Τη νύχτα 10 προς 11 Απριλίου του 1826 πραγματοποιήθηκε η Έξοδος του Μεσολογγίου, ίσως το μεγαλύτερο γεγονός της Επανάστασης από ηθικής άποψης. Ήταν αυτό το γεγονός, που άλλαξε τη στάση όλου του κόσμου απέναντι στον Αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία. Το πολλαπλό μήνυμα της Εξόδου, εκφράζει μέσα από τους αμίμητους στίχους του ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Το έργο έφτασε σε εμάς όχι ολοκληρωμένο αλλά σε τρία σχεδιάσματα και θεωρείται το έργο ζωής του ποιητή. Ο συνθέτης Γ. Μαρκόπουλος μελοποίησε μεγάλο μέρος των στίχων. Αξίζει να το διαβάσει κανείς ή να το ακούσει. Θα προσπαθήσουμε λοιπόν να βρούμε το νόημα των στίχων σε τέσσερα αποσπάσματα, που με πολλή δυσκολία ξεχώρισα. Στο κάθε ένα, έχω συμπεριλάβει και τον αντίστοιχο σύνδεσμο όπου μπορείτε να το ακούσετε μελοποιημένο και προτείνω μετά την ανάγνωση της αντίστοιχης παραγράφου να ακούσετε το κάθε κομμάτι δυνατά.

Ένα από τα αποσπάσματα που προσωπικά μου αρέσει πολύ, είναι το «η θέλησή μου βράχος». Μελοποιημένο είναι εδώ. Ο Διονύσιος Σολωμός μας δίνει έναν ύμνο στη θέληση του ανθρώπου, που ενώ όλα είναι εναντίον του, αυτός δε λυγίζει. Στην πρώτη στροφή μιλάει για τον άνθρωπο αγωνιστή του Μεσολογγίου που ξυπνάει ζωντανός ακόμη, ο πόνος που νιώθει από τις στερήσεις φεύγει από μέσα του και παίρνει τα πάνω του με τη νέα μέρα που ξεκινάει. Στη δεύτερη στροφή αναλογίζεται ότι το ξύπνημα, η νέα μέρα και η ενεργοποίηση του ανθρώπου για τη νέα αρχή αποτελούν τρεις χαρές για την πλάση μέσα στο σκηνικό του πολέμου (στην πίκρα φυτρωμένες), ενώ για τον ίδιο τον πολεμιστή μέσα στη χαρά της αντίστασης που συνεχίζεται, η νέα μέρα, το ξύπνημα και η ενεργοποίηση, αποτελούν νέες δοκιμασίες (για μένα τρεις πίκρες ριζωμένες). Στην τρίτη στροφή μιλάει για τα θύματα του πολέμου και για τον εχθρό που σκορπίζει τον θάνατο όπου πατάει και παρομοιάζει τη δύναμή του με θάλασσα, ενώ τη δική του θέληση για αντίσταση με βράχο. Οι λέξεις, οι παρομοιώσεις και οι συσχετισμοί που χρησιμοποιεί ο Σολωμός είναι εκπληκτικές και η όλη δημιουργία ένα αριστούργημα. Το όλο κείμενο αποτελεί ύμνο στο κίνητρο και στη θέληση.

Από τα πιο διάσημα αποσπάσματα είναι το «Άκρα του Τάφου Σιωπή». Εδώ ο ποιητής μας μιλάει για την πείνα και τις στερήσεις. Περιγράφεται η πλήρης νεκρική σιωπή του κάμπου, ενώ μια μάνα ζηλεύει το μικρό πουλί που κατάφερε και βρήκε έναν σπόρο για να τραφεί, ενώ η ίδια δεν έχει να προσφέρει τίποτα στο παιδί της και ενώ η πείνα μαύρισε τα μάτια, όπως λέει και η γνωστή έκφραση, η ίδια ορκίζεται στα μάτια της ότι θα συνεχίσει τον αγώνα (μνέει = ορκίζεται). Δίπλα της στέκεται ένας από τους πολλούς Σουλιώτες οι οποίοι ήταν σκληροί πολεμιστές και μάλιστα στο Μεσολόγγι υπήρχαν διάσημοι οπλαρχηγοί από το Σούλι όπως ο Νότης Μπότσαρης της γνωστής οικογένειας (ο Μάρκος είχε ήδη σκοτωθεί 3 χρόνια πριν στη μάχη του Καρπενησίου) και ο Κίτσος Τζαβέλας. Ένας τέτοιος λοιπόν πολεμιστής στέκεται δίπλα σε μια μάνα και κλαίει, όχι από φόβο αλλά επειδή η πείνα τον έχει αποδυναμώσει τόσο πολύ, που μετά βίας σηκώνει στο χέρι του το σκοτεινό (από την πολλή χρήση της πυρίτιδας) τουφέκι, λέγοντάς του (πολλές φορές στην παράδοση ένας πολεμιστής μιλάει στο τουφέκι του ως πιστός σύντροφος) ότι είναι μάταιο να το κρατάει αφού η πείνα έχει κάνει τον ίδιο να του φαίνεται τόσο βαρύ και όλα αυτά ο εχθρός (ο αγαρηνός = αλλόπιστος) τα γνωρίζει. Μέσα στους στίχους περιγράφεται η ακραία κατάσταση των Ελεύθερων Πολιορκημένων, που παρόλες αυτές τις στερήσεις συνεχίζουν τον αγώνα.

Από τις πιο ωραίες περιγραφές του Σολωμού είναι το απόσπασμα «Πειρασμός». Εδώ ο ποιητής περιγράφει τις ομορφιές τις φύσης. Ξεκινάει με τη φράση «όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει», όπου δείχνει ότι είναι τόσο τραγικό να πεθάνει κάποιος τέτοια εποχή και να στερηθεί όλες αυτές τις ομορφιές, που μοιάζει σα να πεθαίνει χίλιες φορές (Ας θυμηθούμε και το τετράστιχο του Α. Διάκου «Για δες καιρό που εδιάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γης χορτάρι»). Αυτή την εποχή ο Έρωτας, το ξύπνημα της φύσης, συνιστούν ένα ζωντανό τοπίο το οποίο αυξάνει τον πόθο των Ελεύθερων Πολιορκημένων για ζωή. Οι εκφράσεις είναι πολύ δυνατές και αξίζει να τις παρατηρήσει κανείς (μου αρέσει πολύ το «ανάκουστος κελαηδισμός»). Όλη αυτή η εικόνα όμως αυξάνει και την πίεση των εχθρών που θέλουν να πατήσουν την πόλη. Στην απελπισία τους οι πολιορκημένοι ρωτούν έναν αλαφροΐσκιοτο (αυτός που βλέπει οράματα) να τους πει αν είδε κάτι αισιόδοξο. Ο άνθρωπος λοιπόν, ακόμη και στην απελπισία του προσπαθεί να βρει ελπίδα.

Ένα από τα πιο μελωδικά κομμάτια του Έργου είναι το «Μητέρα Μεγαλόψυχη». Εδώ ο ποιητής επικαλείται τη Μητέρα, που είναι η Πατρίδα. Βέβαια μέσα από την προσωποποίηση της Πατρίδας ως μάνα, το απόσπασμα αποτελεί έναν γενικότερο ύμνο προς τη μητέρα. Το γεγονός ότι προσωποποιεί την πατρίδα με τη μητέρα, δείχνει τον ισχυρό συναισθηματικό δεσμό που υπήρχε με τον τόπο και την ιστορία του. Ο ποιητής οραματίζεται ότι βλέπει λοιπόν την πατρίδα σαν μια μάνα και συνομιλεί μαζί της, στη συγκεκριμένη εποχή (Απρίλιος Κυριακή των Βαΐων), η οποία τον πλησίασε αθόρυβα μέσα στο δάσος, δοξάζει τις ομορφιές της και καταβάλλει προσπάθειες παρακαλώντας την αφού την προσφωνήσει θεά, να του μιλήσει και αμέσως ο ίδιος να μεταφέρει τα λόγια της στον Ελληνικό κόσμο. Άλλο ένα δυνατό απόσπασμα, ύμνος στην Πατρίδα και στη Μητέρα.

Τελευταίο απόσπασμα που θα δούμε είναι το πασίγνωστο «Δρόμο να Σκίσουν τα Σπαθιά» ή «Έξοδος». Είναι το τελευταίο του έργου και περιγράφει τις στιγμές λίγο πριν την έξοδο. Εδώ ο Σολωμός ξεκινάει με τη σκηνή των γυναικών του Μεσολογγίου που τις ονομάζει «ανδρογυναίκες» δείχνοντας ότι είναι το ίδιο αγωνιστικές με τους άνδρες. Οι πολιορκημένοι ανάβουν μια τεράστια φωτιά όπου θα κάψουν όλα τα αγαπημένα και ιερά του πράγματα, όπως τα συζυγικά κρεβάτια, για να μην τα μαγαρίσουν οι εχθροί που σε λίγο θα μπουν στην πόλη. Παρακαλούν τη φωτιά να κάψει γρήγορα και να γίνουν στάχτη τα πράγματα, ώστε να πάρουν τη στάχτη αυτή από τα αγαπημένα τους είδη και να γεμίσουν τις χούφτες τους, για να κρατήσουν τα όπλα τους σταθερά. Αμέσως μετά ο ρυθμός αλλάζει και ανακοινώνεται ότι όλα είναι έτοιμα στη σφοδρή πομπή των όπλων και των πολεμιστών και πρώτα από όλα τα σπαθιά ώστε να ανοίξουν τον δρόμο μέσα από τους εχθρούς και να μείνουν ελεύθεροι. Και στολίζει τους τελευταίου στίχους του ο ποιητής, με το απίστευτο «κι από που χαράζει, έως ότου βυθά, τα μάτια μου δεν είδαν τόπο ενδοξότερο από τούτο το αλωνάκι».

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι ένα αριστούργημα του Σολωμού, ωδή προς τη θέληση, την πίστη στο σκοπό, τη φιλοπατρία και τον αγώνα, ενώ το Μεσολόγγι αποτέλεσε ένα παγκόσμιο σύμβολο του αγώνα των ελεύθερων ανθρώπων ενάντια στους δυνάστες, που άλλαξε τη στάση όλου του κόσμου απέναντι στην Επανάσταση. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση του Μέτερνιχ στον Σουλτάνο, ότι θα ήθελε να τον βοηθήσει αλλά μεσολάβησε το Μεσολόγγι.

Αυτό λοιπόν το ένδοξο Αλωνάκι, ας αποτελέσει παράδειγμα και πηγή έμπνευσης στον αγώνα της ζωής και ταυτόχρονο πρότυπο αυταπάρνησης, αγωνιστικότητας και ήθους. Αξίζει να επισκεφτεί κανείς σήμερα την Ιερή Πόλη του Μεσολογγίου που αποτελεί παγκόσμιο σύμβολο ελευθερίας, να περάσει τα τείχη της πόλης και να περπατήσει στον Κήπο των Ηρώων, εκεί που η ζωή καθαγιάστηκε με τη θυσία, να νιώσει τη σιγή για την οποία μιλάει ο ποιητής και να καταλάβει το νόημα της επιγραφής που συναντά ο επισκέπτης στην είσοδο της πόλης: «ΚΑΘΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΟΤΗΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ».

Ο Ζήσης Α. Μαρκόπουλος

είναι στρατιωτικός και απόφοιτος

του Μεταπτυχιακού τμήματος του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

με γνωστικό αντικείμενο τις Διεθνείς Σχέσεις.