Μια απίστευτη ανθρώπινη ιστορία, την οποία «έγραψαν» δυο Σιατιστινοί πολεμιστές του αλβανικού μετώπου μαχητές του 53ου Συντάγματος Πεζικού: οι στρατιώτες Τσιούτσιος Γεώργιος του Ναούµ και Λάτσιος Παναγιώτης του Ιωαννη.

Τσιούτσιος Γεώργιος του Ναούµ

Λάτσιος Παναγιώτης του Ιωάννη

Όταν µετά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού, εξαιτίας της επέλασης των Γερµανών, έγινε και η συνθηκολόγηση της Στρατιάς της Δυτικής Μακεδονίας (ΙΧ), όλοι πήραν το δρόµο της επιστροφής. Όσοι επέζησαν. Και οι τραυµατίες, και οι ανάπηροι, και οι υγιείς, όλοι επέστρεφαν στα σπίτια τους. Ο στρατιώτης Τσιούτσιος Γεώργιος του Ναούµ όµως από το Γενάρη του ’41 δεν ένιωθε τα πόδια του από τα κρυοπαγήµατα, αλλά παρόλα αυτά συµµετείχε σ’ όλες τις µάχες. Ήρθε ο Απρίλης και ρηµαγµένοι από τις κακουχίες όλοι οι συµπατριώτες του, που είχαν επιστρατευτεί στην 9η Μεραρχία (53ο Σύνταγµα Πεζικού), επέστρεφαν µε κατήφεια και απογοήτευση στις εστίες τους.

Ήταν ακουµπισµένος σ’ ένα ανάχωµα. Περνούσαν από µπροστά του βιαστικοί οι στρατιώτες του Αλβανικού Μετώπου, αλλά νόµιζαν πως ήταν ευθύνη άλλων να τον νοιαστούν παίρνοντάς τον µαζί τους. Από µόνος του ήταν αδύνατο να κινηθεί. Απογοητευμένος άρχισε να φοβάται ότι θα µείνει αβοήθητος και θα σβήσει από τον πόνο και την πείνα. «Ο σώζων εαυτόν, σωθείτω … Είχε αντιστραφεί εντελώς η ψυχολογία της αλληλεγγύης, που έδενε µε ενθουσιασµό τους µαχητές στις νικηφόρες µάχες. Ωστόσο µια φωτεινή ελπίδα φάνηκε ξαφνικά και του την έδωσε ο συµπατριώτης του Σιάσιος Μιχαήλ, όταν του πρόσφερε το µουλάρι του, να το καβαλικέψει και να ‘ρθει ως τη Σιάτιστα από τα Ελληνοαλβανικά σύνορα. «Πάρτο και καβαλίκα», του λέει, «Λιόλιο. Εγώ είµαι γερός, θα τα καταφέρω, θα πάω µε τα πόδια». Τι αναπάντεχη τύχη! Κι όμως κράτησε τόσο λίγο …

Τον είδε κάποιος στρατιώτης, συμπολεμιστής του, καταγόμενος από

< ….>, κι αν είναι δυνατόν! Τον κατέβασε από το μουλάρι, µε την απειλή του περιστρόφου, «γιατί», λέει, «εσύ έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να ζήσεις. Θα το πάρω εγώ το μουλάρι». Τώρα ο Λιόλιος, ξαφνιασμένος από τη βαρβαρότητα του συμπολεμιστή του, απογοητεύεται τόσο πολύ, που δεν ελπίζει να επιζήσει πιά. Δε θα γυρίσει ποτέ στο σπίτι του ,στην αγαπημένη του οικογένεια. Αρνιέται να δεχτεί ακόμα και τη βοήθεια και του τελευταίου συμπατριώτη του γείτονά του, Λάτσιου Παναγιώτη ο οποίος μόλις τον είδε σ αυτήν την κατάσταση τον εκλιπαρούσε να γυρίσουνε οπωσδήποτε μαζί. «Πήγαινε», του λέει, «άσε µε εμένα να πεθάνω εδώ και πες στους δικούς μου πως δε µε συνάντησες πουθενά».

Εκείνος όμως δεν εννοεί επ’ ουδενί να γυρίσει πίσω, αφήνοντας αβοήθητο το γείτονά του. Αφήνοντας στη μοίρα του το φίλο του. Και σχεδόν µε το ζόρι τον παίρνει στην πλάτη του και τον κουβαλάει σαν να ‘τανε αδελφός του. Ή θα επιστρέψουν μαζί ή μαζί θα σβήσουν µακριά από τις οικογένειές τους, σκέφτηκε !!!.

Ο Λιόλιος αναθαρρεύει και αφήνεται γεμάτος εμπιστοσύνη και ευγνωμοσύνη στις πλάτες εκείνου που η ανθρωπιά του τού έδωσε ξανά φτερά κι ελπίδα για τη ζωή. «Ποιος άγιος σ’ έστειλε ;». «Ήταν γραφτό να ζήσεις», του ‘λεγε ο Παναγιώτης «και αντάμα θα πάμε στα σπίτια µας, όσο και να αργήσουμε μην κιοτεύεις καθόλου Λιόλιο, θα τα καταφέρουμε θα ιδείς».

Είχαν επιστρέψει εδώ και δυό βδομάδες όλοι οι άλλοι -κι ήταν πάρα πολλοί στον πόλεμο του 40 οι Σιατιστινοί- και τους υποδέχτηκαν µε ενθουσιασμό, ο κόσμος και οι οικογένειές τους µε λαχτάρα και ανακούφιση, που τους έβλεπαν ζωντανούς. Όσες οικογένειες είχαν χάσει στις μάχες τα παιδιά τους, είχαν ειδοποιηθεί αρμοδίως. Το πένθος βαρύ κι ο πόνος των γονιών και των συγγενών που χάσαν τα βλαστάρια τους ανείπωτος.

Απρίλης και γιορτές του Πάσχα. Ανάμικτα τα συναισθήματα. Την ώρα της επιστροφής χαρά, ενθουσιασμός, χειροκροτήματα. Στα σπίτια του Τσιούτσιου και του Λάτσιου, τριάντα µέτρα απόσταση το ένα από το άλλο, δώδεκα µέρες τώρα µετά την επιστροφή όλων των άλλων στρατευμένων πιστεύουν πως τα δικά τους παιδιά δε θα τα ξαναδούν. Σίγουρα κάτι κακό θα τους βρήκε στο δρόμο, σκέφτονται ,αλλιώς θα είχαν φτάσει !

Ώσπου φτάνει το μαντάτο και διαδίδεται αστραπιαία από στόμα σε στόμα. «Άλλοι δυο φαντάροι από την Αλβανία γύρισαν! Ο ένας είναι λαβωμένος και τον κουβαλάει ο άλλος στις πλάτες του!! Στον Αϊ Θανάση βρίσκονται». Το πλήθος που μαζεύτηκε τους υποδέχεται µε ζητωκραυγές και συγκίνηση !! Ο Παναγιώτης ο Λάτσιος κουβαλάει στούς ώμους του το φίλο του, το Λιόλιο τον Τσιούτσιο που έχει παγωμένα και τα δυο του πόδια! Ανάπηρο πια… Δεκαπέντε μερόνυχτα πεζοπορία!!!

Στον επίλογο του πολεμικού ηρωισμού των Σιατιστινών απο όλα τα μέτωπα της Αλβανίας καταγράφτηκε και τούτη η απαράμιλλη πράξη ευαισθησίας και αλτρουϊσμού. Επί δεκαπέντε μερόνυχτα «ου Νιώτας τ’ Νιάκ τ’ Λάτσ’» κουβαλούσε στους ώμους του « του Λιόλιου τ’ Νούµτ’ς τ’ Τσιόλ’».

(ο Παναγιώτης του Γιάννη του Λάτσιου…..τον Γιώργο του Ναούμ του Αποστόλη Τσιούτσιου )

Οι οικογένειές τους αναστήθηκαν!! Δεν χάθηκαν τα παλλικάρια τους! Επέστρεψαν και τα δυό! Δεν τους αφάνισε ο πόλεµος ! Ανείπωτη η χαρά, και η ευγνωµοσύνη του Λιόλιου και της οικογένειάς του προς το Νιώτα απέραντη.

Ο Νιώτας πίστευε ταπεινά πως είχε κάνει το χρέος του. Βοήθησε κι έφερε ζωντανό στο σπίτι του το συνάνθρωπό του, το φίλο του, τον αγαπημένο του γείτονα, όπως σίγουρα θα έκαµνε κι εκείνος, αν η «τύχη» τά φερνε αντίστροφα τα πράµατα.

Τα πόδια του Λιόλιου κάπως διορθώθηκαν µε τον καιρό, αλλά η αναπηρία δεν ξεπεράστηκε. Δώδεκα χρόνια στο κρεβάτι του πόνου κι απ’ την πατρίδα, καμιά µέριµνα! Τον σύντρεχαν µόνο οι καλοί γείτονες, οι αληθινοί φίλοι και οι σύντροφοι.

Στη συνέχεια ταλαιπωρήθηκε στη βιοπάλη για την τετραμελή οικογένειά του µ’ ένα µικρό µανάβικο ,μεροδούλι μεροφάι, μάταια περιμένοντας έστω και μια μικρή αναγνώριση από την πατρίδα, το «επίσημο» κράτος. Καµιά πρόνοια και καµιά σύνταξη για τη θυσία. Μπορεί νά ‘φταιγαν και τα φρονήµατά του ..,τα «κοιωνικά» !!!

Κι από τότε οι καµπάνες της Επετείου του ΟΧΙ ξυπνούσαν κάθε χρόνο ανάµικτα μα έντονα συναισθήµατα µέσα του, περηφάνιας και θλίψης μαζί……..

ΜΑΝΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Υ.Γ. Γραμμένο αμέσως μετά από προφορική διήγηση του ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΥ από τον παιδικό μου φίλο και γείτονα Τάκη Γεωργίου Τσιούτσιο γιό του Λιόλιου, ανήμερα μιάς 28ης Οκτωβρίου .

Ακούστε το και διαβάστε στη συνέχεια όλο το ποίημα:

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ’ αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ’ αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ’ έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ’ αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ’ “όλα για όλα”
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ’ αφέντη το φαΐ.

Kαι γι’ αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη 30
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ’ εμένα σε μια σφήνα
μ’ έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
Σε καβάλησε ο Xριστός!

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ’ η Xώρα κ’ οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!… Πεινώ!…
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K’ έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ’ εγώ,
του θεού τ’ αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν’ η ζωή),

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ’ Aβράμη,
τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!…

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
-“Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ’ την αδικιά τ’ αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!…”
Mα με την κουβέντ’ αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.

Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― “Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ’ οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου 90
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου –
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ’ αφεντικό.

Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ’ έχ’ η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη”.