Σιτζιούκια από κρύσταλλο ή σιτζιουκια από μούστου; Ιδού το ερώτημα των ημερών ως απάντηση σε διάφορες δημοσκοπήσεις που τρέχουν αυτόν τον καιρό σε τοπικά sites. Εμείς βέβαια προτιμούμε τα αυθεντικά, που μοσχομυρίζουν μούστο, τι θεϊκή μυρωδιά , όχι αυτα του εμπορίου με την καμμένη ζάχαρη αλλά με τον γνήσιο μούστο, το τονίζουμε.!.

Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά που έβγαινε από το μεγάλο μπακιρένιο καζάνι, στημένο, στην πίσω αυλή του πατρικού μου σπιτιού, στον Αη Δημήτρη, μετά τον τρύγο. Και τη γιαγιά μ’ τη Φώτω, όρθια σαν πρωθιερεια να το ανακατώνει συνέχεια με τη μεγάλη, σαν φτιάρι, ξύλινη κουτάλα για να μη τσικνωσει ο μούστος και πάει στο βρόντο ο κόπος τς όλος. Κι να βουτάει ξανά και ξανά τα σιτζιουκια μι τις τρανές φούντες με τς πεταλούδες τα καρύδια περασμένα στην χοντρή ν κλωστή ξανά και ξανά μέσα στο καζανι τρεις φορές, όπως ο παππά- Γκιούρας το σταυρό στο συντριβάνι τ ‘ Αη Δημητρη τα Φώτα.
Κι μεις από γύρω να κοιτουμι και να μας πεφτ’ τα σάλια σαν την αλεπού με τα σταφύλια γιατί δεν μπορούσαμι με τίποτα να τ’ αξαμώσουμι. Πρώτον ήταν όλα καφτά και η φωτιά γυρω- γύρω σαν συρματόπλεγμα τα φύλαγε και δεύτερον η γιαγιά με τη τρανή κουταλιά έκανε και το δραγατη, αν κάνας ακουτουσιν να αρπάξει κανα λιλέτσι που κρέμουνταν ξαστοχμένου από τουν κλώστη που τα περνούσιν για να στεγνώσν. Όχι, τώρα μας φωναζιν, όταν θα κρουν τα Τρανά τα Τφάνια θα τα κόψουμε, και για σένα Φανούλα, γυρνούσιν και με λιγιν κρυφά στ’ αυτί θα κρατήσω ένα ολόκληρο καλά κρυμμένο. Ηξεριν τι λίμαβου ημαν, απού μκρή ακόμα, μι τα γλυκά!
Κι ήρθαν κι αυτές τς μέρις πάλι τα Τρανά τα Τφάνια κι με μεγάλη νοσταλγία θυμηθκαμι κι πάλι τ’ γιαγια τ Φώτω και τα σιτζιουκια της!/
Που τώρα σιτζιούκια,; Όχι τίποτα άλλο, αλλά εκλεισιν και ου Νταβαντς για τς τεμπελις σαν κι μένα να πεταχτώ να πάρω ενα. Εκλεισιν κι του Βυζαντιο που έφτιαχνιν ωραιότατα μετά από αυτόν, όπως έλεγιν η μάνα μου, η Ευδοκία.
Τώρα μας απομναν μόνο τα κρυστάλλινα από πάγο, να κρέμουντι σαν τ’ μαχαίρις και τα τσικούρια πάνω απ’ του κεφάλι μας και να τρέμει του φυλλουκάρδι μας κάθε φορά που πάμι στην αποθήκη, σαν την αλαφρά γιορτή που παει να πάρει κρασί απ’ του υπόγειου, ίδιν ένα τσεκούρι να κρέμιτι παν’ απ’ του βαένι μι του κρασί και τ αφκιν όλου κι χυθκιν!
Κι αυτά όμως τα ξιπατουμενα μας τα πήραν από χτες οι Αθηναίοι, που ξεμωραθκαν ντιπ για ντιπ με του χιόνι που επισιν ικει. Κι όχι τίποτα άλλου, πού να βρουν στου Κουλουνακι και σν πλατεία Κλαυθμώνους σιτζιουκια, παραγγελιά τα διναν μια ζωή στου Νταβανη!!!!