Ολοένα και περισσότερο σφίγγει ο κλοιός της προωθούμενης καύσης απορριμμάτων γύρω από το λαό της Μακεδονίας και της Θράκης, μέσα από τους σχεδιασμούς κυβέρνησης, ΕΕ και επιχειρηματικών ομίλων. Από τη μία η δημιουργία μονάδων επεξεργασίας απορριμμάτων που θα παράγουν στερεά δευτερογενή καύσιμα και το ενδιαφέρον των τσιμεντοβιομηχανιών να τα απορροφήσουν, και από την άλλη τα σχέδια των Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΔΣΑ) για δημιουργία μονάδας καύσης στον άξονα της Εγνατίας Οδού, φέρνουν ολοένα και πιο κοντά τον κίνδυνο της καρκινογόνας καύσης, με τραγικές επιπτώσεις στην υγεία του λαού και το περιβάλλον.

Οι εξελίξεις στον τομέα της επεξεργασίας των στερεών αποβλήτων καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από το κέρδος που αποφέρει για το κεφάλαιο και όχι από την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Στη βάση αυτή προωθείται η λεγόμενη «κυκλική οικονομία», η οποία περιγράφεται ως ο τρόπος για την επίτευξη οικονομιών – κοινωνιών – πόλεων «μηδενικών αποβλήτων» (zero waste) ή «σχεδόν μηδενικών αποβλήτων». Σε αυτόν τον όρο συμπυκνώνεται από την ΕΕ η διεύρυνση της ανακύκλωσης και της επαναχρησιμοποίησης αποβλήτων, με στόχο την ανάκτηση υλικών και Ενέργειας. Το τελευταίο ειδικά, η ανάκτηση Ενέργειας, επιτυγχάνεται με την καύση απορριμμάτων, απορριμματογενών καυσίμων και βιοαερίου.

Αυτές οι κατευθύνσεις έχουν αποτυπωθεί στην εθνική νομοθεσία με τον ν. 4042/12 και ενσωματώθηκαν το 2015 από τον ΣΥΡΙΖΑ στον Εθνικό Σχεδιασμό Διαχείρισης Αποβλήτων (ΕΣΔΑ). Με οδηγό τον ΕΣΔΑ καταρτίστηκαν και εγκρίθηκαν τα Περιφερειακά Σχέδια Διαχείρισης Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ), ανάμεσά τους και αυτό της Κεντρικής Μακεδονίας, που υιοθετεί και προωθεί την «ενεργειακή αξιοποίηση», δηλαδή την καύση των απορριμμάτων, που είναι ωφέλιμη μόνο για τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων.

Η κυβέρνηση της ΝΔ, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον ΣΥΡΙΖΑ και αξιοποιώντας το γεγονός ότι η χώρα βρίσκεται πίσω από τους στόχους της ΕΕ, παρουσίασε πρόσφατα το νέο «Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα», το οποίο μεταξύ άλλων στοχεύει στην εντατικοποίηση των ρυθμών μείωσης της χρήσης λιγνίτη («απολιγνιτοποίηση») στο εγχώριο ενεργειακό μείγμα, με ανάλογη αύξηση του μεριδίου των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

Στο πλαίσιο αυτό, ο πρωθυπουργός πρόσφατα στη Βουλή διακήρυττε πόσο κερδοφόρο πεδίο είναι τα απορρίμματα για το κεφάλαιο και ταυτόχρονα αποκάλυπτε τους σχεδιασμούς της κυβέρνησης για το λαό και το περιβάλλον, φέρνοντας ως παράδειγμα προς μίμηση «ένα εξαιρετικά εντυπωσιακό και καινοτόμο εργοστάσιο επεξεργασίας απορριμμάτων» στην Κοπεγχάγη, «με θερμική επεξεργασία των υπολειμμάτων στο κέντρο της πόλης». Και πρόσθετε ότι «προφανώς στις νέες επενδύσεις μεγάλου όγκου θα πρέπει να μπορούμε να συζητήσουμε και τη δυνατότητα θερμικής επεξεργασίας δευτερογενούς καυσίμου».

Εδώ «κουμπώνουν» οι σχεδιασμοί για την καύση του απορριμματογενούς καυσίμου RDF/SRF, το οποίο θα παράγεται από τις Μονάδες Επεξεργασίας Αποβλήτων (ΜΕΑ) που προωθούνται στη Βόρεια Ελλάδα και οι οποίες σχεδιάζεται να κατασκευαστούν και να λειτουργούν με τη μέθοδο ΣΔΙΤ. Ο ΠΕΣΔΑ Κεντρικής Μακεδονίας προβλέπει ΜΕΑ στις Σέρρες, που ήδη λειτουργεί, στον Ανατολικό Τομέα (προβλέπεται να γίνει στον Αγιο Αντώνιο Θέρμης) και στον Δυτικό Τομέα (προβλέπεται να γίνει κι αυτός στα όρια της ΠΕ Θεσσαλονίκης). Το RDF/SRF περιέχει πάνω από 90% χαρτί, χαρτόνι και πλαστικό, με τους καρκινογόνους ρύπους που εκλύει κατά την καύση του να αποτελούν σημαντικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.

Με την κατασκευή και λειτουργία των ΜΕΑ με ΣΔΙΤ, προωθούνται η απευθείας στήριξη μονοπωλιακών ομίλων με ζεστό τζάμπα χρήμα και η εξασφάλιση κερδών για πολλά χρόνια λειτουργίας, αφού οι δήμοι υποχρεούνται να τους εξασφαλίζουν πρώτη ύλη και μάλιστα με τσουχτερές τιμές.

Μάλιστα η κυβέρνηση της ΝΔ ανακοίνωσε την προώθηση συμβάσεων ΣΔΙΤ για τη διαχείριση απορριμμάτων, αξίας 700 εκατ. ευρώ, με χρηματοδότηση από το τρέχον ΕΣΠΑ και με χρονικό ορίζοντα το τέλος του 2021. Είχε προηγηθεί η «συμβασιοποίηση» έργων επιπλέον 230 εκατομμυρίων, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Στην πραγματικότητα η λειτουργία των ΜΕΑ συνδέεται αδιάρρηκτα με την παραγωγή απορριμματογενών «εναλλακτικών» καυσίμων, δηλαδή με την καρκινογόνα καύση σκουπιδιών, αφού το SRF-RDF αξιοποιείται ως φθηνό καύσιμο κυρίως στις τσιμεντοβιομηχανίες.

Οι τσιμεντοβιομηχανίες επιδιώκουν να μειώσουν το ενεργειακό τους κόστος φορτώνοντας στο λαό και στο περιβάλλον τις επιπτώσεις της καύσης. Οχι τυχαία, για το SRF-RDF των ΜΕΑ της Κεντρικής Μακεδονίας έχουν εκδηλώσει ήδη ενδιαφέρον οι τσιμεντοβιομηχανίες «ΤΙΤΑΝ» και «ΧΑΛΥΨ».

Ο όμιλος «ΤΙΤΑΝ», στο πλαίσιο της επιδίωξής του να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά του, προωθεί την καύση του απορριμματογενούς καυσίμου στα εργοστάσιά του. Ηδη στη μονάδα στη Βουλγαρία το 50% της Ενέργειας καλύπτεται από την καύση RDF/SRF. Ταυτόχρονα, παίρνει τα μέτρα του για την εξασφάλιση της προμήθειας «εναλλακτικών καυσίμων», μέσω θυγατρικών εταιρειών («Ecorecovery ΑΕ», «Nordeco AΕ» κ.λπ.) που δραστηριοποιούνται στον κλάδο επεξεργασίας, διαχείρισης και εμπορίας στερεών αποβλήτων για την παραγωγή εναλλακτικών καυσίμων.

Τον προηγούμενο μήνα, η Μητροπολιτική Επιτροπή Θεσσαλονίκης, με θετική εισήγηση της διοίκησης, ενέκρινε τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων της «Nordeco AΕ» για την επέκταση της δυναμικότητας της Μονάδας Παραγωγής Στερεών Δευτερογενών Καυσίμων, και ειδικότερα SRF, από 21.000 σε 40.000 τόνους ετησίως. Με βάση τη Μελέτη, ήδη τροφοδοτεί με SRF τα εργοστάσια «ΤΙΤΑΝ» Θεσσαλονίκης και Καμαρίου Βοιωτίας και της ΑΓΕΤ Βόλου, ενώ μπορεί να παράξει και RDF.

Στο κερδοφόρο πεδίο της καύσης επιδιώκει να μπει και ο ΦΟΔΣΑ Κεντρικής Μακεδονίας, που έχει καταστρώσει και προωθεί το σχέδιο «Εγνατία διαχείρισης στερεών αποβλήτων», από την Ηπειρο μέχρι την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, με την κατασκευή εργοστασίου καύσης μέσω ΣΔΙΤ, ώστε – όπως χαρακτηριστικά είχε πει ο πρώην δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γ. Μπουτάρης – «το ταχύτερο δυνατό, από τα σκουπίδια να βγει κέρδος», με την ενεργειακή αξιοποίησή τους. Το σχέδιο αυτό συνδυάζεται επίσης με τη «μεταλιγνιτική εποχή» και τις «πράσινες» επενδύσεις πολλών δισ. ευρώ για τα μονοπώλια.

Το υπολογισθέν υπόλειμμα στερεών αποβλήτων από τη διαχείριση, αν ολοκληρωθεί, θα ανέρχεται σε 350.000 – 400.000 τόνους, από την Ηπειρο μέχρι τη Θράκη, και όπως εκτιμάται θα μπορεί να παράξει την Ενέργεια που χρειάζεται μια πόλη 50.000 κατοίκων. Για το εν λόγω εγχείρημα, προϋπολογισμού εκατοντάδων εκατ. ευρώ, και αντίστοιχων κερδών, έντονο είναι το ενδιαφέρον που επιδεικνύουν οι γαλλικές εταιρείες «Suez» και «Veolia», που εκτός από το νερό εμπλέκονται και στο χώρο της διαχείρισης αποβλήτων. Εχουν δε εκδηλώσει ενδιαφέρον να συμμετάσχουν σε μεγάλα πρότζεκτ δημόσιων έργων στη χώρα μας, σε συνεργασία με δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Ο πρόεδρος του ΦΟΔΣΑ Κ. Μακεδονίας, Μ. Γεράνης, σε πρόσφατο άρθρο του προετοιμάζει το έδαφος για την αποδοχή της «ενεργειακής αξιοποίησης», την οποία παρουσιάζει ως την «3η γενιά διαχείρισης αποβλήτων». Για να επιτευχθεί το σχεδόν μηδενικό υπόλειμμα στην ταφή απορριμμάτων και υπολειμμάτων, αναφέρει, πρέπει να προχωρήσει η ενεργειακή αξιοποίηση, δηλαδή η καύση. Εξηγεί ότι το οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο της Βόρειας Ελλάδας επιτρέπει τις συνεργασίες με τις υπόλοιπες Περιφέρειες και γι’ αυτό θα πρέπει να καθοριστούν τα επόμενα βήματα που πρέπει να γίνουν. Π.χ. η σύνταξη μίας πρότυπης μελέτης στην προοπτική της προσαρμογής στις ευρωπαϊκές Οδηγίες της «κυκλικής οικονομίας», η οριστικοποίηση της πρότασης βέλτιστης χωροθέτησης μιας τέτοιας μονάδας, η σύνταξη μελέτης χρηματοοικονομικής βιωσιμότητας της επένδυσης και η διερεύνηση όρων και προϋποθέσεων συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Ήδη έχουν προχωρήσει οι συζητήσεις με τη ΔΙΑΔΥΜΑ (Διαχείριση Απορριμμάτων Δυτικής Μακεδονίας), διαδημοτική επιχείρηση η οποία το τελευταίο διάστημα διαρκώς διευρύνει το πελατολόγιό της (Κέρκυρα, Βέροια, Αίγιο κ.ο.κ.). Η ΜΕΑ Κοζάνης σήμερα επεξεργάζεται τις ποσότητες απορριμμάτων της Δυτικής Μακεδονίας, που αγγίζουν τους 89.000 τόνους. Μετά από συμφωνίες με άλλους δήμους αναμένεται να αγγίξει το μέγιστο φορτίο επεξεργασίας, δηλαδή 120.000 τόνους, ενώ σχεδιάζει να προχωρήσει στις αναγκαίες προσαρμογές προκειμένου να αυξήσει τη δυνατότητα επεξεργασίας στους 150.000 τόνους.

Όπως παραδέχτηκε σε συνέντευξή του (4/11) ο γενικός διευθυντής της ΔΙΑΔΥΜΑ, Δ. Μαυρίδης, γίνονται συζητήσεις για τη δημιουργία με ΣΔΙΤ ενός εργοστασίου καύσης υπολειμμάτων που θα παράγει ηλεκτρική ενέργεια, στις εκτάσεις του Νότιου Πεδίου της ΔΕΗ στην Κοζάνη. Εξήγησε ότι το σημείο θεωρείται «κεντροβαρές» ως προς την Εγνατία Οδό.

Όπως είπε, έχουν γίνει δύο τουλάχιστον συνεδριάσεις με πρωτοβουλία του ΦΟΔΣΑ Κ. Μακεδονίας. Η μονάδα στο Νότιο Πεδίο έχει υποδειχθεί μεν, χωρίς όμως ακόμα να έχουν προχωρήσει μελέτες κ.λπ. Και σε κάθε περίπτωση η λειτουργία μιας τέτοιας μονάδας θα γίνει μέσα από έναν νέο ξεχωριστό φορέα, με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων ΦΟΔΣΑ, δήμων και πιθανώς των ιδιωτών.

Οι αντιδραστικοί και επικίνδυνοι αυτοί σχεδιασμοί για λογαριασμό του κεφαλαίου είναι τέτοιοι που απαιτούν την άμεση λαϊκή κινητοποίηση ενάντια σε κυβέρνηση και Τοπική Διοίκηση. Να οργανωθεί η πάλη σε σύγκρουση με την πολιτική αυτή, που θυσιάζει το περιβάλλον και την προστασία της ανθρώπινης ζωής για τα κέρδη των βιομηχάνων.

Μια πάλη που συνδέεται με τον αγώνα για ριζικές αλλαγές στην οικονομία και στην κοινωνία, οι οποίες θα επιτρέψουν έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό στη διαχείριση των απορριμμάτων, με κριτήριο αποκλειστικά τις κοινωνικές ανάγκες και την προστασία του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων.

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 2019