– Πότε ξεκίνησες τη δημοσιογραφία και πότε συνταξιοδοτήθηκες; Υπήρχε κάποιο κίνητρο για να ασχοληθείς με το συγκεκριμένο επάγγελμα ή απλά ήταν το αποτέλεσμα συγκεκριμένων συγκυριών;

Ξεκίνησα τη δημοσιογραφία το 1988 και συνταξιοδοτήθηκα το 2020. Η δημοσιογραφία δεν ήταν στη σκέψη μου ως επάγγελμα, αλλά συγκυρίες και τυχαία γεγονότα με έφεραν στο χώρο. Ωστόσο, γρήγορα ανακάλυψα ότι είναι ένα επάγγελμα που με συναρπάζει. Άλλωστε πάντα μου άρεσε το γράψιμο. Έτσι ξεκίνησε ένα συναρπαστικό και πολύ ενδιαφέρον ταξίδι που διήρκησε τρεις και πλέον δεκαετίες.

– Με τα σημερινά δεδομένα και με τη δημοσιογραφία όπως είναι κι έχει διαμορφωθεί σήμερα, θα ακολουθούσες το ίδιο επάγγελμα;

Όταν μπαίνεις σε οποιοδήποτε καινούργιο χώρο, ποτέ δεν ξέρεις τις ακριβείς συνθήκες δουλειάς, ούτε γνωρίζεις τι θα συναντήσεις. Σε κάθε περίπτωση εμένα η δημοσιογραφία με γοητεύει και είμαι ευτυχής που βρέθηκα σ’ αυτόν το χώρο και τον υπηρέτησα. Είναι ένα ενδιαφέρον επάγγελμα που για να το ασκήσεις πρέπει να το αγαπάς. Αλλιώς μην ασχολείσαι. Άμα βαριέσαι δεν κάνεις γι’ αυτή τη δουλειά. Εξάλλου, η ενημέρωση της κοινής γνώμης είναι πολύ σοβαρή υπόθεση.

Ωστόσο, η δημοσιογραφία όπως κατέληξε σήμερα δεν με εκφράζει. Θεωρώ ότι η διαπλοκή ξεπέρασε τα όρια, η λογοκρισία και η αυτολογοκρισία των δημοσιογράφων κυριαρχεί και είναι σαφές ότι εν πολλοίς η ενημέρωση είναι κατευθυνόμενη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν υγιείς φωνές, τις οποίες όμως κάποιοι προσπαθούν να τις πνίξουν.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εάν έμπαινα τώρα στην αγορά εργασίας, ίσως επέλεγα και πάλι τη δημοσιογραφία, αφού όσα γνωρίζω σήμερα, δεν θα τα γνώριζα. Όμως, ξέροντας πολύ καλά το χώρο μετά από τρεις και πλέον δεκαετίες, θεωρώ ότι το περιβάλλον είναι ιδιαιτέρως δυσμενές για ουσιαστική άσκηση της δημοσιογραφίας. Γι’ αυτό κι εγώ αποχώρησα, πιστεύω στον κατάλληλο χρόνο. Μάλιστα αποχώρησα δύο χρόνια πριν θεμελιώσω συνταξιοδότηση, κάνοντας αυτασφάλιση και πληρώνοντας από τη τσέπη μου, καθώς έβλεπα μία πλήρη απαξίωση στο χώρο, αλλά και έναν ευτελισμό σε σχέση με τις αποδοχές των δημοσιογράφων.

Ένα ερώτημα που τίθεται, συχνά, στους δημοσιογράφους είναι το εάν, κάποια στιγμή, δέχτηκαν πολιτικές πιέσεις ή ακόμη κι αν επιχείρησαν με αθέμιτα μέσα να τους επηρεάσουν στην αποτύπωση – παρουσίαση μιας άποψης κι ενός ρεπορτάζ. Εσύ έχεις γίνει αποδέκτης τέτοιων συμπεριφορών κι αν ναι, ήταν μεμονωμένες και συγκεκριμένες περιπτώσεις προσώπων ή ήταν κάτι που συνέβαινε διαρκώς, από πολλούς και διαφόρους, ειδικά τα παλαιότερα χρόνια;

Οι πολιτικές πιέσεις και οι αθέμιτες συμπεριφορές είναι το αγαπημένο “σπορ” της ελληνικής πολιτικής σκηνής, σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο. Ειδικά όσων πολιτικών και ασχολουμένων με τα κοινά, δεν έχουν να επιδείξουν θετικό έργο. Σ’ αυτούς δεν γίνεται αποδεκτή ακόμη και η αντικειμενικότητα. Επιδιώκουν το “λιβανιστήρι” και την παρουσίαση μιας καλής εικόνας η οποία όμως είναι επίπλαστη. Δυστυχώς εδώ ενδίδουν πολλά ΜΜΕ και δημοσιογράφοι, παρουσιάζοντας μια εικονική πραγματικότητα. Πρέπει όμως να διευκρινίσουμε κάτι. Οι πιέσεις δεν μπορούν να βρουν γόνιμο έδαφος, εκεί όπου οι λειτουργοί του Τύπου είναι καθαροί, είναι ηθικοί, είναι αντικειμενικοί και γράφουν τεκμηριωμένα και με στοιχεία. ‘Όταν μάλιστα η δουλειά αυτών των δημοσιογράφων είναι αναγνωρισμένη από τους αναγνώστες, ακροατές, τηλεθεατές κ.λ.π., είναι δηλαδή αυτό που λέμε καταξιωμένοι στη συνείδηση της κοινής γνώμης, τότε ο πολιτικός – όσο θρασύς και αν είναι – θα το σκεφτεί δεύτερη και τρίτη φορά για να αποπειραθεί να εκβιάσει. Αντιθέτως, αποθρασύνονται αν βρουν ευάλωτα σημεία σε συναδέλφους.

Για να απαντήσω πιο προσωπικά. Επειδή προσπαθούσα πάντοτε να κάνω σωστά τη δουλειά μου, πράγμα που ήταν διαρκώς υπό την κρίση της κοινής γνώμης, δεν επέτρεπα με τον τρόπο μου και την όλη στάση μου, τέτοιου είδους πιέσεις και παρεμβάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, υπήρξε παρέμβαση τοπικού παράγοντα, ο οποίος με επιστολή του στον διευθυντή μου της εφημερίδας “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ”, ζήτησε την απόλυσή μου επειδή δεν του άρεσε δημοσίευμά μου. Υποστήριξε μάλιστα ότι τα ρεπορτάζ μου είναι ενάντια στα τοπικά συμφέροντα. Από κει και πέρα, υπήρχαν ποικίλες αντιδράσεις, μικρότερης σημασίας, αλλά πάντως αθέμιτες. Δεν σταματούσαν τα τηλέφωνα, από πολιτικούς παράγοντες που διαμαρτύρονταν για το τάδε ή το δείνα ρεπορτάζ. Άλλοι με “κομψό” τρόπο ζητούσαν “να μη βγει το τάδε θέμα”, αλλά έπαιρναν την απάντηση ότι “δημοσιογραφικά αυτό είναι το θέμα που πρέπει να βγει”. Κάποιοι άλλοι απειλούσαν με δικαστήρια κ.λ.π. Βεβαίως, το να έχει ένας δημοσιογράφος κάποιες δίκες στο ενεργητικό του, τι στιγμή που οι διώξεις κατά του Τύπου έγιναν καθεστώς, μάλλον θεωρείται “τίτλο τιμής”.

– Ποια κατηγορία ρεπορτάζ προτιμούσες περισσότερο και γιατί (πολιτικά, κοινωνικά, αστυνομικά – δικαστικά);

Ως ανταποκριτής Δυτικής Μακεδονίας σε πολλά κεντρικά ΜΜΕ, κάλυπτα τα πάντα. Το ίδιο και στα τοπικά ΜΜΕ που όπως γνωρίζετε δεν υπάρχει η πολυτέλεια να διαλέξεις και να εξειδικευτείς σε ένα ρεπορτάζ, καθώς έχουν από ένα ή το πολύ δύο δημοσιογράφους το καθένα. Ασχολούμενος λοιπόν με όλα τα ρεπορτάζ, νομίζω ότι το πολιτικό που είναι και η ναυαρχίδα κάθε δημοσιογραφικού μέσου, μου ταιριάζει περισσότερο. Μου αρέσουν τα κοινωνικά θέματα και το ελεύθερο ρεπορτάζ, μην ξεχάσω το εργατικό στο οποίο έχω ιδιαίτερη ευαισθησία, ενώ είχα μια έφεση στο αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ.

– Ποια θεωρείς την πιο μεγάλη, δική σου, δημοσιογραφική επιτυχία;

Η φιλοσοφία μου ήταν πάντα ότι η δημοσιογραφία πρέπει να είναι ουσιαστική και σε βάθος. Χωρίς βαρύγδουπους τίτλους – οι οποίοι πολλές φορές δεν υποστηρίζονται από το ρεπορτάζ – αλλά που θα εξασφάλιζαν ένα “χτύπημα” στην πρώτη σελίδα. Σ’ αυτή τη βάση, σε όλη μου τη δημοσιογραφική πορεία είχα πολλά καλά και αποκλειστικά θέματα στις εφημερίδες που εργάστηκα, τα οποία γινόταν κατόπιν θέματα στον πανελλαδικό Τύπο. Δεν έχει νόημα να απαριθμήσω ούτε μπορώ να τα θυμηθώ. Ως παράδειγμα θα αναφέρω μόνο μια που αναφέρθηκα πριν στο δικαστικό ρεπορτάζ, για τον εμπρησμό στο δικαστικό μέγαρο Κοζάνης, ήμουν εγώ που είχα αποκαλύψει πρώτος ότι ο εμπρησμός προήλθε με συνεργασία εκ των έσω. Επίσης θυμάστε το μεταπτυχιακό που είχε προκηρύξει για “παιδιά ημετέρων”, συγκεκριμένα για τα παιδιά των καθηγητών του ιδρύματος, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Το θέμα το αποκάλυψα τότε στην εφημερίδα “ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ” και προκάλεσε ιδιαιτέρως αρνητική αίσθηση πανελλαδικά, ενώ απασχόλησε για πολλές ημέρες τα ΜΜΕ στο πανελλήνιο. Μετά παρενέβη το υπουργείο Παιδείας το οποίο εξέδωσε ανακοίνωση κατά του ιδρύματος, οπότε αναγκαστικά η πρυτανεία του πανεπιστημίου πήρε πίσω το μεταπτυχιακό της ντροπής.

Θυμάσαι κάποιο περιστατικό (χαρούμενο ή δυσάρεστο) που κλήθηκες να καλύψεις δημοσιογραφικά και το οποίο έμεινε ανεξίτηλο στη μνήμη σου;

Μία από τις πολλές φορές που ερευνούσα εργατικό δυστύχημα, διαπίστωσα δυστυχώς ότι το θύμα ήταν πρόσωπο του στενού περιβάλλοντός μου. Όπως καταλαβαίνετε το σοκ ήταν μεγάλο και αυτό χαράχτηκε στη μνήμη μου.

Αν σήμερα ένα νέο παιδί, στα πρώτα βήματά του/της στη δημοσιογραφία, σου ζητούσε να του/της δώσεις μία συμβουλή, ποια θα ήταν αυτή;

Να δει το επάγγελμα ως λειτούργημα απέναντι στην κοινωνία και να πορευτεί αναλόγως στην επαγγελματική του πορεία. Να εργαστεί με ευσυνειδησία και να είναι αντικειμενικός. Να γνωρίζει ότι η δημοσιογραφία είναι συνυφασμένη με τον έλεγχο της εξουσίας. Το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία ειδικά στη συγκυρία αυτή, που βλέπουμε να έχει καεί όλη η χώρα ή το κυβερνητικό αλαλούμ στην αντιμετώπιση της πανδημίας και τον στόχο του εμβολιασμού για το τείχος ανοσίας να έχει αποτύχει παταγωδώς, εν τούτοις τα συστημικά ΜΜΕ έχουν σημάνει “σιωπητήριο” και δεν ασκούν καμία κριτική, ούτε για τα μάτια του κόσμου.

Tώρα, που έχεις συνταξιοδοτηθεί, νοσταλγείς καθόλου το επάγγελμα που υπηρέτησες όλα αυτά τα χρόνια ή όχι;

Τριάντα και πάνω χρόνια στη δημοσιογραφία έχω οργώσει πολλές φορές ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία, ως ανταποκριτής. Περπάτησα βουνά, λαγκάδια, λίμνες, ποτάμια, συνάντησα ανθρώπους του μόχθου και της καθημερινότητας και κοινωνικοποίησα τα προβλήματα και τους καημούς τους. Κάλυψα μεγάλα πολιτικά γεγονότα. Έκανα δημοσιογραφικές αποστολές σε Ελλάδα και εξωτερικό. Όλα αυτά είναι όμορφες εικόνες που πλημμύρισαν τα μάτια και την ψυχή μου και τις αναπολώ. Πρέπει να πω επίσης ότι το σαράκι της δημοσιογραφίας δεν αποβάλλεται εύκολα. Κάθε πρωί βλέπω την ειδησεογραφία και ταξινομώ τα θέματα, επιλέγω ποια θα αναδείξω, τις πτυχές που πρέπει να ερευνήσω κ.λ.π. Λειτουργώ δηλαδή ακόμη ωσάν να είμαι μάχιμος δημοσιογράφος, μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι πλέον συνταξιοδοτήθηκα και είναι καιρός να απολαύσω την ανταπόδοση των κόπων μιας ζωής.

kozan.gr – Σεπτέμβριος 2021