ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΚ ΒΛΑΤΣΗΣ Οκτώβριος 1912

Η αποχώρησις του Χαμζά μττεη εκ Λειψίστης – Νεάπολης Βοΐου και η υποταγή των μπέηδων των Καϊλαρίων

Την 8,9 ή 10 Οκτωβρίου 1912, δεν ημπορώ να προσδιορίσω επακριβώς, ο Γιώρ’ς τ’ς Γκράσους, τσαρουχάς, γείτονας μας ερχόμενος από το παζάρι βιαστικός και προσπερνών το γεφύρι ηκούσθη λέγων “Το Σαραντάπορο έπεσε”. Ημείς μικρά παιδιά επαίζαμε, ήταν πρωί, εις το προ των σπιτιών μας χώρον. Ενθυμούμαι πολύ καλά τας λέγεις “Το Σαραντάπορο έπεσε”. Αλλά τι νόημα είχαν, αργότερα, όταν μεγάλωσα, έννοιωσα.

θα ήταν κατά η ώρα 11, όταν από το Ρουστατέλη, συνοικία πιο επάνω, μία σειρά Ζώων περί τα 15 άρχισε να προσπερνάη από μπροστά μας, άλογα, μουλάρια, γομάρια, όλα φορτωμένα. Δεξιά και αριστερά ήταν ωπλισμένοι άνδρες.

Μετά 2-3 Ζώα που ήταν μπροστά, σ’ ένα άσπρο άλογο, ήταν καβάλα ένας μάλλον περασμένης ηλικίας άνδρας γεροδεμένος, μελαχροινός, με ασπρόμαυρα μουστάκια, φέσι στο κεφάλι, σοβαρός σα σκεπτικός, σα λυπημένος. Ακολουθούσαν δύο τρεις γυναίκες με φερετζέ σκεπασμένες και σε μια κουσιώρα (κοφίνι) μέσα στη μια μεριά του Ζώου μία πολύ γραία. Αύτη η γριά, ποιος δεν την θυμάται, μας είχε κάμει όλους πολλή εντύπωσι. Μια πολύ γριά κοντούλα μαζωμένη μέσα στην κουσιώρα. Στην άλλη τι να είχαν και Ζύγιζε; Φαινόμενο μεγάλο, φαινόμενο για όλους μας. Ήταν και παιδιά καβάλλα, έτσι θυμούμαι. Ακολουθούσαν φορτία με σιντούκια και με κάσες σα σιδηρένιες. Και πίσω οπλοφόροι πεζοί. Το καραβάνι αυτό πέρασεν από μπροστά μας, μπήκε στο παζάρι, σταμάτησε όχι περισσότερο από μισή ώρα στο καφενείο (του Πιπιλιάγκα) -αυτό δεν το θυμάμαι- και μετά έφυγε προς το δρόμο της Μπιστιριάς. Σιγά σιγά κατόπιν απλώθηκεν ο λόγος “Ο Χαμζά μπέης. Ο Χαμζά μπέης το ‘σκασε”. Ο πανίσχυρος της Λιαψίστας μπέης κατηυθήνετο συν γυναιξί και τέκνοις, φέρων εις τις κάσες του τις σιδηρένιες τις λίρες και τους θησαυρούς του προς το Σιουρουβίτσι (Αμύνταιον) και εκείθεν δια του τραίνου προς Θεσσαλονίκην. Η γριά απ’ την κουσιώρα ήταν η μάνα του. Ελληνίδα μάλιστα λέγαν από τις αρπαγμένες Ναουσαίες της Επαναστάσεως που κρατούσε καντήλι στο σπίτι της κ.λ.π. Οι Ζωηρότεροι Βλατσιώται στο παζάρι, όπως ο Νάσιος Φλωρος, ατρόμητο παλληκάρι, έσερνε στη μέση του μια χαντζιάρα τρουϋρστή, φόβους να σι πάρη, σε 15 ανέρχονται οι μπέηδες που σκότωσε – και ο Θανάσης Τέμης, όταν ο Χαμζά μπέης είχε σταματήσει στο καφενείο και μίλησεν, όπως λεν με τον Ντούλη (Τσικρίκη) και τινάς άλλους, έρριξαν την ιδέα να τον χαλάσουν τον Χαμζά μπέη. Η συζήτηση όλο και μεγάλωνε, όταν είχε σκαπετήσει το καραβάνι από τη Μπιστιριά. Λάθος ο ένας, λάθος ο άλλος. Οι νουνεχέστεροι όμως εκδήλωναν σοβαρούς φόβους περί της τύχης ολοκλήρου της κωμοπόλεως δια την αύριον επιπλήττοντες τους θερμοαίμους.

Η Τουρκική διοίκησι άμα τη εκρήξει του πολέμου είχε λάβει τα μέτρα της. Στα Καϊλάρια είχε μαζέψει από όλα τα χριστιανοχώρια της Επαρχίας περί τους 140 ομήρους, άλλοι λεν 80. Στο χουκιμάτι (Διοικητήριον) των Καϊλαρίων ήσαν έγκλειστοι εκ των Βλατσιωτων: ο Δήμαρχος (Μπελιντιέ ρεϊζ) Θωμάς Τσικρίκης, ο μουχτάρης Γούσιας Νταλακότση, ο Ιωάννης και Γεώργιος Κατσανίκος, ο Γεώργιος Μπαρμπαρούσης και ο αδελφός αυτού Ιωάννης, γνωστότερος ως Κατσόγιαννης, Ιωάννης Τζιαφέτας ή Μπαλιαγκούρας, ο Γουλιάς Τολίκα, Αδανάσιος Χατζηλέλεκας, κοινώς Λάγκος παρανομούμενος κ.α. Δι’ αυτό δεν ημπορούσε στα σοβαρά να γίνη η κατά Χαμζά μπέη επιχείρησις.

Μετά δύο ημέρας εγύριζαν οι συνοδοί του Χαμζά μπέη ωπλισμένοι και, όταν εσταμάτησαν εις το καφενείον του Τσιολάκη, ομάς Βλατσιωτών προέβη εις την αφόπλισίν των. Τη επεμβάσει όμως των γεροντότερων τα όπλα ξαναδόθηκαν, όταν είχαν πάρει το δρόμο αναχωρήσεως και είχαν φθάσει προς Άγιον Αθανάσιον. Αλλ’ εις την θέσιν Γρόσι, ολίγον έξω του Σισανίου συνηντήθησαν οι Τούρκοι αυτοί με το μικρό σώμα, 8-10, του Οπλαρχηγού Καούδη κατευθυνομένου δια Βλάτσην. Επειδή οι Τούρκοι -Βαλαάδες ήσαν- εδοκίμασαν κάπως να αντισταθούν, ο Καούδης τους αφώπλισε και τους επανέφερε στο Βλάτσι. Ως κρατουμένους τους έβαλαν σε ένα σπίτι του Κιάνα στην άκρη του χωριού. Είχε νυχτώσει και ο Γιάννης του Γούλα μεθύσας και λαβών μάχαιραν από το κρεοπωλείον του Καραϊσκου, βοηθούμενος και υπό του Νάσιου Φλώρου, εν ονόματι της ελευθερίας και αντί των δεινών αιώνων οιονεί διψώντες να ρουφήξουν αίμα τυράννων, Χαμζά μπέη του διαφυγόντος κλπ., ώρμησαν κατά των αόπλων και τους επελέκησαν όλους, 22 τον αριθμόν, κατ’ άλλους 12, πλην ενός, ο οποίος κατώρθωσε να διαφυγή. Τους έβαλαν κατόπιν σε ένα κάρο και τους παράχωσαν όλους πίσω από το Κιόσκι, στο λάκκο. Η ενέργεια αυτή ήταν πολύ άδικος, κατεκρίθη από όλους και εξέθετε θανασίμως τους Βλατσιώτας εις τους Τούρκους, ενώ ακόμη τα πράγματα ήσαν αμφίβολα.

Στο μεταξύ και όσο τα νέα έφθαναν πιο ευχάριστα αι ελπίδες ανεπτερούντο, τα πνεύματα μεγάλων και μικρών εξήπτοντο, ώστε και οι μικροί την ηλικίαν ακόμη να αναζητούν όπλον, μάχαιραν ή άλλο τι φονικόν μέσον, οι φτωχότεροι, Ζωηρότεροι και περισσότερον άφοβοι άρχίζαν τας πρώτας εξορμήσεις των εις τα πλησιέστερα του κάμπου Τουρκοχώρια δια πλιάτσικο. Αλλά και οι όμηροι των Καϊλαρίων οι περισσότεροι ανηλεώς εξυλοκοπούντο από τους Κούρδους και Αρβανίτας στρατιώτας της Μεραρχίας.

Την 11 Οκτωβρίου κατελήφθη η Κοζάνη και, της Μεραρχίας στρατού συμπτυχθείσης προς Ναλμπάνκιοϊ, πέραν των υψωμάτων του, οι ισχυροί των Καϊλαρίων μπέηδες, τι να κάμουν, εζήτησαν προστασία από τους κρατουμένους εις το Διοικητήτιον ομήρους των. Ούτω κατόπιν κοινής αποφάσεως ο Ιωάννης Κατσιανίκος εστάλη με ένα χότζια με λευκή σημαία περί παραδόσεως των Καϊλαρίων, ο Θωμάς Τσικρίκης εγκατεστάθη εις το κονάκι του σκληροτράχηλου Τζεμάλ μπέη και εις τον Λαγκόν, ως επαγγελματίαν τουφεκτήν, ανετέθη η διαφύλαξις της αποθήκης των όπλων. Η ανάληψις των υψηλών καθηκόντων υπό του κυρ Θανάση είχε κάτι το φαιδρό και επιβλητικό. Διότι ούτος λαβών εκ της αποθήκης όπλον και επιθείς λόγχην επ’ αυτού, επήρε στα σοβαρά τη δουλειά του, εφ’ όσον είχεν αντιληφθή τα πονοκαρδήματα των μπέηδων. Πηγαινοερχόμενος εφ’ όπλου λόγχη προ της εισόδου της αποθήκης εσικτιρίζεν σκαιώς και απειλητικούς τους πάντας, ώστε να προκαλέση την οργήν των μπέηδων. Ετόλμησε τότε ένας να πλησίαση και του λέει “Αμπέ Τανάση, ντεν είπαμε από τώρα, έτσι το Ελληνικό; -Σταμάτα, σταμάτα. Να είσαι ευχαριστημένος να σε παραδώσω ταχιά στο Βασιλιά μας Ζωντανό, απήντησεν ο Θανάσης και, αγερώχως και έμπλεως υπερηφάνειας ότι αυτός εκρατούσε το παν, εξηκολούθησε βηματίζων. Και αυτά μεν, ήτοι τα της μεταβιβάσεως της πολιτικοστρατιωτικής του τόπου εις τους Βλατσιώτας συνέβαιναν εις τα Καϊλάρια, τα απολύτως αμιγή τουρκικά.

Κατά δε προς τα ριζά ιδίως των βουνών χωριά το λαφυραγώγημα, μετά φόνων, εννοείται και ασχημιών, συνετελείτο νυχθημερόν μέγα. Εκ της όλης εκστρατείας του πλιάτσικου, εκ της οποίας πολλά έχουν να διηγηθούν σύμπαντες οι μεγαλύτεροι κάπως από ημάς, αξιομνημόνευτον είναι τούτο. Μία τετράς, εκ τριών Βλατσιωτών, του Μιχάλη Παλιού, Κουλιού Φλώρου και Γεωργίου Καραναστάση μετά του εκ Πιπιλίστης Νταλαγιώργου Μητράκου είχε τραπή προς λεηλασίαν κατά Κουρτζιόβαλην, χωρίον προς Κοζάνην. Αλλ’ εκ των σπιτιών οι Τούρκοι τους επυροβόλησαν. Η τετράς καθ’ οδόν ευρέθη προ στρατού Ελληνικού προελαύνοντας εκ Κοζάνης από τα δυτικώτερα του δημοσίου δρόμου. Τεθείσα επί κεφαλής αυτού και αυξηθείσα και δι’ άλλων χωριανών πλιατσικολογούντων ωδήγησε τούτον από Καραμπουρνάρ-Σουλπόβου δια των υψωμάτων εις Ναλμπάνκιοϊ Δ και συνετέλεσεν εις την ευκολωτέραν απώθησιν των Τούρκων. Η συμβολή αυτή εις την επιτυχή έκβασιν της μάχης του Ναλμπάνκιοϊ πιδανόν να είναι μηδαμινή, οι πατριώται μου όμως επιμένουν ότι και εις αυτούς ανήκει ένα μέρος από την νίκην.

Δυσκολεύεται όμως κανείς να συλλάβη με το μυαλό του, τι θ’ απογι’νονταν, εάν δεν επηκολούθει η ευτυχής μάχη η προ της Σιατίστης και κατά κύριον λόγον η του Κομάνου. Διότι κατά την γνωστήν οπισθοχώρησιν του στρατού (Μεραρχίας Ματθαιοπούλου) εις τα στενά της Μπανίτσης και κατά τα τέλματα του Ρούντνικ επηκολούθησε και σύγχυσις (Τάγμα στρατού μετά περιπέτειαν κινδυνώδη έφθασεν εις Βλάτσην, κατευθυνθέν μετά μίαν ημέραν προς Σιάτισταν) και αναστάτωσις και λαφυραγώγημα παρά των Κονιάρων τώρα των χωριών (εις το Κουτσιούκ Ματλή έξω της Κοζάνης ελαφυραγωγήθησαν εκ των δια τα ξεχειμαδιά κατευθυνομένων κτηνοτρόφων οι Αθανάσιος Κουπατσιάρης, Καραμπατάκης, ο Στέργιος Πράπας και λίρας 453 ο Λεβέντης). Προς τούτοις οι Βλατσιώται εκλήθησαν εις απολογισμόν των ενεργειών και των πράξεων των κατά το 20ήμερον από του φόνου των Βαλαάδων. Και κατά τινά μεν απομνηματιστήν ο πασάς (ποίος;) μετά την πυρπόλησιν της κωμοπόλεως Κλεισούρας σταθμεύων μετά δυνάμεως εις το χωρίον Παλαιοχώρι έστειλε τελεσιγραφικόν μήνυμα εις Βλάτσην. Κατ’ εγκυρωτέρας όμως αναμνήσεις όχι πασάς αλλ’ ο Μαμούτ Τοπάλης -οι Τοπάληδες ήσαν ισχυρότατη οικογένεια μπέηδων εις τα επάνω Καϊλάρια -αντίπαλοι του Τζεμάλ μπέη- έστειλε τεσκερέν περιέχοντα τους εξής όρους: 1) Να επιστρέψουν οι Βλατσιώται όλο το βίο που είχαν αρπάξει από τα Κονιαροχώρια (γιδοπρόβατα, , εκατοντάδες και χιλιάδες, βόδια, γελάδια κ.λ.π., χώρια ρουχισμό και δημητριακά και 2) Να παραδώσουν τα όπλα και 3) Να στείλουν ομήρους.

Μνημονεύουν ότι όταν ο Θωμάς Τσικρίκης διάβαζε στους χωριανούς τον τεσκερέ, ο γερο Νταμπάκης, διδάσκαλος, ανασηκώσας τη μαγκούρα του χτύπησε το τραπέζι που είχε μπροστά του και φώναξε “Μόλων λαβε, ρε τα σκυλιά”. Αλλ’ οι Τοπάληδες των Καϊλαρίων επέπρωτο να μη ημπορέσουν να εκδικηθούν τους Βλατσιώτας, επέπρώτο να σκύψουν το κεφάλι των εις υποταγήν οριστικώς.

ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΦΩΝΗ, φ378 Πτολεμαϊς Κυριακή 23 Οκτ. 1966

ΠΗΓΗ http://www.ptolemaida.gr/