Ένα μαγαζί τοποθετημένο σε νευραλγικό σημείο της αγοράς με χρόνο ίδρυσης το 1938 απ τον πατέρα του Κώτσιου Τόπα ( Λιάκου ) σε καίριο σημείο της ρυμοτομίας των Σερβίων . Στην κορυφή της οξείας γωνίας που σχημάτιζαν οι οδοί Βενιζέλου – Μεταξά ( σήμερα Μιαούλη ) ήταν ο θρυλικός ” Τόπας ” και μπροστά του μια μεγάλη τρίγωνη και πλήρως εμπορική πλατεία . Δυο βήματα ήταν η πλατεία του Δημαρχείου με τα απολαυστικά πλατάνια . Ο Τόπας διέθετε το ιαματικό τσίπουρο Σερβίων , ενίοτε και Λιβαδίου , και τους πιο πικάντικους μεζέδες . Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου χτυπήθηκαν άνθρωποι εκεί . Μετά το 1950 το μαγαζί γνώρισε μεγάλες δόξες εντός , εκτός και επί της ρετιρέ Πλάκας , με ΄” όργανα ” μεταμεσονύχτια , αστυνομία και επίσκεψη στο κοιμητήριο του Αη Νικόλα με τα ” όργανα ” για τους εκλειπόντες φίλους . Σχεδόν καθημερινά απολάμβανα τότε στη δεκαετία του 1970 τα συμβάντα στο θρυλικό αυτό μαγαζί , αφού το ζαχαροπλαστείο μας ήταν κολλητά απέναντι. Ο Κώτσιος ο Τόπας και ο Θωμάς ο Σαμαλέκης ήταν οι μόνοι που δε με έλεγαν Νίκο , ούτε Νικολή όπως ήθελε η μάνα μου , αλλά … Κουλούση και με νευρίαζαν . Αργότερα έμαθα ότι οι βλαχολιβαδιώτες τον Νικο , τον έλεγαν Κουλούση απ το Νικολούση ( βλάχικα πράματα ) και κάπως κατάλαβα . Απ τα πολλά που έχω να θυμηθώ απ του ” Τόπα ” των 70ς ένα μου έχει μείνε , εκτός της χαρακτηριστικής του κίνησης να βάζει το χέρι στη δεξιά τσέπη του παντελονιού και να ” κουδουνίζει ” τα ψιλά . Ήταν παζάρι Δευτέρα καλοκαίρι και ένας παζαριώτης τσαγκάρης εκ Κοζάνης με μόνιμο μαγαζί στα Σέρβια , έναντι του Τόπα , του παρήγγειλε όχι καφέ ως συνήθως και για χρόνια αλλά ένα βραστό νερό το οποίο σφοδρά ανακάτευε με αλεσμένο καφέ, έπινε αυτός κερνούσε και κάναν πελάτη.
Ο Τόπας δεν μπορούσε να το χωνέψει , να του κάνει τέτοια μηχανή ο άλλος . Τη μεθεπόμενη ( μάλλον ) Δευτέρα του έριξε το βραστό νερό πάνω του μετά πολλών αγοραίων φράσεων που δεν λέγονται . Έγινε αμέσως γνωστό το συμβάν και σε ερώτηση του πατέρα μου ” τι έγινε ρε Κώτσιο με τον Σ.κ.β..ρ.α ; ” , έλαβε την απάντηση : ” Όχι θα τον έκανα μπράτιμο τον σιούρδο “.