Κύριε διευθυντά,

Στις 23/2/2021 με άρθρο του στην εφημερίδα σας ο κ. Μαν. Παναγιωτάκης, πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Α.Ε., επιχειρηματολόγησε σχετικά με την ανάγκη στήριξης του λιγνίτη ως καύσιμου βάσης και μετά το 2028. Ως σημαντικό επίσης λόγο για αυτή την παράταση ζωής του λιγνίτη ανέφερε τη σημασία διατήρησης θέσεων εργασίας σε Δυτ. Μακεδονία και Μεγαλόπολη. Οντως οι δύο αυτές περιοχές βρίσκονται μπροστά σε μια ιστορικών διαστάσεων κρίση.

  Ωστόσο, θα είναι τεράστιο λάθος να πιστέψει κανείς ότι είναι ρεαλιστικό και εφικτό να κερδηθεί χρόνος για τις λιγνιτικές περιοχές με την παράταση ζωής ενός χρεοκοπημένου μοντέλου ηλεκτροπαραγωγής και πέραν του 2028. Και αυτό για μια σειρά από λόγους.

Πρώτον, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που ανακοίνωσε πρόσφατα το ΥΠΕΝ, ο λιγνίτης οδήγησε τη ΔΕΗ σε ζημίες της τάξης των 2,2 δισ. ευρώ την περίοδο 2013-2019 εξαιτίας πολλών λόγων, με κυριότερο την άνοδο των τιμών CO2 στο χρηματιστήριο ρύπων. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι παρά τις επίμονες (αλλά αποτυχημένες) διεκδικήσεις προηγούμενων κυβερνήσεων και της ΔΕΗ διαφόρων παρατάσεων και εξαιρέσεων από την ευρωπαϊκή νομοθεσία, το μερίδιο του λιγνίτη έπεσε από το 46% το 2013 στο 11% το 2020.

Δεύτερον, η Ε.Ε. έχει πλέον υιοθετήσει έναν πολύ φιλοδοξότερο κλιματικό στόχο για το 2030, που επιτάσσει μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% το 2030 σε σχέση με το 1990 (από 40% που ήταν ώς τον Δεκέμβριο του 2020), γεγονός που ο κ. Παναγιωτάκης παραγνωρίζει στο άρθρο του. Αυτή η ιστορική απόφαση θα οδηγήσει με βεβαιότητα σε ακόμα υψηλότερες τιμές δικαιωμάτων CO2 τη δεκαετία 2021-2030. Παράλληλα, συνεπάγεται ακόμα πιο φιλόδοξους κλιματικούς στόχους σε εθνικό επίπεδο, γεγονός που θα πρέπει να αποτυπωθεί σε ένα αναθεωρημένο εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα. Σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς από το ΕΜΠ, για να επιτευχθεί ο νέος κλιματικός στόχος οι ΑΠΕ θα πρέπει να καλύπτουν τουλάχιστον 83% της ζήτησης σε ηλεκτρική ενέργεια στη χώρα το 2030.

Οι προτάσεις δε του κ. Παναγιωτάκη για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού λιγνίτη με χρήση των βέλτιστων πρακτικών λιγνιτικής εκμετάλλευσης είναι ατεκμηρίωτες και επομένως διόλου πειστικές. Αφενός αναρωτιέται κανείς γιατί αυτές οι «βέλτιστες πρακτικές» δεν εφαρμόστηκαν εδώ και πολλά χρόνια, τη στιγμή μάλιστα που η ΔΕΗ ζημιωνόταν από τη λιγνιτική δραστηριότητα ακόμα και σε χρονιές με χαμηλό κόστος CO2. Αφετέρου, πώς άραγε θα είναι ανταγωνιστική η υπό κατασκευήν «Πτολεμαΐδα 5», όπως ισχυρίζεται ο κ. Παναγιωτάκης, όταν εκπέμπει 1 τόνο CO2 ανά παραγόμενη MWh και η τιμή του δικαιώματος προβλέπεται να φτάσει τα 80 ευρώ τον τόνο ώς το 2030;

Τρίτον, οι ευρωπαϊκές και διεθνείς τάσεις για τα στερεά καύσιμα είναι αμείλικτες. Τρία κράτη-μέλη της Ε.Ε. έχουν ήδη απεξαρτηθεί πλήρως, ενώ έντεκα έχουν δεσμευθεί ότι θα το πράξουν πριν από το 2030. Ακόμα και ο Ντόναλντ Τραμπ απέτυχε, παρά τις επίμονες προσπάθειές του περί του αντιθέτου, να στηρίξει τις εταιρείες άνθρακα στις ΗΠΑ, οι οποίες καταρρέουν η μία μετά την άλλη τα τελευταία χρόνια.

Ο δρόμος που προτείνει ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ είναι, κατά τη γνώμη μου, μη ρεαλιστικός. Δεδομένου και του νέου ευρωπαϊκού στόχου για μείωση των εκπομπών CO2, η ταχεία διείσδυση των ΑΠΕ με παράλληλη προώθηση της αποθήκευσης ενέργειας είναι μονόδρομος για τη χώρα, με την περιοχή της Δυτ. Μακεδονίας να καλείται να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο σε αυτή τη μετάβαση με τη μετατροπή της σε κέντρο αποθήκευσης ενέργειας για την ευρύτερη περιοχή, όπως έχει ήδη προταθεί για τη μετατροπή των λιγνιτικών μονάδων σε μονάδες αποθήκευσης ενέργειας.