Στην τελική ευθεία μπαίνει η αναθεώρηση της οδηγίας που διέπει τη ναυαρχίδα της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (ΕΣΕΔΕ), καθώς ξεκινούν οι τριμερείς διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο των Υπουργών Περιβάλλοντος. Το ΕΣΕΔΕ αφορά το 45% των συνολικών εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επηρεάζει οικονομικά περισσότερες από 11.000 βιομηχανίες. Δεν προξενεί λοιπόν καμία έκπληξη ότι ο δρόμος της αναθεώρησής του ήταν ως τώρα γεμάτος εμπόδια, σφοδρές συγκρούσεις συμφερόντων και ασφυκτικές πιέσεις προς τους πολιτικούς.

Μία από τις σπάνιες εξαιρέσεις στον κανόνα ήταν η θέσπιση του λεγόμενου Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης με πόρους εκτιμώμενου ύψους 8 δις ευρώ για την περίοδο 2021-2030, το οποίο προορίζεται να υποστηρίξει τους εργαζόμενους, αλλά και τις τοπικές οικονομίες στις λιγνιτικές περιοχές της Ευρώπης, που αναμφίβολα θα πληγούν περισσότερο από τη νομοτελειακή πλέον μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλού άνθρακα. Σε αντίθεση με πολλά ζητήματα της αναθεώρησης που αποτέλεσαν αντικείμενο επεισοδιακών αντιπαραθέσεων ανάμεσα στις πολιτικές ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου, το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης έτυχε σχεδόν καθολικής αποδοχής, τόσο από την Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας (ITRE), όσο και από την Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας Τροφίμων (ENVI), πριν υπερψηφιστεί με μεγάλη πλειοψηφία και από την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Ξεχωριστή σημασία έχει το γεγονός ότι τις σχετικές τροπολογίες στήριξαν σθεναρά, εκτός από περιβαλλοντικές οργανώσεις από όλη την Ευρώπη, και οι ευρωπαίοι εργαζόμενοι στη βιομηχανία του κάρβουνου μέσω της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Εργαζομένων (ETUC), μέλος της οποίας είναι η ΑΔΕΔΥ και η ΓΣΕΕ. Πολύ πριν την Παγκόσμια Συνδιάσκεψη για το Κλίμα στο Παρίσι, η ETUC διατύπωσε την άποψη πως, τόσο το περιβάλλον, όσο και η προσαρμογή των εργαζομένων στη βιομηχανία άνθρακα δεν μπορούν να περιμένουν άλλο, ενώ αμέσως μετά ζήτησε συγκεκριμένα την ίδρυση ενός Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης που θα χρηματοδοτείται από τη δημοπράτηση δικαιωμάτων του ΕΣΕΔΕ.

Οι 2 λιγνιτικές Περιφέρειες της Ελλάδας (Δυτικής Μακεδονίας και Πελοποννήσου) έχουν αναμφίβολα πολλά να επωφεληθούν από ένα τέτοιο ταμείο. Ειδικότερα για τη Δυτική Μακεδονία που έχει το μεγαλύτερο μερίδιο της λιγνιτικής δραστηριότητας της χώρας, δεν αμφισβητείται ούτε καν από τη ΔΕΗ, ότι η μείωση της λιγνιτικής παραγωγής μέσα στα επόμενα 10-15 χρόνια θα είναι δραστική. Κάτι τέτοιο σημαίνει περαιτέρω αύξηση της ανεργίας που ήδη βρίσκεται σε δυσθεώρητα ύψη, στο 33,3% σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, αλλά και σημαντική μείωση της τοπικά προστιθέμενης αξίας δεδομένου ότι η λιγνιτική δραστηριότητα αντιπροσωπεύει το 45% του ΑΕΠ της Περιφέρειας. Η κατασκευή και λειτουργία των 2 νέων, πανάκριβων λιγνιτικών μονάδων που σχεδιάζει η ΔΕΗ -Πτολεμαΐδα V και Μελίτη II- δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα. Εκτιμάται ότι οι 2 μονάδες με κόστος εγκατάστασης περίπου 2,5 δις ευρώ, σε μια περίοδο που η Επιχείρηση κινδυνεύει ακόμα και με χρεοκοπία, θα αναπληρώσουν μόλις το 30% του τοπικού ΑΕΠ και των θέσεων εργασίας που θα χαθούν από την προγραμματισμένη απόσυρση υφιστάμενων λιγνιτικών μονάδων ως το 2030.

Είναι λοιπόν προφανές ότι η οικονομία της Δ. Μακεδονίας πρέπει να στραφεί σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες κι αυτό πρέπει να ξεκινήσει να το κάνει από τώρα, ώστε να αντιστρέψει την κατάσταση σύμφωνα με σχετική μελέτη του WWF Ελλάς. Επενδύσεις στη Δ. Μακεδονία ύψους περίπου όσο και το κόστος εγκατάστασης των 2 νέων λιγνιτικών μονάδων σε 12 βιώσιμες οικονομικές δραστηριότητες και σε βάθος 15ετίας, είναι ικανές να δημιουργήσουν σχεδόν διπλάσιες θέσεις εργασίας και υπερδιπλάσια τοπικά προστιθέμενη αξία από αυτή που θα χαθεί λόγω της προγραμματισμένης συρρίκνωσης της λιγνιτικής παραγωγής. Επομένως, η χρηματοδότηση τέτοιων επενδύσεων αποτελεί το ζητούμενο για το ζωντάνεμα της οικονομίας και την απόδοση κοινωνικής δικαιοσύνης στη Δ. Μακεδονία. Το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης θα αποτελέσει μια σημαντική πηγή εσόδων για αυτόν τον σκοπό.

Ωστόσο, παρά την ευνοϊκή και ιδιαίτερα πλειοψηφική στήριξη του Ευρωκοινοβουλίου, το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα ιδρυθεί τελικά.

Το αρχικό κείμενο που συμφωνήθηκε ανάμεσα στους υπουργούς Περιβάλλοντος στις 28 Φεβρουαρίου με το οποίο το Συμβούλιο προσέρχεται στις τριμερείς διαπραγματεύσεις, δεν περιλαμβάνει απολύτως τίποτε για το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης. Στη δε δημόσια συζήτηση στο Συμβούλιο των Υπουργών που προηγήθηκε της διαμόρφωσης του τελικού κειμένου, ο μόνος υπουργός που τόνισε τη σημασία της θέσπισής του ήταν ο Έλληνας αναπληρωτής υπουργός Σωκράτης Φάμελλος. Το ίδιο είχε υποστηρίξει και στη σχετική συζήτηση στην Επιτροπή Προστασίας του Περιβάλλοντος της Βουλής λίγες μέρες πριν όπου, μεταξύ άλλων, εξήρε τις ενέργειες του δημάρχου Κοζάνης να διαμορφώσει ένα συμμετοχικό σχέδιο μετάβασης σε καθεστώς περιορισμένης λιγνιτικής δραστηριότητας, συνοδευόμενο από προτάσεις για την εξεύρεση των απαραίτητων πόρων. Εκτός από τα συγχαρητήρια, ο δήμαρχος Κοζάνης και ο Έλληνας υπουργός αξίζουν την ουσιαστική στήριξη όλων στη συγκεκριμένη προσπάθεια.

Οι μόνοι που φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται τη σημασία θέσπισης του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης, είναι οι κατεξοχήν θεματοφύλακες των συμφερόντων των εργαζομένων: Το Σωματείο εργαζομένων της ΔΕΗ Σπάρτακος, το οποίο στην τελευταία του σχετική ανακοίνωση παρέλειψε την οποιαδήποτε αναφορά στο θέμα. Αντιλαμβάνεται άραγε την κρισιμότητα των στιγμών;

Η πολυτέλεια του χρόνου δεν υπάρχει, καθώς η σχεδόν τριετής διαδικασία αναθεώρησης του ΕΣΕΔΕ ολοκληρώνεται κάποια στιγμή μέσα στο φθινόπωρο του 2017. Η Ελλάδα ήδη έδειξε ότι η συσπείρωση γύρω από έναν δίκαιο και καλά τεκμηριωμένο στόχο πείθει, καθώς το αίτημα για ένταξη της Ελλάδας στο ταμείο για τον εκσυγχρονισμό των ενεργειακών υποδομών -εξαιρουμένων λιγνιτικών μονάδων- συγκέντρωσε τη σύμπνοια των ευρωβουλευτών, του υπουργείου, αλλά και των περιβαλλοντικών οργανώσεων σε Ελλάδα και Ευρώπη. Σαν αποτέλεσμα, το αίτημα έγινε αποδεκτό, τόσο από το Ευρωκοινοβούλιο, όσο και από το Συμβούλιο Υπουργών, όπου μάλιστα προσδιορίστηκε ότι χρήματα του ταμείου εκσυγχρονισμού, εκτιμώμενου ύψους 400-500 εκ. ευρώ θα χρησιμοποιηθούν για τη διασύνδεση των νησιών.

Υπουργείο, πολιτικά κόμματα, ευρωβουλευτές, περιβαλλοντικές οργανώσεις, τοπική αυτοδιοίκηση, φορείς στη Δυτική Μακεδονία και την Πελοπόννησο αλλά και οι εργαζόμενοι της ΔΕΗ πρέπει πλέον να ενώσουν τις δυνάμεις τους για την ίδρυση του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης, το οποίο στην οικονομική κατάσταση που βρίσκεται η χώρα μας, είναι εκ των ων ουκ άνευ για την επιβίωση των τοπικών οικονομιών και την ουσιαστική οικονομική στήριξη των εργαζομένων.

Του Νίκου Μάντζαρη, υπεύθυνου ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής WWF Ελλάς