί ρα; γιατί ίνι κ’αυτός κασμιρτζής σαν κ’ μάς, κι δεν θ’α μιστι για κόσμου. Δεν πιρνάν λίγις μέρις, ικεί που κάθουμαν όξου απ’ του μαγαζί στου καρεκλάκ’ι κι ζέστενα ένα μοτέρ να βγάλο το χαλκό, γλέπου απου πάν να κατεβέν’ ου Νικουλάκς ου Τσίντζιλις, άλους τρανός κασμιρτζής κ’αυτός, κι σταματάει όξου απ’του μαγαζί τ’μπαρμπαγιώρ’ τ’γκάτζιαρ μι τουν τρανό τουν αργαλειό κι ύφινιν μάλλινα σκτιά, τσιούλια κι δισάκια κι τρουβάδις για τα ζώα. Ου μπαρμπαγιώρς είχιν μνια τρανή πέτρα όξου απ’του μαγαζί κι κάθουνταν ουπάν όταν δεν είχιν δλιά.Αφτού τουν βκήκιν ου Νικουλάκς κι αρχίντσαν να συζητούν γελώντας κοιτάζουντας κατά μένα. Αρχίντσαν να μη ζών τα φίδια, να τσιουτιουργιάζου,να ιδρώνου, ξέρουντασ του Νικουλάκ’. Κάπια στιγμή κάμ κατα μένα, ιγώ κάμου τουν Καράτζια, τάχατις δεν τουν γλέπου. Σταματάει απέναντι κι μι φουνάζ’ χαρίσ’ το κοροίδο ιγώ, φουνάζ’ ξανά, οπότε τον λέου, έλα κυρ Νίκου τι θέλτς; που ίντους αρα ου ντόντιους, μέσα τουν λέου, πέτου ρα λίγου πότι να ρθώ να μη κάμτι ν’τσούρα περιέλιξ να βγάν’ τσαγκαρλίθρις. Φουνάζου Πατιάαα έλα λίγου όξου, κάπιους σι χαλέβ’ έλα έλαα, τι ρα ποιός ,ίνι κι γλέπ’ τουν Τσίντζιλι. έλα ρα Νίκου μέσα να σι κιράσουμι καφέ, αλ’ φουρά ρα τ’αρθώ, ια είπα αυτούια του χαρίσ’ να σι πεί πότι να πιράσου να μη κάμτι ν’τσούρα περιέλιξ να βγαν’ τσαγκαρλίθρις(Σπίθες) Ου Ντιόντιους κρατούσιν του λαστιχέινιου του σφυρί, του πουλέμσιν κι ιφτυχώς δεν τουν απίτχιν.Αρχίντσιν να τουν βρίζ’ κι να φουνάζ΄. Ου Νικουλάκς ατάραχους, κι μ’ ένα χαβά μας λέει; τι ρα κάμτι έτσ’ κι πουδαρίζιστι, η δλιά σας δεν ίνι να φκιάντι χαλασμένα εργαλεία; τουν άλλουν πως τουν πέρασέτι τα δαχλίδια… Σιβένουμι μες του μαγαζί σαν βρεγμένις γάτις. Όμπώω τι έπαθάμι αρχίντσιν να λέει ου Πατιάς Τώρα τι φκιάνουμι; δε στ’απα ρα χαμένι, ότι θα μας φκιάσν’ ρεζίλ’ι; Αίντι τώρα να πιράσουμι απ’του μισκιάθκου κι απ’ τα χασαπλιά, κι να μας περιλάβν’ οι Μανάβδις κι οι Χασάπδις να μας φουνάζν’ άνεμος, κι σι μ’πιάτσα οι Ταξιτζίδις,; θα πρέπ’ να μετακουμίσουμι αλλού. Ευτυχώς δεν έγινε τίποτα…