Στην δεκαετία του 1950 αλλά και του1960 οι μέρες 22, 23,και 24 του Δεκέμβρη ήταν για όλους στο χωριό μέρες προσμονής και ελπίδας για τα Χριστούγεννα που έρχονταν. Όχι όμως και για τους δύσμοιρους χοίρους του χωριού. Γι’ αυτούς οι μέρες αυτές ήταν μέρες στεναγμού, λύπης και οδύνης. Σε μία απ’ αυτές τις μέρες λοιπόν, ο κάθε χοίρος θα έμπαινε στον κόπο να κάνει μια μικρούλα διαδρομή. Μια διαδρομή ,που ατυχώς επιστροφή δεν είχε.

Τα χρόνια εκείνα το χωριό ήταν καλός παραγωγός μικρών γουρουνιών. Γι’ αυτό άλλωστε πήραμε και το περιπαιχτικό παρατσούκλι γουρναραίοι. Τα περισσότερα απ’ αυτά πουλιόταν κάθε Σάββατο στο παζάρι της Ελασσόνας. Τα κουβαλούσαν μέσα σε τσουβάλια με το φορτηγό του Βαλλά . Ως τον Μάρτη κάθε χρόνου ο κάθε νοικοκύρης αγόραζε ή κρατούσε από τα δικά του ένα γουρουνόπουλο ή γκουτσιούνι όπως το έλεγαν τότε στην λαλιά του Λιβαδερού. Θα το «ανάθρεφε» με όλους τους …καλούς τρόπους σαν χοίρο Χριστουγέννων.

Ήταν πάντα αρσενικό και πάντα από …καλό κουμάσι. Κουμάσι τριγωνικό κάτι σαν το λάμδα κεφαλαίο (Λ) περίπου. Με ξύλα. Άχυρο μέσα κι έξω. Και χώμα από πάνω. Μόνωση άλφα ποιότητας. Για το κρύο του χειμώνα και την ζέστη του καλοκαιριού. Βέβαια ποτέ δεν έλειπε απ’ το κουμάσι και η «σαλοτραπεζαρία». Απολύτως απαραίτητη για τις βόλτες και το φαγητό του ζώου. Ήταν φτιαγμένη από σανίδες (σκίζες). Είχε σχήμα τετράγωνο και μια κουπάνα (ταΐστρα),όπου έμπαινε η τροφή. Κι η τέντα του, για την απαραίτητη σκιά ήταν από κλαδιά δένδρου.

Το φαγητό του χοίρου είχε ποικιλία. Ήταν λιτό αλλά και βαρύ. Τυρόγαλο από το τυροκομείο στην Κασαρία , πλύματα, από τα πιάτα του σπιτιού, τότε χωρίς καθόλου σαπούνι Άβα. Βελανίδια για κάποια χρόνια, βρίζα αλλά και «μαγειρεμένο φαγητό» την ψίνα. Με νερό και πίτουρα. Η καλύτερη συνταγή φαγητού για τον χοίρο. Κι όταν εκείνος με το καλό ενηλικιωνόταν, έπρεπε, πάση θυσία, να ευνουχισθεί. Όχι για το καλό του βέβαια, μα για πιο γευστικό κρέας.

Μετά εννιά περίπου μήνες καλοζωίας και ευδαιμονίας του χοίρου έφταναν και οι τρεις θλιβερές μέρες του Δεκέμβρη, που είπαμε στην αρχή της ιστορίας αυτής. Στο χωριό από πολύ πρωί γινόταν μεγάλη φασαρία, ένα παζάρι. Απ’ άκρη σ’ άκρη ένα πανδαιμόνιο από φωνές και γκουρλίσματα. Όλοι οι χοίροι του χωριού φώναζαν,…διαμαρτύρονταν πολύ έντονα.

Ο κάθε χοίρος, θέλοντας και μη, μ’ ένα σχοινί στο πόδι στις 22 ,ή στις 23, ή τελικά στις 24 Δεκέμβρη οδηγούνταν στο τόπο της θυσίας. Συνήθως στην αυλή του σπιτιού. Η νοικοκυρά μ’ ένα φτυάρι στο χέρι με κάρβουνα και θυμίαμα θυμιάτιζε το ζώο κάτω απ’ το κεφάλι του, για να ευλογηθεί το σφάγιο.

Δύο ή και περισσότεροι άνδρες αναλάμβαναν την αποστολή της θυσίας, του γδαρσίματος, του τεμαχισμού και όλα τα σχετικά. Και όλοι οι μεγάλοι άνθρωποι ήταν τόσο ευτυχείς και χαρούμενοι, που θα «τσικνίσουν» μετά από τόσο καιρό και δεν έβλεπαν την ώρα και την στιγμή. Κρέας τηγανιά, ψαχνό και παχύ, τσιγαρίδες, λουκάνικα, σπληνάντερο μα και λιγδουπάπαρα και πατσά ονειρεύονταν όλοι.

Μόνο τα παιδιά τους ζούσαν σ’ άλλο κόσμο, σ’ άλλο όνειρο. Παρότι είχαν πολύ καιρό να δουν στα μάτια τους κρέας, δεν τους ένοιαζε και τόσο. Γύρω -γύρω …όλα απ’ το σφαγμένο ζώο περίμεναν καρτερικά να πάρουν το δικό τους δώρο. Το μοναδικό δώρο των Χριστουγέννων, όχι φυσικά απ’ τους γονείς τους, μα απ’ το ζώο. Τον χοίρο. Έτσι ήταν τα πράματα τότε. Και το δώρο αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η φούσκα του ή όπως επιστημονικά την λένε η ουροδόχος κύστη του. Για τα παιδιά του χωριού και της στέρησης όμως ήταν το μπαλόνι τους. Το μπαλόνι για παιχνίδι, το μπαλόνι της χαράς, το μπαλόνι των Χριστουγέννων.

Όταν έφθανε η ώρα ο άνδρας αρχηγός με προσοχή, για να μην τρυπήσει ,αφαιρούσε την φούσκα. Και πάντα την έδινε στο μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας. Εκείνο θα την φούσκωνε αμέσως, θα την έδενε με μια μάλλινη μικρή κλωστή και να, έτοιμο το μπαλόνι των Χριστουγέννων. Πολύ μικρό βέβαια, μα αρκετά μεγάλο για παιδικές χαρές και συγκινήσεις.

Τα παιδιά μεμιάς γίνονταν άφαντα. Όλα το μπαλόνι ψάχνουν και όλα με το μπαλόνι παίζουν. Μέχρι αργά, που νυχτώνει και κρυώνει ο καιρός στο ορεινό χωριό. Το βράδυ θα το φέρουν στο σπίτι, για λίγες ακόμα υπερωρίες με παιχνίδι. Και πριν τους κλέψει ο ύπνος θα το κρεμάσουν στο ξύλινο ταβάνι. Να «ξεκουρασθεί», για το πρόγραμμα της άλλης μέρας.

Το μπαλόνι αυτό, το μπαλόνι εκείνων των Χριστουγέννων έδινε τόση μα τόση χαρά σ’ εκείνα τα παιδιά, που μπροστά του τα μπαλόνια της εποχής μας σκάζουν συχνά απ’ το κακό τους, κι ας είναι τόσο πολύχρονα και λαμπερά.

 

Κ. Φαρμάκης

Ξάνθη