Πήρα ΄ν αφουρμή απ΄του χτισ΄νό σχόλιου τ΄ς Κουκούλας που πήγιν ιπέρσ΄, όπους λιέει, τουν αγγουνό τ΄ς σ΄ν Αγιάννα* να μαζώξν γλύκα. Γράφ΄, τ΄ς φύλαξιν η Αγιάννα που δεν γλίστρισαν ανάμισα στ΄ς μπιστιρές* κι να πέσν κι να ΄χαμι κι άλλα.

Έγραψα κι άλλ΄φουρά για τα γλύκα κι πάλι σι σχόλιου, έγραψιν η φίλη μ΄ η δικηγουρίνα: «έμ κι σείς, τι πχαλιούσατι τόσου μακρά για να τα μαζώξτι; απέναντι απ΄του κατηχητικό, που πάεινιτι, ήταν η τρανή γλυκιά τ΄Αη Νικόλα!»

Μόλις του διάβασα τσιτσιούριασα*! τί , να μαζώξουμι γλύκα απ΄τ΄γλυκιά τ΄Αη Νικόλα; δεν μας κόβουνταν τα χέρια καλύτιρα! Να κλέψουμι τουν παππούλ΄; Κανγκαμιάφρας κι μι καντίπουτα! Δεν μάζουνιν καένας απ΄τι κεί. Αυτά ήταν τ΄παππούλ΄ κι για τα φτουχά πιτινά τ΄Θιού! σπουρλίτια, γκάλτσις*, καρακάξις* κι δικουχτούρις*.

Για τ΄ς γλυκιές, του κλίμα τ΄ς πιριουχής ήταν τέτχιου, που ήταν ταμάμ* για να τρανέψν κι να γίν΄ δέντρα θηρία! Ακόμα θυμούμι μιά τρανή κι ίσια-θηρίου-πίσου απ΄ του σπίτ΄ απ΄τ΄ς Μαντριλάδις, στ΄Αλώνια, ήταν του σπίτ΄ τ΄Ματιάκ΄, γουνία Αμύντα Α΄ κι Ρουσιάδου, που είχιν ισιουπιδώσ΄ μια βόμπα απ΄τ΄ς Γιρμανοί. Ιένα άλλου δέντρου που κι απ΄αυτό είχιν πουλλά η πιριουχή, ήταν η κουρουμπλιά. Αυτό του δέντρου τα τιλιφταία χρόνια σιγά-σιγά ιξαφανίζιτι. Λιέου για τ΄ς άγριις.

Μπρουστά από πέντι χρόνια πάεινα απού ΄ν Κόζιαν΄ στα λουτρά Πόζαρ, ου δρόμος απ΄ τα Καϊλιάρια μέχρι τ΄λίμν΄ τ΄Άγρα διξιά κι αριστιρά ήταν γιουμάτους κουρουμπλιές, άλλις είχαν κουρόμπιλα κόκκινα άλλις κίτρινα. Όσ΄μι ξέρν, ξέρν κι του κουσούρ΄ που ιέχου για τ΄ς μαρμιλάδις, κάθι είδους μαρμιλάδις! Δεν γίνουνταν να μην μαζώξου κουρόμπιλα για μαρμιλάδα! Κι γίνιτι μιάν η ρουφιάνα, τι να σας πώ κι τι να σας μουλουγήσου! ΄Ν αφήνου κι λίγου μουχόζ΄κ΄*, κι είνι ότ΄ πρέπ΄! Θυμούμι ιδώϊα τ΄μάνα μ΄, που πότι μι τα κυδώνια, πότι μι τα κουρόμπιλα, έφκιανιν πιλτέν*! Σι ιένα σημείου που φάρδινιν ου δρόμους σταμάτσα κι κατέφκα να μαζώξου. Μπροστά μ΄ ήταν σταματ΄μένου ιένα φουρτηγάκ΄ κλειστό. Κοιτάου αριστιρά, ικεί ήταν οι κουρουμπλιές κι τι γλέπου; πέντι-έξ άντρις να μαζών΄κουρόμπιλα. Είχαν απλώσ΄ νάυλουν κι μι βέργις τίναζαν ΄ν κουρουμπλιά. Τ΄ς πλησιάζου κι τ΄ς ρουτάου: Για μαρμιλάδα κι σεις τα μαζώντι; Μι σπασμένα ιλλινικά μ΄είπαν, όχ΄για μαρμιλάντα τα πάμι σι φυτώρια και αυτά όταν μιγάλα τα κάνουμι δέντρα νταμάσκινα κι βανίλια. Μάλλουν πρέπ΄ να ήταν Σέρβ΄!

Απ΄ παλιά τ΄γειτουνιά, του Κιρμαργιό, σ΄ν Ιμπουρική πήγαμι η Γκιθώνα η Αγνή, η Τρίτσκα η Ματίνα κι ιγώ. Ου Σπάτας ου Βαγγέλτς αυτός δεν ήταν γείτουνας, αλλά ήταν συμμαθητής μ΄ στου δημουτικό κι κάθουνταν κι σχιτικά κουντά, σ΄ν ουδό Χαρισ΄ Μιγδάν, κουντά στου Α΄. Απού τ΄μιρά τ΄ Αη Νικάνουρα, κουντά στου τριεθνές, η Βουτυρά η Μαρίτσα, που γίνγκιν μιτά Φασούλα. Μαθητές απ΄αυτήν τ΄γειτουνιά κι ικεί γύρου, τ΄σχουλική χρουνιά του ΄51-΄52, ήταν ου Βόντσας ου Χαριλάκς, έκτ΄τάξ΄, η Σιάσιου η Ντούλα*, αδιλφή τ΄Λία, πέμπτ΄ τάξ΄, ου Ντανταμόγιας ου Λάζους, τιτάρτ΄τάξ΄, ου Τριανταφύλλου ου Γιάντς, τρίτ΄ τάξ΄ κι ου ,Χαντζιάρας ου Κώστας, δεύτιαρ΄τάξ΄.

Απ΄τ΄άλλ΄τ΄γειτουνιά, τα Αλώνια, συμμαθητές είχα τουν Χάντς* τουν Αραμπατζή, κι τουν Κουσταντούλ΄ του Λιάνα. Μ΄ αφνούς πάεινα κάθι προυί στου σχουλειό. Πιρνούσαν κάθι προυί απού του σπίτι μ΄ κι μ΄έπιρναν να παένουμι αντάμα, τα σπίτια τ΄ς ήταν του ιένα πίσου απ΄του άλλου, στου δρόμου που πάεινιν στουν Αηώρ΄* ουδός Αναπάφσιους. Του είχα γκαϊλέν* γιατί κάθι προυί τ΄ς καθηστιρούσα κι λίγα λιπτά ως που να φάου ΄ν παπάρα μι του γάλα ή άλλ΄φουρά ΄ν παπάρα μι τουν τραχανά. Έφκιαναν υπουμουνή τα πιδιά, τι να φκιάσν, παρέα ήμασταν! Φώναζιν ή μάνα μ΄ αράδα*, σήκου μπρέ τα΄αργίισ΄, που ιγώ να σπαραχτώ απ΄ τα γιουργάνια*! Έκαμαν υπουμουνή κάνα ιξάμηνου κι ύστιρας μ΄απαράτσαν, όχ΄τα κάθουντι να μι καρτιρούν πότι ιγώ τα σώσου ΄ν παπάρα τουν τραχανά για να φύβγουμι.

Έκουβάμι δρόμουν κι απού τουν αυλαγά, τ΄Χαντιού του μύλου, πάειναμι ίσια για τ΄νταβέρνα τ΄Θύμν΄ τ΄Ταρτάρα, ουδός Ζήσ΄ Σιακαβάρα. Απ΄τι κεί, έπιρνάμι τ΄ν ουδό Κωσταντίνου Παλιουλόγου, έβγινάμι στου στιαρουπάζαρου, Ρήγα Φιραίου, Ουλυμπίου Γιουργάκ, πότι απ΄ ΄ν ουδό Φαρμάκ΄, πότι πίσου απ΄τα σχουλειά τ΄Καρατζέτζ΄, φον Κουζάν΄κι σχουλειό. Άλλις φουρές απ΄ ΄ν Κουσταντίνου Παλιουλόγου σιέβινάμι σ΄ν πόρτα απ΄του σπίτ΄ τ΄Βασιλάκ΄ τ΄Πασχαλίδη, αυτό ήταν παλιό αρχουντικό, πιρνούσαμι όλουν του νουβρό, κι έβγινάμι σ΄ν ουδό Ιππουκράτους, απού ΄ν μπίσου τ΄μιρά απ΄τουν κινηματόγραφου Κένταυρους κι έβγινάμι στουν Κρίνου, σην πλατέα, να ιδούμι κι κόσμουν. Πιρνούσαμι απ΄ τ΄βόλτα κι σταματούσαμι να διαβάσουμι τ΄ς προυινές ιφημιρίδις στου βιβλιουπουλείου και πρακτουρείου ιφιμερίδων, τ΄Παπαϊωάνν΄.

Κί τι δεν διάβαζάμι ικεί; Ιτότις έβγινιν, ανάμισα στ΄ς πουλλές κι μιάν ιφημιρίδα μι όνουμα η»Αθηναϊκή» , ουπάν απ τουν τίτλου έγραφιν συνέχεια για χρόνια, για τ΄ς παγουμένις πιστώσεις κι για τα ικατουμύρια που πήραν οι βιομήχαν΄ απ΄του σχέδιου Μάρσαλλ κι δεν τα γύρσαν πίσου. Ικδότ΄ς ήταν ου Ι. Παπαγεωργίου, μι φαίνητι έβγανιν κι του πιριουδικό Θησαυρό! Τιλικά, σταμάτσιν να τ΄βγάν΄ κατά τ΄διάρκεια του Απριλιανού καθιστώτους!

Σι αυτήν ΄ν ιφιμιρίδα διάβασάμι του ΄55 κι μας ήρθιν ντουβουρλίνγκα*, όταν η ικκλησία ζήτσιν τουν αφορισμό τ΄Καζαντζάκ΄, για τα έργα τ΄, «Ου Χριστός Ξανασταυρώνιτι», ου «Τιλιφταίους Πειρασμός» κι ου «Καπιτάν Μιχάλτς» κι γίνγκαν αφουρμή να χαλέπς η Ιιρή σύνουδους μι ένγραφου απ΄ ΄ν κυβέρνησ’ να τα απαγουρέπς κι να τουν αφουρίσ΄!! Ποιόν αρά; τουν Καζαντζάκ΄; Σαν δεν αντρέπιστι ρά, σκουταδιστές!!

Κι όλα αυτάια γιατί; Γιατί είνι ιιρόσυλους, ίλιγαν, κι τα έργα τ΄ θιουρήθκαν προυσβουλή για τα χρηστά ήθη. Στουν Τιλιφταίο Πειρασμό ο συγγραφέας παρουσίαζιν τουν Χριστό μι ανθρώπινις αδυναμίις κι στου έργου Ου Χριστός Ξανασταβρώνιτι, έδειχνιν αδυναμίις των ιερέων. Ου Καπιτάν Μιχάλτς χαρακτηρίσκιν αντιχριστιανικό κι αντιιθνικό έργου που ιξιφτέλτσιν τα ιιρά κι τα όσια του έθνους κι τουν αγώνουν τ΄Κρητικού λαού. Ιά, αυτάια ίλιγαν. Οι αντιδράσεις δίχασαν ΄ν κοινή γνώμ΄! Έμ τι τα κάμ΄η κοινή γνώμ΄, αρά; άμα τ΄βάντς φτύλια τι τα κάμ΄; όχλους είνι κι παρασύριτι έφκουλα ! Αυτάια διαβαζάμι στ΄ς ιφημιρίδις ιτότι.

Σην τάξ΄ κάθουμαν στου τιλιφταίου θρανίου μι του Κουσταντούλ΄ κι δίπλα μ΄ κάθουνταν ου Τάκης ου Καραμπόζας. Ου Κουσταντούλτς κι ου Χάντς δεν προυχώρησαν σι άλλις τάξεις, αλλά δεν προυχώρσιν κι ου Τάκης, δεν ξέρου τουν λόγου.

Μι τουν Τάκη, είμασταν κατά κάποιουν τρόπου συνάδιλφ΄ σ΄μιταφουρές. Ιγώ κουβαλνούσα ζαρζαβατ΄κα απ΄ ΄ν Παναϊα, αυτός αν θυμούμι καλά απ΄ τ΄ς λούνις. Ου μπαμπάς τ΄ είχιν αντάμα μι τουν τρανίτιρου κι του μκρότιρου αδερφό τ΄, μπαχτσιέδις κι τα μιταφουρικά τα είχιν αναλάβ΄ ου Τάκης κι τα πάεινιν στουν θειό τ΄ που είχιν σαργκί καλό κι τρανό στ΄μέσ΄΄ στου μισκιάθκου.Του γνουστό ουπουρουλαχανουπουλείου τ΄Θανάσ΄τ΄ Καραμπόζα! Όταν δεν είχιν μιταφουρές κάθουνταν στου σαργκί. Του ίδιου έκαμνα κι γώ αλλά μούνγκι τα καλουκαίρια κάθουμαν, τ΄ς άλλις μέρις πάεινα σχουλείου κι κάπ΄-κάπ΄ κουβαλνούσα όταν είχα χρόνουν κι κάνα φουρτίου.

Ου Τάκης για καμόσα χρόνια χάθκιν, ιγώ τουλάχιστουν είχα χάσ΄ τα ίχνη τ΄. Ίλιγαν ότ΄ πήγιν σ΄ν Αμιρική, δεν ήξιρα καντίπουτας.

Ύστιρα από καμόσα χρόνια, γύρου στου ΄59 μι ’60 δεν θυμάμι κι καλά, ήμαν όξου απ του δημαρχείου σην πλατιούλα, αν τ΄θυμάστι κι σι μια στιγμή γλέπου ιέναν ναύτ΄ να έρχιτι απού τουν τρουχουνόμου για ΄ν πλατέα. Αμάν λιέου, » ναύτης βγήκιν στη στιργιά για πιριπουλία μάνα μ΄ αναστέναξιν όλ΄ η παραλία»*, ιδώ δεν έχουμι παραλία, ου Αρίνταγας είνι μακρά, αλλά πλατέα. Αυτάια δεν τα ΄πα βέβια δεν είνι θκά μ΄. Όταν έφτασιν κουντά μ΄γλέπου τουν Τάκη, ξαφνιάσ΄κα!! Αφού τουν καλουσώρσα έκαμάμι καμόσις βόλτις κι ικεί μ΄είπιν ότι έφυγιν σ΄ν Αμιρική κι ασχουλήθκιν μι τα υφαντά, γιατί οι αδιλφές τ΄, μιάν ήταν, δυό ήταν τα σας γιλάσου, ύφιναν, αυτό του ήξιρα. Τώρα γύρσιν κι υπηριτούσιν τ΄θητεία τ΄ στου ναυτικό. Έκατσιν τρείς τέσσιαρς μέρις κι κάθι απόγιβμα έφκιανάμι βόλτις. Απού ιτότι δεν τουν ξαναείδα κι ούδι έμαθα νέα τ΄ μέχρι τ΄ς αρχές του ΄67.
Άιντι ρά, τα λιέμι

Λέξις μι *
Αγιάννα= Αγία Άννα, εκκλησία στην συνοικία Σκ΄ρκα
Μπιστιρές=Βράχοι
Τσιτσιούργιασα=ανατρίχιασα, έτρεμα, τουρτούριζα, σηκώθηκαν οι τρίχες μου
Γκάλτσις=Κάργιες
Καρακάξις=πουλί Κίττα (Pica), όχι η κίσσα
Δικουχτούρις=Δεκαοχτούρα, στρεπτοπέλια ή δεκαχτώ, το περιστέρι που έχει κολάρο
Ταμάμ=πλήρως, άρτιος, στο κείμενο με την έννοια του ό,τι πρέπει
Μουχόζ΄κ΄=ξυνή, ξυνούτσικη
πιλτές=είδος γλυκού, μαρμελάδας αλλά σφιχτή
Ντούλα=Αλεξάνδρα
Χάντς=παρατσούκλι. Το όνομά του ήταν Γιώργος
Αηώρς=εκκλησία Άγιος Γεώργιος όπου και νεκροταφείο
Γκαϊλέν=έχω στενοχώρια
Αράδα=σειρά, συγγένεια, σόι, συνέχεια, στο κείμενο με την έννοια συνέχεια
Γιουργάνια=παπλώματα
Ντουβουρλίγκα=ζάλη
«Ναύτης βγήκε στη στεριά…» τραγούδι σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου. Μουσική του Γιάννη Σπανού. Τραγούδι Βίκυ Μοσχολιού από τον δίσκο «Η Βίκυ Μοσχολιού τραγουδά Γιάννη Σπανό (1977)

Μήκας Ελίμειος
4 Οκτωβρίου 2018