Αὐ­τὰ ἦ­ταν τὰ χρό­νια τῆς γνω­ρι­μί­ας μας μὲ τὸν ἀ­εί­μνη­στο π. Αὐ­γου­στί­νο Μύ­ρου.

Καὶ ὅ­ταν μὲ κά­ποι­ον γνω­ρί­ζε­σαι γιὰ μι­σὸν αἰ­ώ­να, δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο οἱ μνῆ­μες νὰ σβή­σουν. Ἔ­στω καὶ ἀ­μυ­δρὰ κά­τι θὰ ἀ­φή­σουν στὸ πέ­ρα­σμά τους.

Ἂς τὸ δοῦ­με ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Κα­λο­καί­ρι 1970. Εἶ­χα τε­λει­ώ­σει τό­τε τὸ ἑ­ξα­τά­ξιο Σχο­λεῖ­ο καὶ ἔ­φυ­γα γιὰ Θεσ­σα­λο­νί­κη γιὰ φρον­τι­στή­ρια καὶ κα­τό­πιν γιὰ εἰ­σα­γω­γι­κὲς ἐ­ξε­τά­σεις.

Ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ ὡ­δή­γη­σε τὰ βή­μα­τά μου στὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο τῆς Ἀ­πο­λυ­τρώ­σε­ως, χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζω κα­νέ­ναν. Πῶς; Κύ­ριος οἶ­δεν

Ἐ­κεῖ ἄ­κου­σα τὶς ἡ­μέ­ρες ἐ­κεῖ­νες γιὰ τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Μύ­ρου. Γιὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες ποὺ πέρ­να­γε καὶ πῶς τὶς ἀν­τι­με­τώ­πι­σε.

Ὁ ἀ­δελ­φός του ὁ Κων­σταν­τῖ­νος ζοῦ­σε τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἡ­μέ­ρες. Τὰ τέ­λη του ἦ­σαν ὄ­χι ἁ­πλῶς χρι­στι­α­νι­κά, ἦ­σαν ὁ­σια­κά. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι μό­νο σὲ βί­ους ἐ­λά­χι­στων Ἅ­γι­ων συ­ναν­τᾶ­με τέ­τοι­α τέ­λη. Ἡ δὲ πε­ρι­γρα­φὴ τους ἀ­πὸ τὸν τό­τε φοι­τη­τὴ ἰ­α­τρι­κῆς Ἰ­ω. Κον­του­ρᾶ ποὺ δη­μο­σι­υ­θη­κε στὴν Σάλ­πιγ­γα Ὀρ­θο­δο­ξί­ας πολ­λοὺς ἔ­κα­νε νὰ κλά­ψουν.

Ὁ Κων­σταν­τῖ­νος τὶς τε­λευ­ταῖ­ες του ὧ­ρες εἶ­χε ἁρ­πα­γή. Ἔ­βλε­πε φῶς ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν, ἐ­νῶ κά­τω ὑ­πῆρ­χε σκο­τά­δι.

Ὅ­ταν ἔ­μει­νε μό­νος του μὲ τὸν ἀ­δελ­φό του, τοῦ ἐ­πέ­βα­λε με­ρι­κὲς ἐ­ρω­τή­σεις.

Μὲ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­σι ἡ τε­λευ­ταί­α.

Με­τὰ τὴν Θε­ο­λο­γί­α τί θὰ κά­νης;

Θὰ γί­νω Ἱ­ε­ρεύς, ἐ­ὰν θέ­λη ὁ Θε­ός. Τί θέ­λεις ἀ­πὸ ἐ­μέ­να;

Ὅ­ταν θὰ λει­τουρ­γῆς, νὰ μὲ μνη­μο­νεύ­ης…

Γιὰ ἐ­μᾶς ἦ­ταν μί­α πε­ρί­ο­δος πο­λὺ δύ­σκο­λη. Γιὰ τὸν τό­τε Πα­να­γι­ώ­τη, καὶ γιὰ τοὺς γο­νεῖς του, ἦ­ταν κά­τι τὸ ἀ­να­με­νό­με­νο. Μά­λι­στα εἴ­χα­με ἀ­κού­σει ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα του δὲν ἤ­θε­λε νὰ φο­ρέ­ση μαῦ­ρα, δι­ό­τι πί­στευ­ε ὅ­τι ὁ γυι­ός της δὲν πέ­θα­νε ἀλ­λὰ ζεῖ. Φό­ρε­σε ὅ­μως γιὰ νὰ μὴ σκαν­δα­λί­ση τὸ χω­ριό.

Ἀ­γά­πη μὲ πί­στι συν­δυ­α­σμέ­νη ἀ­πό­λυ­τα!

Τὸ 1971 ἀν­τα­μώ­σα­με στὸ Οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τος Σταυ­ρός. Ἐ­κεῖ­νος ὡς δευ­τε­ρο­ε­τής, ὁ ὑ­πο­φαι­νό­με­νος ὡς πρω­το­ε­τής.

Τὸ νε­ρὸ εἶ­χε μπεῖ στὸ αὐ­λά­κι.

Ἡ προ­η­γού­με­νη χρο­νιὰ ἦ­ταν γιὰ τὸν ἴ­διο μί­α δύ­σκο­λη χρο­νιά. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ δὲν δυ­σκο­λεύ­τη­κε νὰ εἶ­ναι με­τα­ξὺ τῶν καλ­λι­τέ­ρων φοι­τη­τῶν.

Ἀ­πὸ τὸ δεύ­τε­ρο ἔ­τος καὶ πέ­ρα ἀ­νῆ­κε στὴν πρώ­τη τριά­δα τῶν ἀ­ρι­στού­χων τοῦ ἔ­τους του.

Στὸ Οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο ἦ­ταν τὸ πρώ­τυ­πο τῶν φοι­τη­τῶν.

Ἀρ­γο­λο­γί­α δὲν ὑ­πῆρ­χε.

Ὁ στό­χος του ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρος.

Τει­ώ­νον­τας – μὲ ἄ­ρι­στα φυ­σι­κὰ – χώ­ρι­σαν οἱ δρό­μοι μας.

Ἐ­κεῖ­νος γιὰ με­τακ­παί­δευ­σι στὴν Ἀγ­γλί­α καὶ ὁ ὑ­πο­φαι­νό­με­νος στὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος.

Τὸν εἴ­χα­με φι­λο­ξε­νή­σει ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς μὲ τὴν πα­ρέ­α του. Ὅ­λοι ἐ­θου­σι­α­σμέ­νοι.

Ἀ­πὸ τὸ 1990 δε­θή­κα­με ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ὁ Γέ­ρον­τάς μου, ὁ π. Σπυ­ρί­δων ὁ Ξέ­νος, ἀ­νε­παύ­θη ἐν Κυ­ρί­ω.

Εἴ­χα­με κοι­νὸ Πνευ­μα­τι­κό, τὸν π. Γε­ώρ­γιο, τὸν ἀ­εί­μνη­στο Κα­θη­γού­με­νο τῆς Ι. Μ. Ὁσ. Γρη­γο­ρί­ου.

Με­τὰ τὸν π. Γε­ώρ­γιο εἴ­χα­με πά­λι τὸν ἴ­διο πνευ­μα­τι­κὸ σύν­δε­σμο. Ζών­τας ἀ­κό­μη ὁ π. Γε­ώρ­γιός μου  εἶ­πε∙ ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ πέ­ρα στὸν π. Πα­νά­ρε­το.

Ἔ­τσι καὶ ὁ π. Αὐ­γου­στί­νος. Συ­νε­χί­σα­με μὲ τοὺς ἴ­διους Πνευ­μα­τι­κοὺς τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς του.

Οἱ ἐ­πα­φὲς μας ἦ­ταν ἄλ­λο­τε στὸ Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἄλ­λο­τε τη­λε­φω­νι­κῶς καὶ ἄλ­λο­τε, λί­γες φο­ρές, στὸ Πα­λαι­ο­γρα­τσα­νο.

Ὁ Πνευ­μα­τι­κός του κύ­κλος με­τὰ τὴν χει­ρο­το­νί­α του εἶ­χε ἁ­πλω­θῆ σὲ ὅ­λη τὴν Δυ­τι­κὴ Μα­κε­δο­νί­α.

Στὰ κα­τη­χη­τι­κά του με­τέ­δι­δε τὴν ζων­τά­νια καὶ ὄ­χι τὴν κα­κοι­μοι­ριὰ ἤ τὸν ἥ­συ­χο χρι­στια­νό. Ὅ­που ἔ­πρε­πε θὰ ὕ­ψω­νε τὴν φω­νή του καὶ θὰ δι­ε­τύ­πω­νε τὴν δι­α­φω­νί­α του. Στοὺς με­γά­λους μὲ τα­πεί­νω­σι καὶ μὲ ἀ­γά­πη. Στὰ χω­ριά ποὺ πή­γαι­νε γιὰ ἐ­ξο­μο­λό­γη­σι μὲ τα­πεί­νω­σι καὶ δι­ά­κρι­σι. Πράγ­μα ποὺ τὸν χα­ρα­κτή­ρι­ζε ἰ­δι­αί­τε­ρα.

Στὸν λό­γο του στα­ρά­τος καὶ ὁ λό­γος τοῦ τεκ­με­ρι­ω­μέ­νος εἴ­τε γρα­πτὸς εἴ­τε προ­φο­ρι­κός. Πα­ρά­δειγ­μά του στὸν λό­γο ὁ ἀ­εί­μνη­στος κα­θη­γη­τὴς Στέρ­γιος Σάκ­κος. Ὅ­ταν τὸν ἄ­κου­γες με­ρι­κὲς φο­ρὲς νό­μι­ζες ὅ­τι ἀ­κοῦς ἢ βλέπ­πεις τὸν δά­σκα­λό μας τὸν κ. Σάκ­κο.

Τὸ Μο­να­στη­ρά­κι τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­κτά­ριου τε­λι­κὰ ἔ­γι­νε ἕ­νας κα­λὸς πό­λος ἕλ­ξε­ως. Ἄρ­χι­σαν οἱ κύ­κλοι καὶ οἱ ὁ­μι­λί­ες νὰ γί­νων­ται πιὸ συ­στη­μα­τι­κές. Ὁ κό­σμος νὰ συρ­ρέ­η κα­τὰ ἑ­κα­τον­τά­δες. Οἱ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις νὰ εἶ­ναι συ­νε­χό­με­νες γιὰ ὧ­ρες. Εἰ­δι­κὰ τὶς Με­γά­λες γι­ορ­τές.

Ἡ ὀρ­γά­νω­σί του καὶ τὰ σχέ­δια του γιὰ τὸ μέλ­λον ὄ­χι μό­νο τοῦ μι­κροῦ ἐ­κεί­νου Μο­να­στη­ριοῦ, ἀλ­λὰ καὶ τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χες.

Σὲ μί­α ἄ­κρη τῆς αὐ­λῆς ἦ­ταν καὶ ἐ­κεῖ­νο ποὺ ὁ κα­θέ­νας μας δὲν θὰ τὸ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε γιὰ τὸν π. Αὐ­γου­στί­νο, του­λά­χι­στον, τό­σο νω­ρίς.

Ὁ κε­νός του Τά­φος. Τὰ ἑ­τοί­μα­σα, μοῦ ἔ­λε­γε, νὰ μὴν κου­ρά­ζων­ται τε­λευ­ταῖ­ες ὧ­ρες.

Ἦ­ταν ἕ­τοι­μος….

Δὲν χρει­α­ζό­ταν οὔ­τε ὁ ἴ­διος ἄλ­λη ἑ­τοι­μα­σί­α.

Ἐ­ὰν μὲ ρω­τοῦ­σε κα­νεὶς θέ­λον­τας νὰ ἀ­κο­λού­θη­ση τὸν δρό­μο τῆς θε­ο­λο­γί­ας ἢ τῆς ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς ἢ κά­τι ποὺ νὰ ἔ­χη σχέ­σι μὲ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α μας καὶ τὴν προ­σφο­ρὰ στὸν συ­νάν­θρω­πο, ἐ­άν, λέ­ω μοῦ ζη­τοῦ­σε ποι­ὸν νὰ ἔ­χη ὡς πρό­τυ­πο, ἀ­νε­πι­φύ­λα­κτα θὰ ὡ­μο­λο­γοῦ­σα:

Τὸν π. Αὐ­γου­στί­νο.

Ἡ ἡ­μέ­ρα τῆς κοι­μή­σε­ώς του ἦ­ταν μί­α μέ­ρα ποὺ φτώ­χαι­νε ἡ ἐκ­κλη­σί­α τῆς πε­ρι­ο­χῆς.

Ὅ­ταν φεύ­γη ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ζω­ὴ ἕ­νας ἐ­νά­ρε­τος, δὲν θὰ ἔ­λε­γα ‘Θε­ὸς σχω­ρέ­σ’ το­ν’, ἀλ­λὰ τί;

‘Τὴν εὐ­χή του νἄ­χου­με’.

Αὐ­τὸ λέ­ω καὶ γιὰ τὸν π. Αὐ­γου­στί­νο.

Τὴν εὐ­χὴ του νἄ­χου­με καὶ νὰ μᾶς μνη­μο­νεύ­η στὸ ὑ­πε­ρου­ρά­νιο θυ­σι­α­στή­ριο «ἀ­ΰ­λως τῷ ἀ­ΰ­λῳ λει­τουρ­γῶν».

Βε­νέ­δι­κτος Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος.

Νέ­α Σκή­τη Ἁγ. Ὄ­ρους 4 Ἀ­πρι­λί­ου 2021

Κυ­ρια­κὴ τῆς Σταυ­ρο­προ­σκυ­νή­σε­ως.