Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία» – Ο βραβευμένος συγγραφέας από το Βελβεντό αφηγείται τη ζωή του στη LiFO

15 Φεβρουαρίου 2026
23:14
Κανένα σχόλιο

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Βελβεντό Κοζάνης, σ’ ένα αγροτικό περιβάλλον που δεν είχε σχέση με γράμματα και τέχνες. Η μαμά μου ήταν μοδίστρα και αγρότισσα, ο μπαμπάς μου οδηγός σε φορτηγά και αγρότης. Είμαι, όπως πολλοί Έλληνες γιοι, γιος μιας μητέρας εμφατικά παρούσας κι ενός πατέρα που, λόγω δουλειάς και λόγω της συνήθους για τη χώρα μας αρσενικής ψυχικής συγκρότησης, ήταν λιγότερο παρών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ανατράφηκα κυρίως με το περιβάλλον και τους συγγενείς της μαμάς μου. Επιπλέον, οι πρώτου βαθμού συγγενείς από τη μεριά του μπαμπά μου είναι μετανάστες στην Αυστραλία κι έτσι οι επαφές με κείνη την πλευρά της οικογένειας σπάνιζαν. Επαφή υπήρχε με το σόι της μαμάς, γεμάτο γυναίκες –θείες, ξαδέρφες, τη γιαγιά μου πάνω απ’ όλα– κι επίσης με τις πελάτισσες της μαμάς μου. Έτσι, μεγάλωσα σχεδόν αποκλειστικά σε γυναικείο περιβάλλον – με τις φίλες της μαμάς μου, με τις γειτόνισσες με τις οποίες έπινε καφέ και με τις πελάτισσές της, τις ιστορίες των οποίων άκουγα ως παιδί, κρυμμένος πίσω από την πόρτα ή κάτω από το κρεβάτι ενώ έκαναν πρόβα.

• Αν είσαι ένα παιδί μιας κάποιας ευαισθησίας –και όλα τα παιδιά είναι ευαίσθητοι καταγραφείς του περιβάλλοντός τους–, που καταλαβαίνει διαισθητικά τη δυναμική ανάμεσα στους γονείς –το τι λέγεται και κυρίως τι αποσιωπάται–, διαποτίζεσαι από τη συναισθηματική υγρασία του περιβάλλοντος. Ιδίως όταν γράφεις, γιατί η λογοτεχνία βασίζεται όχι σε ό,τι διατυπώνεται αλλά σε ό,τι λανθάνει, σε ό,τι υπονοείται. Οπότε, από τη μια οι γυναίκες ήταν εκεί και μιλούσαν, από την άλλη η πατρική φιγούρα δεν ήταν εκεί και δεν μιλούσε. Κι αυτά τα δύο, η αντίστιξη λόγου και σιωπής, με σφράγισαν και με έστρεψαν από νωρίς, νομίζω, στις λέξεις και κατόπιν στο γράψιμο. Διότι ένιωθα ότι γύρω μου πλανιούνταν πράγματα κι εγώ έπρεπε κάπως να τα κατανοήσω, να τα ερμηνεύσω, να τους δώσω σχήμα, αλλιώς θα με πλάκωναν. Αν και η οικογένειά μου δεν είχε τα εργαλεία να μου προσφέρει όσα χρειαζόμουν, στάθηκα τυχερός γιατί το Βελβεντό, παρότι μικρή κωμόπολη, απομονωμένη μεταξύ Πιερίων και Αλιάκμονα, είχε καλύτερο πολιτιστικό επίπεδο σε σχέση με τον μέσο όρο της ελληνικής επαρχίας: υπήρχε μια υποτυπώδης πολιτιστική υποδομή, από την οποία κρατήθηκα. Υπήρχε μια παιδική βιβλιοθήκη, που την έστησε τη δεκαετία του ’80 η Ανέτ Σλουμπερζέ, μια περίφημη Γαλλίδα φιλέλληνας που, σε συνεργασία με την κυβέρνηση Σημίτη, αποφάσισε να ιδρύσει σε αγροτικά μέρη της Ελλάδας ένα δίκτυο παιδικών βιβλιοθηκών με ευρωπαϊκά πρότυπα. Εγώ, επειδή δεν είχα πού να καταφύγω, κατέφυγα εκεί από μικρός. Δεν ήμουν αθλητικό παιδί, δεν αγαπούσα το ποδόσφαιρο – δεν είχα πού να πάω. Το έλεγε κάπου ο Σαββόπουλος: έχουμε την καθημερινή ζωή μας, έλεγε, πάμε στο σχολείο ή στη δουλειά μας, όμως κάποια πράγματα περισσεύουν, κι αυτά που περισσεύουν τα αναλαμβάνει το τραγούδι. Σε μένα, αυτά που περίσσευαν και περισσεύουν, αν και μάλλον θα έπρεπε καλύτερα να πω αυτά που έλειπαν και λείπουν, τα ανέλαβαν αρχικά η βιβλιοθήκη και στη συνέχεια, μέχρι σήμερα, η ανάγνωση και το γράψιμο.

«Είναι πολύ διαφορετικό να πίνεις σπριτς στο Κουκάκι και διαφορετικό να παίρνεις το τρόλεϊ από την Κυψέλη, να νιώθεις τον θυμό και την ένταση όταν είμαστε όλοι σαν σαρδέλες, και πόσο αταίριαστη είναι η «χρυσή νεολαία» του gentrification και της κυψελιώτικης «φάσης» με τους ηλικιωμένους που ζουν ξεπεσμένοι και φτωχοί»

• Σ’ αυτό το περιβάλλον, όπου δεν ένιωθα άνετα –ούτε στο οικογενειακό ούτε και στου μικρού τόπου–, είχα δύο πράγματα: από μια τη βιβλιοθήκη κι από την άλλη τις ιστορίες των γυναικών, των φιλενάδων και των πελατισσών της μαμάς μου, τη ματαίωση και τη λύπη τους, όλα όσα δεν έλεγαν στις οικογένειες και στους άντρες τους αλλά τα εκμυστηρεύονταν μεταξύ τους στον καφέ κι εγώ τα άκουγα. Αυτές οι ιστορίες είναι σημαντικές για μένα. Κι αυτή την υπόκωφη λύπη, που δεν μπορούσε να εκφραστεί αλλιώς παρά μόνο σ’ αυτό το άτυπο δίκτυο αλληλεγγύης που ήταν η καθημερινή τους συνάντηση για καφέ, τη ρούφηξα. Οπότε στο Βελβεντό είχα αυτά και είχα και τους φίλους μου, μια μικρή παρέα ατόμων στο χωριό που ήταν σαν κι εμένα –ας πούμε ότι ήμασταν, ο καθένας με τον τρόπο του, έκκεντροι–, και φτιάξαμε ένα περιβάλλον μεταξύ μας που ήταν υποστηρικτικό απέναντι σε ένα περιβάλλον που μας έκανε να νιώθουμε ξένοι. Όλα αυτά ήταν το έδαφος πάνω στο οποίο ρίζωσα για να φυτρώσω και να γίνω ό,τι είμαι. Κυρίως, όμως, το έδαφος το καθόρισε μια κληροδοτημένη λύπη που τρυπώνει πάντα μέσα απ’ τις ρωγμές, δηλαδή μέσα από ό,τι δεν αρθρώνεται, από τη μεριά της μητέρας μου, αλλά και από την πλευρά του πατέρα μου, γιατί ο πατέρας μου είχε κι αυτός να σηκώνει τις δικές του ματαιώσεις, όπως ο καθένας. Ένα ευαίσθητο παιδί όλ’ αυτά τα ρουφάει – και είπαμε, όλα τα παιδιά είναι ευαίσθητα. Ένα παιδί είναι ένας συλλέκτης που όλα αυτά καλείται κάτι να τα κάνει. Κι εγώ το μόνο που ήξερα κάπως να κάνω ήταν να βάζω λέξεις στη σειρά.

Ο Γιάννης Παλαβός γράφει διηγήματα γιατί έχει ανάγκη να εκτεθεί

• Δεν μεγάλωσα με βιβλία, δεν είχαμε βιβλία στο σπίτι. Τα μόνα που είχαμε ήταν μια εγκυκλοπαίδεια που αγόρασαν οι γονείς μου από έναν πλανόδιο πωλητή στα μέσα της δεκαετίας του ’80 –θυμάμαι καθαρά την επίσκεψή του–, μερικοί βίοι αγίων και δυο τρία άσχετα βιβλία που, για άγνωστο λόγο, βρέθηκαν στο σύνθετο του σαλονιού. Ό,τι βιβλία διάβαζα, τα διάβαζα στην παιδική βιβλιοθήκη, όπου από τα πέντε-έξι μου πήγαινα σχεδόν κάθε απόγευμα. Αργότερα, στην εφηβεία πια, άρχισα να πηγαίνω στη Βιβλιοθήκη του Μορφωτικού Ομίλου Βελβεντού, η οποία ήταν επίσης μια καλή βιβλιοθήκη για τα μέτρα ενός μικρού τόπου, κι εκεί ανακάλυψα τους μπίτνικ. Αλλά άρχισα να διαβάζω συστηματικά όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, στη Θεσσαλονίκη. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω ότι ο τρόπος που έχω για να δώσω συνοχή στη ζωή μου, σ’ αυτό το αυτοσχέδιο πράγμα που είναι η ζωή μας, ήταν οι λέξεις.

• Ίσως γενικεύω επικίνδυνα, όμως καμιά φορά νιώθω ότι υπάρχουν, χοντρικά, δύο ειδών συγγραφείς: αυτοί που ανατράφηκαν σε λογοτεχνικό και εν γένει καλλιτεχνικό περιβάλλον κι αυτοί που ήρθαν στη γραφή απ’ έξω. Εγώ ανήκω σε όσους ήρθαν απ’ έξω. Το γράψιμο ποτέ δεν είχε για μένα άλλον σκοπό από το να αποτελεί μια χειρονομία προς τον εαυτό μου, μια χειρονομία λίγο-πολύ αυτοανακάλυψης. Ο Σαββόπουλος –πάλι ο Σαββόπουλος–, όταν τα τελευταία χρόνια τον ρωτούσαν γιατί σταμάτησε να γράφει, απαντούσε: «Πάντοτε έγραφα με λύσσα, κι αυτήν τη λύσσα δεν θα την προδώσω». Για μένα αυτή η «λύσσα» είναι σημαντική. Γιατί μεγαλώνοντας ένιωθα, δικαίως ή αδίκως, ότι δεν είχα πολλά, είχα όμως τα βιβλία. Αφετηρία είναι η έλλειψη. Γι’ αυτό και δεν μου πολυαρέσει να στέκομαι σε όρους όπως η «λογοτεχνική φόρμα» ή οι «τεχνικές», γι’ αυτό και δεν με πολυπείθουν η «διακειμενικότητα», οι  «φιλοσοφικές» αναφορές και το υπέρμετρα διανοητικό στοιχείο. Υποψιάζομαι ότι όλα αυτά είναι πράγματα με τα οποία συνδέονται άνθρωποι που μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα πιο λόγια, πιο διανοητικά από το δικό μου, και μου φαίνονται και λιγάκι ήσσονος σημασίας. Επειδή με τη λογοτεχνία είχα ανέκαθεν αυτήν τη σχέση αυτοανακάλυψης, δεν θέλω να γράφω χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος, ούτε και να δημοσιεύω πράγματα που δεν τα νιώθω ουσιαστικά. Θα ήταν σαν να προδίδω τον εαυτό μου, την ίδια μου την ταυτότητα. Αυτό θέλω να το κρατήσω όσο μπορώ.

• Η πρώτη φορά που έγραψα κάτι με αξιώσεις ήταν στο τέλος των σπουδών μου, όταν δεν μπορούσα να δώσω εξετάσεις για το μεταπτυχιακό που ήθελα γιατί χρωστούσα ένα μάθημα κι έτσι πήγα στον στρατό, κάτι που βέβαια δεν ήθελα. Τη δυσφορία μου έπρεπε κάτι να την κάνω –είπαμε, ό,τι περισσεύει κι ό,τι λείπει κάτι πρέπει να το κάνεις–, οπότε δοκίμασα να γράψω ώστε κάπως να τη διαχειριστώ. Έστειλα το διήγημα σε έναν διαγωνισμό, βραβεύτηκα, πήρα θάρρος και συνέχισα. Έως τότε, κατά βάση απλώς διάβαζα. Έπρεπε να βρω τη φωνή μου, και τη βρήκα με τα χρόνια, μέσα από απανωτές δοκιμές και αποτυχίες. Κι ούτε έχω κατασταλάξει κιόλας. Ούτως ή άλλως, κάθε φορά που κάθεσαι να γράψεις, πειραματίζεσαι: αυτά που έγραψες δεν σου διδάσκουν πώς να γράψεις τα επόμενα. Τα επόμενα πρέπει να βρουν τον τρόπο τους να σχηματοποιηθούν. Για μένα, κάθε επόμενο κείμενο είναι δυσκολότερο από το προηγούμενο, γιατί γράφοντας το επόμενο έχεις να κουβαλήσεις και τα προηγούμενα, όπως η μηχανή ενός τρένου πρέπει να κουβαλήσει όλα τα βαγόνια πίσω της τραβώντας ανηφορικά. Κι ο δρόμος είναι σταθερά ανηφορικός.

Γιάννης Παλαβός
«Δεν είμαι σίγουρος ότι η ζωή μού έχει μάθει κάτι. Κατάλαβα, ίσως, με τα χρόνια και με τον μόνο τρόπο που μπορεί να μάθει κανείς κάτι, δηλαδή παθαίνοντας, ότι η ζωή δεν είναι αγώνας δρόμου αλλά αγώνας ταχύτητας» Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

• Σπούδασα Δημοσιογραφία και ΜΜΕ στο ΑΠΘ και στη συνέχεια έκανα το μεταπτυχιακό μου στο Πάντειο, στην Πολιτιστική Διαχείριση. Σπούδασα ό,τι σπούδασα γιατί ένιωθα πως η μόνη μου δεξιότητα ήταν το γράψιμο. Κι επειδή το κείμενο κείται και ό,τι κείται υπόκειται σε ερμηνεία, μπορούσα έτσι να θολώσω τα νερά. Είχα ανάγκη να θολώσω τα νερά όταν ήμουν έφηβος, λόγω έμφυτης συστολής. Ήθελα να μη με καταλαβαίνει κανένας, να κρύβομαι. Λόγω, λοιπόν, της αγάπης και της έφεσής μου προς τα κείμενα, πήγα στο Τμήμα Δημοσιογραφίας. Αλλά δεν ήταν μια σχολή που, με ορισμένες εξαιρέσεις σοβαρών καθηγητών, μου έμαθε πραγματικά κάτι: με έκανε ειδικό στο γενικό. Μάλλον ό,τι έμαθα στα χρόνια των σπουδών μου το έμαθα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Θεσσαλονίκης, όπου πήγαινα τη μέρα, και στη γύρα μεταξύ Berlin, Λούκι Λουκ και Residents, όπου πήγαινα τη νύχτα.

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ:
Γιάννης Παλαβός, «Αστείο», εκδόσεις Ίκαρος

• Στην Αθήνα κατέβηκα 24 ετών, για το μεταπτυχιακό μου, κι από τότε ζω εδώ. Έπιασα ένα διαμέρισμα στον Νέο Κόσμο με έναν άγνωστό μου τότε, τον Λουκά, με τον οποίο μείναμε τελικά συγκάτοικοι δέκα χρόνια, μια σημαντική σχέση για μένα: κι αυτός από την επαρχία –Καρδιτσιώτης–, οπότε το στοιχείο του «επαρχιώτη στην Ομόνοια / μες στο ψιλόβροχο / αρχές του Μάη», που ακόμα δεν μ’ έχει εγκαταλείψει, μας ένωσε, όπως μας ένωσε και το κοινό μας χιούμορ. Μόλις τέλειωσα το μεταπτυχιακό, βρήκα δουλειά στο χοροθέατρο Ροές της Σοφίας Σπυράτου. Ήμουν βοηθός της για δέκα χρόνια. Ήταν ενδιαφέρουσα περίοδος, γιατί γνώρισα από μέσα τον χώρο του θεάτρου και του χορού, και μάλιστα εμπειρίες από κείνη τη δουλειά πέρασαν σε κάποια διηγήματα του «Αστείου». Γνώρισα από κοντά ηθοποιούς που τους ήξερα από τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό, κι ακόμα και σήμερα δεν με έχει εγκαταλείψει αυτή η αίσθηση της έκπληξης που μου προκαλεί η θέα μιας έστω και δευτεροκλασάτης διασημότητας. Βλέπω, π.χ., στον δρόμο ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο και ενστικτωδώς αναφωνώ «α, είναι ο Γιάννης Γιοκαρίνης!» –αναφέρω τον Γιοκαρίνη επειδή τυχαίνει να τον πετυχαίνω στη Φωκίωνος, όχι επειδή είναι δευτεροκλασάτος, κάθε άλλο– και ίσα που κρατιέμαι να μη σηκώσω το χέρι και να δείξω προς το μέρος του. Για μένα, η εικόνα της τηλεόρασης, που με έβγαζε από τη χαμηλοτάβανη πραγματικότητα του χωριού, ήταν σημαντική. Ένα καθοριστικό γεγονός για μένα ήταν ο ερχομός της ιδιωτικής τηλεόρασης στο Βελβεντό. Θυμάμαι να σηκώνονται οι κεραίες της ιδιωτικής τηλεόρασης στις στέγες του χωριού το 1991, τις οποίες αποκαλούσαμε «χελιδόνες» λόγω του σχήματός τους – έμοιαζαν με ψαλιδωτές χελιδονίσιες ουρές. Όσο χαζό κι αν ακούγεται, για μένα η ιδιωτική τηλεόραση, παρόλο το σκουπιδαριό της, το οποίο ρούφηξα με δίψα, έφερε μια άνοιξη – όπως τα χελιδόνια. Ίσως γι’ αυτό η πτυχιακή μου εργασία στη Σχολή Δημοσιογραφίας να είχε θέμα «Το κιτς στον δημοφιλή ελληνικό κινηματογράφο». Με παρηγόρησε αυτό το κιτς. Είναι μέρος μου.

• Ένα από τα πιο καθοριστικά πρόσωπα για τη διαμόρφωσή μου ήταν ο Γιάννης Πετρίδης. Όταν τον πρωτοάκουσα το 1995, ούτε δεκαπέντε χρονών, ήταν τομή για μένα. Πέτυχα την εκπομπή του ενώ έκανα ζάπινγκ στο τεράστιο ραδιόφωνο του πατέρα μου, που το είχε φέρει από τη Σαουδική Αραβία, όπου είχε πάει μετανάστης τη δεκαετία του ’70. Η αισθητική μου χρωστάει πολλά στον Γιάννη Πετρίδη. Ο Πετρίδης, και μαζί ο Mόρισεϊ και οι Smiths, οι Smashing Pumpkins και ο Σαββόπουλος, με έχουν διαμορφώσει εξίσου με τους τους συγγραφείς που αγαπώ, ίσως και περισσότερο. Όχι τυχαία, η μεταπτυχιακή διπλωματική μου εργασία είχε τίτλο «Το μεταρομαντικό στοιχείο στη στιχουργική του Mόρισεϊ». Η επιρροή των Smiths διαπερνά τη σχέση μου με τη γραφή: ακούς μια μελωδία του Mαρ, τόσο ανάλαφρη και χαρωπή, κι έπειτα προσέχεις τους στίχους του Mόρισεϊ κι έρχεσαι αντιμέτωπος με την πίκρα τους, με τη δηκτικότητα και τη λοξή τους ειρωνεία. Κι αυτός ο συνδυασμός, δηλαδή το ανάλαφρο μαζί με το πικρό που τσακίζει, είναι κάτι που ασυναίσθητα προσπάθησα να αναπαράγω γράφοντας. Κι αυτό με πάει σε κείνους τους στίχους του Αργύρη Χιόνη: ««Η ποίηση πρέπει να ’ναι / Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο / Πάνω που θα ’χεις γλυκαθεί / Να σπας τα δόντια σου». Αυτό έκαναν οι Smiths κι αυτό ακριβώς θέλησα να κάνω κι εγώ. Κι επίσης, θέλησα να έχουν τα κείμενά μου τον απλό, προσιτό χαρακτήρα της καλώς εννοούμενης ποπ, όπως αυτή των Smiths, μαζί με το βάθος που αυτή η καλώς εννοούμενη ποπ διαθέτει.

• Συγγραφέας είναι κάποιος για τον οποίον το γράψιμο είναι πιο δύσκολο απ’ ό,τι για τους άλλους, όχι ευκολότερο. Όταν νιώσω ότι έχω κάτι να πω, κάτι που θα πάει εμένα ως Γιάννη και αυτό που κάνω, δηλαδή το γράψιμο, ένα βήμα παρακάτω, τότε θα καθίσω να το κάνω, δηλαδή να γράψω. Πάντα έτσι έγραφα. Αλλιώς ποιος ο λόγος; Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα από μέτρια ή κακά βιβλία. Γιατί να προσθέσουμε άλλο ένα; Είμαι σαράντα πέντε χρονών. Αν συνεχίσω να γράφω με τον ρυθμό που γράφω κι όλα πάνε καλά και ζήσω μερικές δεκαετίες ακόμα, θα γράψω άλλα τρία βιβλία. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε τα τρία που έχω γράψει, έχουμε έξι –και σ’ αυτά προσθέτω και τα δύο κόμικς που έχω γράψει και τα καμιά δεκαριά βιβλία που μετέφρασα–, μου φαίνονται μια χαρά ως σώμα έργου. Δεν χρειάζεται παραπάνω. Ούτως ή άλλως, πολύ ή λίγο δεν έχει σημασία: σημασία έχει αυτό που γράφεις να στέκεται, να μπορείς να το υπερασπιστείς σε βάθος χρόνου, να μην ντρέπεσαι γι’ αυτό. Αν αυτό μπορώ να το εξασφαλίσω, είμαι μια χαρά.

• Το πιο μεγάλο μου όφελος από το γράψιμο είναι ότι βρήκα έναν τρόπο να δίνω μια κάποια συνοχή στη συνεχή αντίφαση που είμαι κι εγώ, όπως όλοι. Βρήκα κάπου, έστω και προσωρινά, να με ακουμπήσω. Κι αυτό το είχα ανάγκη, όπως το έχει ανάγκη ο καθένας μας και βρίσκει τον δικό του τρόπο. Η λογοτεχνία, είτε από τη μεριά του συγγραφέα, είτε από τη μεριά του μεταφραστή, είτε, πάνω απ’ όλα, από τη μεριά του αναγνώστη, είναι, για να θυμηθούμε το θαυμάσιο διήγημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, «ο δικός μου χωματόδρομος».

• Ώσπου να πάω στην κατασκήνωση, στα δέκα μου, δεν είχα ακούσει ούτε ένα αστείο για το επώνυμό μου. Δέκα χρονών, λοιπόν, το καλοκαίρι, με στέλνουν οι γονείς μου στις αγροτικές κατασκηνώσεις στη Χαλκιδική, όπου πήγαιναν παιδιά αγροτικών οικογενειών από όλη τη Μακεδονία. Μπαίνω στη σκηνή, όπου θα μέναμε καμιά εικοσαριά άτομα, συστήνομαι μπροστά σε όλους και ξαφνικά όλη η σκηνή ξεσπάει σε γέλια. Και τότε κατάλαβα για πρώτη φορά ότι κάτι τρέχει με το επίθετό μου. Στο Βελβεντό ήμασταν τρεις οικογένειες Παλαβών και ήταν ένα συνηθισμένο επώνυμο, κι επίσης όλοι οι δάσκαλοί μου ήταν Βελβεντινοί, οπότε το «Παλαβός» δεν έκανε καμία εντύπωση. Έτσι, το πρώτο αστείο που άκουσα για το επίθετό μου ήταν τότε, στην κατασκήνωση, κι από τότε τα αστεία δεν σταμάτησαν ποτέ – χώρια που πολλοί πιστεύουν ότι το «Παλαβός» είναι το λογοτεχνικό μου ψευδώνυμο. Κι αν καμιά φορά, λόγω ανασφάλειας, παραπαίρνω σοβαρό ύφος ή προσπαθώ υπερβολικά να φανώ σοβαρός, είναι και λόγω του επιθέτου μου: είναι σαν, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι, να προσπαθώ να αποδείξω ότι δεν είμαι παλαβός. Αλλά οι μεταφράσεις μου δεν είναι «παλαβές», γιατί όταν μεταφράζεις η δουλειά σου είναι να εξαφανιστείς. Η δουλειά σου είναι να είσαι εγγαστρίμυθος, χαμαιλέων – ένας υποβολέας. Επιλέγω να μεταφράσω μόνο ό,τι θα ήθελα να έχω γράψει εγώ –αν μπορούσα, βέβαια–, που δεν υπάρχει στα ελληνικά και το μεταφράζω επειδή μου αρέσει. Κι άρα το θεωρώ κι αυτό λιγάκι «δικό μου», μέρος του όποιου έργου μου. Οι μεταφράσεις μου δεν μπορεί να «παλαβές», γιατί δεν έχω το δικαίωμα να τις κάνω «παλαβές». Είναι «παλαβές» μόνο ως πρόθεση. Ως αποτέλεσμα δεν είναι και δεν πρέπει να είναι: ο μεταφραστής πρέπει να είναι αφανής, αόρατος.

• Οι μεταφράσεις μού μαθαίνουν ελληνικά: είναι αυτό που είχε πει πολύ σωστά ο Σεφέρης, ότι όταν μεταφράζεις μαθαίνεις καλύτερα τη δική σου γλώσσα, όχι τη γλώσσα από την οποία μεταφράζεις. Μεταφράζοντας, λοιπόν, μαθαίνω να χειρίζομαι αποτελεσματικότερα το υλικό το οποίο στη συνέχεια θα χρησιμοποιήσω για να γράψω τα δικά μου κείμενα. Και, βέβαια, κοντά στον βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα: κοντά στον βασιλικό που είναι τα απαιτητικά κείμενα απαιτητικών συγγραφέων, κάτι θα ξεπατικώσω κι εγώ ως γλάστρα. Κάτι μαθαίνω, που μπορώ να αξιοποιήσω στα δικά μου κείμενα.

• Το 2004, που ήρθα στην Αθήνα, δεν καταλάβαινα πολλά για την πόλη. Ήμουν ένα παιδί από την επαρχία της Κοζάνης και η Αθήνα μού φαινόταν τεράστια, δεν ήξερα την ανθρωπογεωγραφία της, δεν μπορούσα να προσανατολιστώ. Έμενα στον Νέο Κόσμο και το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να αναπαραγάγω τον κόσμο που είχα μάθει τα τέσσερα χρόνια που σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη, δηλαδή τα αντίστοιχα μπαρ και τα μέρη όπου έβρισκα βιβλία. Γρήγορα ανακάλυψα το Pop, το Au Revoir και τον Ένοικο, καθώς και τα παλαιοβιβλιοπωλεία στο Μοναστηράκι και τα Εξάρχεια. Εκείνη την εποχή δεν καταλάβαινα πραγματικά το μέγεθος της πόλης.

• Παρότι μένω στην Αθήνα, παρότι εδώ είναι πια η ζωή μου, δεν νιώθω Αθηναίος. Νομίζω ότι αυτή η πόλη είναι μια πόλη «μη Αθηναίων», μια πόλη ανθρώπων που ζουν εδώ, αλλά δεν είναι και δεν νιώθουν Αθηναίοι: δεν είναι μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, η Λάρισα ή η Κοζάνη, μια πόλη δηλαδή με δική της, διακριτή ρίζα και ταυτότητα. Είναι, όπως όλες οι μητροπόλεις, μια πόλη διερχομένων. Όμως αυτό είναι η γοητεία και το καλό κάθε μητρόπολης: επειδή ακριβώς είσαι διερχόμενος, έχεις άλλα οφέλη, και άλλου είδους ορίζοντες σε σχέση με τη βαθιά ρίζα μεν, αλλά και την ασφυξία του μικρού τόπου. Εξακολουθώ να μη νιώθω άνετα στην Αθήνα και εξακολουθώ να είμαι εδώ κυρίως επειδή δουλεύω εδώ. Θέλω όμως κάποια στιγμή να φύγω, όπως και πολλοί άλλοι άλλωστε. Ειδικά αν έχεις παιδιά, βλέπεις πόσο δύσκολη είναι η ζωή στην Αθήνα: βλέπεις τα πεζοδρόμια, βλέπεις το πόσο άθλια είναι η δημόσια συγκοινωνία, πόσο ακριβή είναι η πόλη. Βλέπεις όλο το παραμύθι που πουλάει η χώρα στο εξωτερικό, πόσο διαφορετική είναι η εικόνα που έχουν οι τουρίστες ή όσοι έρχονται ως ψηφιακοί νομάδες ή ως κάθε είδους «καλλιτέχνες» στην Αθήνα σε σχέση με μας που ζούμε εδώ. Είναι πολύ διαφορετικό να πίνεις σπριτς στο Κουκάκι με τους ευρωπαϊκούς σου μισθούς και διαφορετικό να παίρνεις καθημερινά, όπως πολλοί από μας, το τρόλεϊ από την Άνω Κυψέλη μέχρι το κέντρο και να βλέπεις τις άθλιες συνθήκες, να νιώθεις τον υπόκωφο θυμό και την ένταση που σιγοβράζει όταν είμαστε όλοι σαν σαρδέλες, και πόσο αταίριαστη είναι η «χρυσή νεολαία» του gentrification και της κυψελιώτικης «φάσης» με τους ηλικιωμένους που ζουν ξεπεσμένοι και φτωχοί κι αυτό φαίνεται στην όψη τους. Όλο αυτό το πράγμα, ενώ παρουσιάζεται ως αρμονική καθημερινότητα, δεν είναι. Οι ρωγμές είναι ορατές. Και κάποια στιγμή η ένταση θα σκάσει.

Γιάννης Παλαβός
«Αν μ’ ενοχλεί κάτι, είναι μάλλον αυτός ο διάχυτος νέος εγωισμός των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της φρικτής ομοιομορφίας σκέψης και αισθητικής που επιβάλλουν». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

• Μια συνήθεια που έχω από φοιτητής και μου αρέσει πολύ είναι η εφημερίδα – ο καφές με εφημερίδα και η ησυχία. Κάτι που, βέβαια, ως πατέρας, πλέον δεν το έχω και μου λείπει. Μου αρέσει να είμαι μόνος μου, το αγαπώ πολύ. Η ανάγνωση εν μέσω κόσμου είναι κάτι που μου αρέσει πολύ – η ανάγνωση με έναν καφέ και με μια εφημερίδα ή ένα βιβλίο επί ώρες. Κι επίσης μου αρέσει να διορθώνω, μόνος σ’ ένα καφέ, κάτι που έγραψα. Είτε μεταφράζω είτε γράφω, η διόρθωση ενός κειμένου είναι κάτι που απολαμβάνω περισσότερο από κάθε άλλο στάδιο της δουλειάς. Η διόρθωση είναι, πιστεύω, το πραγματικά δημιουργικό στάδιο: η ουσιαστική δουλειά όταν γράφεις ή όταν μεταφράζεις γίνεται στο ραφινάρισμα της διόρθωσης. Εκεί η άμορφη ή μερικώς μορφοποιημένη πρώτη ύλη μεταστοιχειώνεται ξαφνικά σε έργο, μ’ αυτή την ψιλοδουλειά. Την απολαμβάνω πιο πολύ κι από την έρευνα κι από το ίδιο το γράψιμο.

• Μου αρέσει να περπατάω και μου αρέσει, όταν είμαι στο Βελβεντό, να περπατάω στην όχθη του λάκκου του χωριού, στο ρέμα που οριοθετεί τον οικισμό. Το «Δεξιά της κοίτης», ο μονόλογος που έγραψα πέρσι και ανέβηκε στη Μικρή Επίδαυρο, εκτυλίσσεται στην όχθη αυτού του ρέματος, που κάποτε θεωρούνταν ο φονικότερος χείμαρρος των Βαλκανίων. Έχω μεγαλώσει σε έναν τόπο με πολλά νερά και νομίζω πως το αγαπημένο μου πράγμα στον κόσμο είναι να ακούω το τρεχούμενο ορεινό νερό.

cover

• Η Ζυράννα Ζατέλη είναι μια συγγραφέας ευρωπαϊκής κλάσης. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης το ίδιο. Ο Θανάσης Βαλτινός και ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, δυο Έλληνες πεζογράφοι που έφυγαν πρόσφατα από τη ζωή, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από κανέναν Ευρωπαίο συγγραφέα. Το ίδιο και η Τζένη Μαστοράκη και ο Μιχάλης Γκανάς, που επίσης έφυγαν πρόσφατα. Μετά απ’ αυτούς τους θανάτους μ’ έπιασε ένα αίσθημα ορφάνιας, που εντάθηκε με τον θάνατο του Διονύση Σαββόπουλου. Ένιωσα ότι έφυγαν οι δημιουργοί που θεωρώ πνευματικούς μου γονείς. Όπως και να ’χει, υπάρχει σημαντική σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και ποίηση. Αυτό είναι αναμφισβήτητο.

• Η ελληνική λογοτεχνία διαθέτει πρώτης κλάσης πεζογράφους και ποιητές και μεταφράζεται αρκετά. Ειδικά όμως η αγγλική αγορά –παρότι δεν μου αρέσει ο όρος «αγορά» και νιώθω άσχημα που τον χρησιμοποιώ– είναι ένας χώρος που προσεγγίζεται δύσκολα. Οι ΗΠΑ και η Αγγλία δεν είναι όπως η Γαλλία, η οποία μεταφράζει συστηματικά ξένη λογοτεχνία – και μεταφράζει πολύ και ελληνική λογοτεχνία. Δυστυχώς, οι αγγλόφωνες χώρες δεν μεταφράζουν ιδιαίτερα, και όταν μεταφράζουν τείνουν να επιλέγουν τι θα μεταφράσουν με κριτήρια άσχετα με το τι εμείς αντιλαμβανόμαστε ως σημαντικό με λογοτεχνικά κριτήρια: μεταφράζουν με βάση τους όρους με τους οποίους το κέντρο επιτρέπει στην περιφέρεια –εν προκειμένω εμάς– να υπάρξει. Συγκεκριμένα, εμείς υπάρχουμε στη συνείδηση σχεδόν όλων των ξένων, πόσο μάλλον των Αμερικανών ή των Βρετανών που ζουν στη δική τους ευρύχωρη γλωσσική, πολιτισμική και βεβαίως οικονομική φούσκα, ως τόπος διακοπών, ως απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, ως σύγχρονοι του Ζορμπά ή, για τους πιο υποψιασμένους υποτίθεται, ως τόπος εξέγερσης ή αντίστασης στον νεοφιλελευθερισμό. Κατά κανόνα, ό,τι δεν πολυταιριάζει στο στερεότυπο δύσκολα βρίσκει τον δρόμο του στα αγγλικά – με σημαντικές, εννοείται, εξαιρέσεις, που αποτελούν τόλμημα των μεταφραστών και των εκδοτών τους. Επιπλέον, μέχρι πρόσφατα δεν είχαμε εθνικό φορέα βιβλίου, ενώ το σημαντικότερο εργαλείο για την εξωστρέφεια της ελληνικής λογοτεχνίας, το Greeklit, υπολειτουργούσε. Τώρα, με την ίδρυση του ΕΛΙΒΙΠ και με τη δραστήρια νέα διοίκηση της Εταιρείας Συγγραφέων, φαίνεται πως η κατάσταση αλλάζει προς το καλύτερο. Μακάρι.

• Οι συγγραφείς που με καθόρισαν είναι πολλοί και ετερόκλητοι. Αν έπρεπε να σταθώ σε μερικούς μόνο, θα έλεγα ο Βαλτινός, ο Παπαδημητρακόπουλος, ο Γονατάς, ο Σκαμπαρδώνης, ο Χατζής, ο Χουλιαράς. Κι επίσης η Κάθριν Μάνσφιλντ, ο Έτγκαρ Κέρετ, ο Χούλιο Κορτάσαρ. Είναι πολλοί. Μέχρι αύριο θα μπορούσα να παραθέτω ονόματα, αλλά τι σημασία έχει; Οι αναφορές δεν σημαίνουν τελικά και πολλά. Το αποτέλεσμα της δουλειάς μας μετράει.

• Νιώθω πως, λίγο πολύ, έχω κλείσει τους λογαριασμούς μου με την επαρχία, και ως άτομο και ως συγγραφέας. Άλλωστε, η επαρχία per se δεν με ενδιέφερε ποτέ – ήταν απλώς το υλικό, η βιωματική πρώτη ύλη που ήξερα καλά και μπορούσα να χρησιμοποιήσω με σχετική ασφάλεια για να οικοδομήσω τις κατασκευές μου. Όμως στο μεταξύ η ζωή μου προχώρησε και προχωράει. Κι αυτές οι εμπειρίες ζητούν να αρθρωθούν, κάπως να πάρουν σχήμα μέσα από τα κείμενα. Δεν είναι ότι τέλειωσε η σχέση μου με το Βελβεντό ως γενέθλιο τόπο –πώς θα ήταν άλλωστε δυνατόν αυτό;– ή ως δεξαμενή υλικού για ό,τι γράφω. Απλώς δεν είναι πια η προηγούμενη τυφλή σχέση με το ωμό βίωμα που σχετίζεται με την επαρχία, η οποία υπαγορευόταν ακριβώς από την ανάγκη να κλείσουν κάποιοι λογαριασμοί.

• Δύναμη και ελπίδα μού δίνουν οι άνθρωποι που νιώθω ότι πληρώνουν το τίμημα της ταύτισης λόγου και πράξης. Που, πολύ απλά, κάνουν αυτό που λένε και λένε αυτό που κάνουν. Κι ακόμα οι άνθρωποι που έχουν μια φυσική συστολή, και τις αρετές τους, όπως και τις κακές τους πλευρές, δεν τις βγάζουν σε κοινή θέα στην αγορά. Τελευταία μου έχει κολλήσει μια φράση, ότι «η ζωή είναι φρακταλική» – ότι λίγο πολύ παντού αναπαράγονται παρόμοια σχήματα, που, πολλαπλασιαζόμενα, συνθέτουν το σύνολο. Σκέφτομαι, κι αυτό μου φαίνεται παρηγορητικό, ότι όπου και να πας, το φράκταλ των ανθρώπων αυτών, που διαθέτουν αυτή την εγγενή ευγένεια, την ευγένεια του ψιθύρου και της νηφαλιότητας και του παραγωγικού, γόνιμου χιούμορ, θα τη συναντήσεις. Σε κάθε τόπο, σε κάθε γενιά. Είναι μια σκέψη που μου δίνει αισιοδοξία.

• Αν μ’ ενοχλεί κάτι, είναι μάλλον αυτός ο διάχυτος νέος εγωισμός των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της φρικτής ομοιομορφίας σκέψης και αισθητικής που επιβάλλουν, ενώ μάλιστα υποτίθεται ότι κάνουν το αντίθετο. Η αλγοριθμική σκέψη του μηδέν και του ένα, του ηχηρού υπέρ και του ηχηρού κατά, του διαρκούς «έχω δίκιο». Θυμάμαι πάντα εκείνον τον στίχο του Καρούζου: «Μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο». Ισχύει και για μένα αυτό.

• Ένας φίλος, όταν τον ρωτούν πώς τα πάει, πώς βλέπει τα πράγματα, απαντά: «Είμαι συγκρατημένα απαισιόδοξος». Έτσι κι εγώ. Η φύση μου είναι τέτοια, δεν μπορώ να την αλλάξω. Και ειδικά αν έχεις παιδιά, είναι δύσκολο να μη νιώθεις έτσι. Η απαισιοδοξία, φυσικά, δεν σημαίνει απελπισία ούτε συνθηκολόγηση. Τουναντίον: σημαίνει ψύχραιμη αποτίμηση μιας ενάντιας κατάστασης και έγκαιρη προετοιμασία για την αντιμετώπισή της, στον βαθμό που είσαι σε θέση να της αντιπαρατεθείς.

• Δεν είμαι σίγουρος ότι η ζωή μού έχει μάθει κάτι. Κατάλαβα, ίσως, με τα χρόνια και με τον μόνο τρόπο που μπορεί να μάθει κανείς κάτι, δηλαδή παθαίνοντας, ότι η ζωή δεν είναι αγώνας ταχύτητας αλλά μαραθώνιος –που παραδόξως τελειώνει πολύ γρήγορα–, και ότι δεν υπάρχει άλλος σκοπός ή νόημα από το να αντέξεις. Και όταν τερματίσεις, να τερματίσεις με ένα κάποιο αίσθημα ικανοποίησης.

Οι συλλογές διηγημάτων του «Αστείο», «Το παιδί» και το graphic novel «Γρα-Γρου» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος. Έχει μεταφράσει το «Τραγούδι της Σάλπιγγας» του Ουάλας Στέγκνερ (εκδ. Gutenberg), τη «Θάλασσα του Γκιλβίκ» (εκδ. Gutenberg), τα «Κόκκινα Φύλλα» του Ουίλιαμ Φόκνερ (εκδ. Κίχλη), το «Ο αχυρώνας φλέγεται» του Ουίλιαμ Φόκνερ (εκδ. Κίχλη) και το «Χαίρομαι που είμαι εδώ» του Άλντεν Νόουλαν (εκδ. Loggia).

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Αφήστε μία απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

Προσοχή!!! Για να δημοσιεύονται, από 'δω και στο εξής, τα σχόλιά σας, θα πρέπει να επιλέγετε, την παρακάτω επιλογή  "Διάβασα και αποδέχομαι τους Πολιτική απορρήτου  " που σημαίνει ότι διαβάσατε κι αποδέχεστε την πολιτική απορρήτου του kozan.gr. Αν, κάποια φορά, ξεχάσετε να το κάνετε θα λάβετε μια ειδοποίηση ότι δεν το πατήσατε (αρα δεν αποδεχτήκατε την πολιτική απορρήτου). Σε αυτή την περίπτωση, για να μη χαθεί το σχόλιο σας, πατήστε να γυρίσετε πίσω  και ξαναπατήστε "δημοσίευση", τσεκάροντας, προηγουμένως, την προαναφερόμενη επιλογή. Η συμπλήρωση των πεδίων όνομα, Ηλ. διεύθυνση και ιστότοπος, της παραπάνω φόρμας, δεν είναι υποχρεωτική.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Μείνετε συντονισμένοι