Όχι να το παινευτώ, αλλά ο Γιάννης δεν ήταν απλά καλός κυνηγός, ήταν άριστος. Άριστος στο καρτέρι, άριστος στην σκοποβολή ,άριστος και στην υπομονή. Είχε όμως και παθήματα. Την «ψώρα» την κόλλησε στα είκοσι έξι του. Στρατιώτης ων και πριν πάρει το απολυτήριο, μια μέρα του κάπνισε να βγει για κυνήγι. Χωρίς να πάρει χαμπάρι περνάει τα σέρβικα σύνορα. Μπροστά του ένας στρατώνας και τρεις σέρβοι στρατιώτες τον βλέπουν και τα χάνουν. Τα χάνει προς στιγμήν κι εκείνος. Αναθαρρεύει. Κρατάει προτεταμένο το όπλο του, δεν τους χάνει απ’ τα μάτια του, βάζει όπισθεν και με λίγα ανάποδα βήματα περνάει τα συρματοπλέγματα και νάτος σώος και αβλαβής σε ελληνικό έδαφος.

«Αν αυτοί λίγο κουνιόταν θα τους έριχνα»

μου είπε κάποτε.

Εκείνοι όντως δεν κουνήθηκαν καθόλου. Ήταν νεοσύλλεκτοι και ο Γιάννης παλιοκαραβάνα και τυχερός.

Το «αγροτικό» του στο κυνήγι το έκανε παράλληλα με το επάγγελμα του τσομπάνου στον Κόκκινο Νόχτο του Λιβαδερού. Σ’ αυτόν λοιπόν τον νόχτο ,το όμορφο γαιοφαινόμενο και στις ψηλές πτυχώσεις του κούρνιαζαν αγριοπερίστερα. Ο Γιάννης λοιπόν, πήγαινε στα πλευρά του νόχτου ,έριχνε πέτρες και τα αγριοπερίστερα πετούσαν στον αέρα. Για πολύ λίγο όμως. Ο καλός κυνηγός σημάδευε, η πτήση απότομα τελείωνε και τα άγρια περιστέρια προσγειωνόταν στο βάθος της χαράδρας. Αυτό ήταν το εύκολο της υπόθεσης για τον Γιάννη. Το δύσκολο ήταν να δει που έπεσαν τα «θύματα»,να κατέβει στο βάραθρο να τα εντοπίσει και να τα μαζέψει. Αυτό όμως άξιζε πολύ, όπως αξίζει μια σούπα από άγρια περιστέρια.

Διαφορές μεγάλες είχε ο Γιάννης και με τους λαγούς και ιδίως τον χειμώνα. Πήγαινε στα περιφραγμένα με σκίζες γρασίδια και παρατηρούσε τα σχετικά ανοίγματα. Εκεί έβαζε με μαεστρία θηλιές από λεπτό σύρμα. Ο λαγός την νύχτα μπαίνοντας να βοσκήσει παγιδευόταν. Έκανε μπροστά έσφιγγε ,έκανε πίσω πάλι έσφιγγε. Στο τέλος τσίριζε και ο καλός κυνηγός έτρεχε μες την νύχτα και τον έπιανε.

Το ρεκόρ του Γιάννη σε λαγούς με έναν άλλο κυνηγό σε μια μέρα με χιόνι ήταν δώδεκα τεμάχια.

Μου είπε χαρακτηριστικά για τότε: «Ο ένας χτυπούσε και ο άλλος κουβαλούσε»

Μια βροχερή μέρα απ’ την αγωνία του να χτυπήσει δύο μπεκάτσες, με οπλισμένο το όπλο γλιστράει σε μια πλαγιά. Μαζί γλιστράει και το όπλο του. Μπροστά εκείνο πίσω ο Γιάννης. Η κάνη του όπλου κοιτάζει το Γιάννη και αυτός κοιτάει την κάνη. Κάπου η καθοδική πορεία τους σταματά. Θαύμα! Κανένα κακό κλαδί δεν βρέθηκε την μέρα εκείνη στην πλαγιά να πατήσει την οπλισμένη σκανδάλη και μετά… «χαιρέτα μου τον πλάτανο».

Όταν μέσα στο χιόνι ο καλός κυνηγός με κάποιον άλλο βλέπουν το κουνάβι να μπαίνει σε μια κουφάλα βελανιδιάς ,αμέσως βρίσκουν την έξοδο, που πάντα εκείνο χρησιμοποιεί και την σφραγίζουν. Στην συνέχεια καπνίζουν το κουνάβι και περιμένουν να ζαλισθεί και να πέσει στο τσουβάλι, που βάζουν στην κουφάλα. Το κουνάβι δεν…συμφωνεί μαζί τους. Πέφτει μεν αλλά όχι στο τσουβάλι. Γαντζώνεται από την μέσα μεριά της κουφάλας και δεν λέει να πέσει στο σακί. Ο Γιάννης βάζει το χέρι του και το πιάνει. Εκείνο τον πληρώνει με μια βαθιά δαγκωματιά στο δάκτυλο, άσχημη εμπειρία του για έξι ολόκληρους μήνες.

Την χρονιά θυμάμαι που ο λύκος επικηρύχθηκε από το κράτος, ο Γιάννης μαζί με άλλους πάει στο δάσος της Τσαπουρνιάς. Εκεί αιχμαλωτίζουν με τα χέρια τους απ’ την φωλιά τέσσερα λυκάκια. Την ίδια μέρα το βράδυ ο καλός κυνηγός παίρνει το μουλάρι απ’ τον κάμπο. Του βάζει το καπίστρι και φθάνουν μέχρι την εκκλησία του χωριού. Το μουλάρι μυρίζει τα χέρια του, σκιάζεται και τρέχει στην κατηφόρα. Από πίσω του ακολουθεί σερνάμενος κι ένας άλλος, είναι ο Γιάννης. Το καπίστρι είχε τυλιχθεί στο χέρι του και δεν ξεπιανόταν με τίποτα. Οι κροκάλες στο διάβα του παραμερίζουν με δύναμη στην άκρη του δρόμου. Μετά από διακόσια μέτρα « τσουλίθρας» το μουλάρι σταματά. Το πουκάμισό του καλού κυνηγού σχεδόν λείπει. Τα γόνατα ματωμένα και το στήθος του κατακόκκινο και γρατσουνισμένο. Πάει στο σπίτι του. Οι αλοιφές ήταν λίγες, μα τα τραύματα πολλά. Πολύς και ο χρόνος για να γιάνει το κορμί του Γιάννη.

Ο καλός κυνηγός νωρίς σχετικά σταμάτησε το κυνήγι, όταν περισσέψαν οι κυνηγοί και λιγοστέψαν οι λαγοί. Άλλωστε στην ζωή του είχε να θυμάται πολλά, επιτυχίες και «ανδραγαθήματα», ατυχίες και παθήματα.

Κώστας Ι. Φαρμάκης

Ξάνθη