Σεπτέμβρης , μήνας του Φθινοπώρου, του τρύγου, των σχολείων μα και των μεγάλων παζαριών. Παζαριών ή εμποροπανήγυρων , όπως επίσημα λέγονται που καθιερώθηκαν από την περίοδο της Τουρκοκρατίας ακόμη, εξυπηρετώντας σταθερές ανάγκες επικοινωνίας των ανθρώπων και ανταλλαγής των προϊόντων τους.

Έτσι, στη σημερινή Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, πρώτη πολυήμερη φθινοπωρινή εμποροπανήγυρη ήταν αυτή της Πτολεμαΐδας που έδινε παλιότερα τη σκυτάλη στο Άργος Ορεστικό, με τα Σέρβια να κλείνουν το μήνα Σεπτέμβρη , ακολουθούμενα από την Κοζάνη, αρχές Οκτώβρη, το Αμύνταιο και τέλος τα Γρεβενά.

Φέτος, αυτό το σκηνικό έχει ανατραπεί με το παζάρι του Αργούς Ορεστικού να διοργανώνεται ταυτόχρονα με των Σερβίων ξεκινώντας σχεδόν την ίδια ημερομηνία 26 Σεπτεμβρίου.

Σε περασμένες εποχές μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1970 περίπου, οι περισσότεροι από τους εμπόρους της Κοζάνης που κρατούσαν μαγαζιά μέσα στην πόλη συμμετείχαν στις γειτονικές αυτές εμποροπανηγύρεις εκθέτοντας κυρίως είδη προικός, βελέντζες και παπούτσια. Ορισμένοι από αυτούς πήγαιναν και στα Γιάννενα, αρχές Σεπτέμβρη , και μετά το Αμύνταιο κατέβαιναν στη Θεσσαλία , στα Φάρσαλα, Δομοκό, Καρδίτσα και Τρίκαλα κλείνοντας τον κύκλο αυτόν τέλος Οκτώβρη με τα πρώτα χιόνια.

Οι εμποροπανηγύρεις άλλοτε, εκτός του εμπορικού τους χαρακτήρα , διέθεταν στην άκρη τους κι ένα μεγάλο τμήμα για ζωοπανήγυρη, όπου οι ντόπιοι και οι χωρικοί της γύρω περιοχής πωλούσαν ή αντάλλασαν τα ζώα τους κυρίως άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια και λιγότερο πρόβατα ή κατσίκια.

Μια τέτοια μεγάλη εμποροπανήγυρη στην περιοχή μας, που διαρκούσε μια βδομάδα ήταν αυτή των Σερβίων. Οι χωρικοί από τα Καμβούνια, από την Ελάτη μέχρι το Μεταξά και τα χωριά του Βελβεντού ακόμα κατέβαιναν, πολλές φορές με τα πράματα τους (τα ζώα) για να πουλήσουν κτηνοτροφικά περισσότερο προϊόντα και να ανταλλάξουν ζώα αγοράζοντας στη συνέχεια τα υφάσματα της χρονιάς, σε τόπια με το μέτρο, όπως και την προίκα του κοριτσιού τους. Η πληρωμή γινόταν πολλές φορές με το χρήμα που έπαιρναν από την πώληση του σιταριού κι αν αυτή καθυστερούσε κάπως σε είδος. Στο παζάρι αυτό πουλιούνταν και τα πρώτα κάστανα της χρονιάς, μαζεμένα από το κοντινό χωριό , την Καστανιά Σερβίων.

Για μας τα παιδιά, τον αδελφό μου και μένα, η μεγαλύτερη συγκίνηση του παζαριού, όταν ξεφεύγαμε από την παράγκα του πατέρα μας, που πουλούσε είδη προικός , ήταν η παρακολούθηση του “Γύρου του Θανάτου”, μια attraction του τότε Λούνα Παρκ, με μοτοσυκλέτες να κάνουν συνεχείς κύκλους στα τοιχώματα ψηλής κλειστής πίστας, ξεκινώντας από τη βάση μέχρι την κορυφή της. Επισκεπτόμασταν συχνά την πίστα, ξεφεύγοντας λόγω ύψους και πλήθους της προσοχής του φύλακα εισόδου, για να παρακολουθήσουμε πάντα με την ίδια αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια μας και με κομμένη την ανάσα τις μοτοσυκλέτες που κινδύνευαν στα παιδικά μας μάτια να γλιστρήσουν ανά πάσα στιγμή και να πέσουν.

Τόσο ήταν το πλήθος των εκθετών και των επισκεπτών που μια χρονιά επιστρέφοντας από το “Γύρο του Θανάτου”, ο αδελφός μου χάθηκε. Μετά από αρκετές ώρες αναζητήσεων σε όλο το παζάρι βρέθηκε και παραδόθηκε σώος και αβλαβής στην παράγκα μας, στα χέρια της μάνας μου από χωροφύλακα . Το καημένο το όργανο γύριζε επί ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο από παράγκα σε παράγκα ρωτώντας υπομονετικά τίνος είναι το παιδί. Περιττό να τονίσω, πως όλες οι βολές έπεσαν πάνω μου , γιατί λέει δεν τον κρατούσα αρκετά σφιχτά από το χέρι , με συνέπεια “του παιδί δεν ήξερι κατά που να βαίσει”. Τεσσάρων χρονών ο αδελφός μου τότε, πέντε εγώ, όλοι όμως μικροί και μεγάλοι στρατευμένοι στο παζάρι και στο καλό του μεροκάματο, με τη μάνα μου, αν και πολύτεκνη, επικεφαλής στον πάγκο του μαγαζιού.

Ανάλογο ενδιαφέρον για μας, αλλά για άλλους λόγους, είχε και η παρακολούθηση του τσιγαρίσματος του νιαμεριώτικου χαλβά με μακριά πλατιά ξύλα σαν κουπιά μέσα σε μεγάλα καζάνια, που στήνονταν υπαίθρια πίσω από τις παράγκες των εμπόρων, πάνω σε σιδερένιες πυροστιές. Ο χαλβάς στη συνέχεια πουλιούνταν από πλανόδιους μικροπωλητές ζεστός-ζεστός και ευωδιαστός μέσα σε μεγάλα σνιά, προς τέρψη όλων .

Όσο για τους μεγάλους, η μεγαλύτερη διασκέδαση και χαλάρωση έρχονταν το βράδυ όταν έπεφτε η κίνηση και πήγαιναν στις πάνινες σκηνές των ψησταριών, για να απολαύσουν υπαιθρίως σε πρόχειρες στημένες τραπεζαρίες κανένα κοψίδι συνοδεία ζωντανής μουσικής από ντόπιους οργανοπαίχτες . Δεν έλειπαν φυσικά και οι περιπτώσεις που για να ακούσουν κανένα ανατολίτικο αμανέ από τα χείλη των ντιζέζ , τις οποίες μαζί με τα κλαρίνα έφερναν κάποιοι επιτήδειοι επιχειρηματίες, ακουμπούσαν σε φιλοδωρήματα κι όλο το κέρδος της ημέρας.

Εμποροπανήγυρη των Σερβίων, ένα πολύβουο φθινοπωρινό παζάρι, μιας άλλης εποχής, με καινούρια πλέον χαρακτηριστικά, μεταξύ των άλλων και η κατάθεση ασφαλιστικών μέτρων κατά του Δήμου Κοζάνης σε περίπτωση που θα “κλέψει ” κάποιες μέρες πανηγυριού από τα Σέρβια, αρχίζοντας 2-3 μέρες νωρίτερα!. Τι άλλο μένει να δούμε ακόμα, για να επιβεβαιωθεί η φράση “Είμαστε για τα πανηγύρια”.!!!!!

Φανή Φτάκα-Τσικριτζή