Η δημοσιοποίηση του σχεδίου «δίκαιης αναπτυξιακής μετάβασης» στη μεταλιγνιτική εποχή θα περίμενε κανείς να είναι βασικό αντικείμενο συζήτησης στη Δυτική Μακεδονία. Δεν είναι. Γιατί η απολιγνιτοποίηση δεν συγκινεί κανένα; Τι είναι αυτό που απωθεί τους πολίτες από κάθε συζήτηση για τα πράγματα του τόπου; Τι είναι τόσο δύσπεπτο που παραπέμπεται σε ένα όλο και πιο αβέβαιο μέλλον; Που οφείλεται σε τελική ανάλυση η απουσία ενός τοπικού οράματος για το μέλλον της Δυτικής Μακεδονίας;

Θα μπορούσαν να δοθούν πολλές απαντήσεις: η κόπωση από τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης και του καθημερινού αγώνα για επιβίωση· τα περίπλοκα σχήματα, συντελεστές και μεταβλητές που καθιστούν την συζήτηση απρόσιτη στους καθημερινούς ανθρώπους· η περιρρέουσα ατμόσφαιρα για την κυριαρχία των τεχνοκρατών και την ανυπαρξία των πολιτικών· η ταύτιση της ΔΕΗ με το πρόσωπο ορισμένων υπαλλήλων και στελεχών της με προκλητικές συμπεριφορές και αποστροφή προς κάθε εργασιακή ηθική και πολλά άλλα. Χωρίς να είναι αναληθή, είναι – πιστεύω – μερικά.

Ο πραγματικός λόγος αποστροφής των πολιτών για την συζήτηση που αφορά το μέλλον του τόπου τους και των παιδιών του είναι η διπλή απόσυρση των ελίτ. Και εξηγούμαι αμέσως.

Πρώτη απόσυρση είναι η απαξίωση της εργασίας. Όλοι θυμόμαστε τον αγώνα μέρους των τοπικών πολιτικών ελίτ της Βορειοανατολικής Χαλκιδικής για την επαναλειτουργία των μεταλλείων χρυσού. Ακόμη και η εναλλακτική πρόταση που υπήρχε αφορούσε άλλες, περισσότερο φιλικές προς το περιβάλλον, δραστηριότητες που θα ασκούντο επί τόπου. Δύο διαφορετικές αντιλήψεις του τοπικού συμφέροντος συγκρούστηκαν (και συγκρούονται) σφοδρά: η βιομηχανική εργασία και η παροχή τουριστικών υπηρεσιών.

Στην Δυτική Μακεδονία δεν υπάρχει καμία πραγματική σύγκρουση συμφερόντων. Δεν υπάρχει καμία πρόταση υπέρ της μισθωτής εργασίας. Ας δούμε τις «εναλλακτικές» που προσφέρονται: Είτε να παραχωρήσουν τις εκτάσεις σε ένα νέο τσιφλικά, ανεξάρτητα ποιος θα είναι, είτε να αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι πρόσβαση σε μια γεωπρόσοδο από τα ενοίκια των φωτοβολταϊκών πάρκων. Η δεύτερη προοπτική είναι σαφώς περισσότερο θελκτική και δίκαιη αλλά δεν αρκεί ούτε για τον βιοπορισμό των κατοίκων ούτε δημιουργεί πραγματικές θέσεις εργασίας. Μονάχα η εργασία κρατά τους ανθρώπους σε έναν τόπο και δίνει προοπτική.

Η εργασία δηλώνει επίσης και μια επιθυμία να ζήσουμε μαζί ως κοινωνία. Κι αυτή είναι η δεύτερη μεγάλη απόσυρση των ελίτ από τον τόπο. Το είχε άλλωστε κυνικά παραδεχτεί γνωστό συνδικαλιστικό στέλεχος μιλώντας για την απολιγνιτοποίηση. Πόσα από τα παιδιά του πολυάριθμου πολιτικού προσωπικού κατοικούν και δραστηριοποιούνται μόνιμα στον τόπο που εκλέγονται και διοικούν ή εκπροσωπούν οι γονείς τους; Είμαι βέβαιος ότι δεν θα βρείτε πολλά.

Είναι δηλαδή κακό τα παιδιά να προοδεύουν και να αναζητούν καλύτερες προοπτικές αλλού; Φυσικά και όχι. Όταν όμως τα παιδιά των τοπικών ελίτ φεύγουν για σπουδές και αναγκάζονται να μην επιστρέψουν σημαίνει ότι κάτι δεν πήγε και δεν πάει καλά, πέρα και πάνω από την όποια απολιγνιτοποίηση. Οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν αλλά και όσες προτείνεται να ακολουθηθούν δεν λαμβάνουν υπόψη το μέλλον αυτού του τόπου· την δυνατότητα των πολιτών να εργαστούν, να παράξουν και να ευημερήσουν στον τόπο τους.

Στο πρόσφατο παρελθόν οι υψηλοί μισθοί από την εργασία και η κυκλοφορία του χρήματος επέτρεπαν σε ευρύτατα στρώματα τα ταξίδια, τις διακοπές ακόμη και τις σπουδές στο εξωτερικό. Έδιναν μια ευκαιρία όσμωσης κόσμων, εμπειριών και παραστάσεων. Όμως ποιο είναι το μέλλον αύριο;

Μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών εγκλωβισμένη σε ένα κύκλο φτώχειας; Τοπικές κοινωνίες που θα αγωνιούν για τις λίστες των κοινωφελών προγραμμάτων και «τοπικές» ελίτ που θα εισπράττουν την γεωπρόσοδο των φωτοβολταϊκών πάρκων περνώντας τον χρόνο τους αλλού, μακριά από την μιζέρια του τόπου και των ανθρώπων του.

Χωρίς ελίτ (οικονομικές, πολιτικές, συνδικαλιστικές) που να θέλουν να μείνουν, να επιχειρήσουν και να εργαστούν εδώ δεν μπορούν να συγκροτηθούν ούτε εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις ούτε εναλλακτικά παραγωγικά μοντέλα· δεν μπορούν να κινητοποιηθούν πόροι και ανθρώπινο δυναμικό και να αντιστρέψουν την πορεία προς την φτώχεια και την εσωστρέφεια.

 Ο Νικόλας Ι. Τζήμος είναι διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Σπούδασε στην Θεσσαλονίκη, το Παρίσι και την Αθήνα. Ζει και εργάζεται στην Κοζάνη.