Κάθε που μπαίνει ο Ιούλιος η μυρωδιά του αλωνισμένου άχυρου τρυπάει τα ρουθούνια μου. Στο χωριό μου,στις υπώρειες του Βερμίου, τέτοια εποχή,τέλη δεκαετίας 60 έκαναν την εμφάνισή τους οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές νέας τεχνολογίας, οι κουμπίνες, οι οποίες διαδέχτηκαν τις πατόζες, αυτές ακουστά μόνον τις είχα από τα αδέλφια μου. Όλο το χωριό ένα απέραντο αλώνι και άχυρα στοιβαγμένα στις αυλές, ταγή για τα ζώα τον χειμώνα.

Μια ζεστή μέρα του Ιουλίου ο Αλέξης ένας νεαρός άντρας με ψυχολογικά προβλήματα, έπιασε ένα πουλί, το περιέλουσε με πετρέλαιο και το άφησε να πετάξει. Το καιόμενο πτηνό στην προσπάθειά του να γλυτώσει πήγε και κάθισε σε μια μεγάλη θημωνιά με άχυρα φρεσκοαλωνισμένα, τα άχυρα φούντωσαν, άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες, σπίτια κινδύνεψαν, κόντεψε όλο το χωριό να γίνει παρανάλωμα του πυρός, γιατί όλες οι αυλές είχαν θημωνιές με άχυρα και ο Αλέξης παίρνει το ακορντεόν και παίζει σαν άλλος Νέρωνας, όσο οι φωτιές φούντωναν τόσο ο Αλέξη το απολάμβανε. Και η γιαγιά μου να μονολογεί: την δουλεία τη ζαντού χιλ’ ορθοί κι επορούνε να ορθέζ΄να, δηλαδή την ζημία ενός τρελού δεν μπορούν να την αποκαταστήσουν χίλιοι γνωστικοί.

Πάντα θα με ακολουθούν εκείνες οι μέρες του Ιουλίου και οι παιδικές μνήμες. Μνήμες γλυκές χαμένες στην αχλή του χρόνου, πάντα παρούσες όμως. Όλα αλλάζουν στη ζωή, εκτός από τις μνήμες μας. Το χωριό μου θάφθηκε από τις μπουλντόζες της ΔΕΗ χάριν του λιγνίτη, αλλά κανείς δεν μπορεί να μου κλέψει τις κιτρινισμένες φωτογραφίες του μυαλού μου και τα καλοκαιρινά φεγγάρια μου στην μεγάλη αυλή μας. Εκεί, στη μέση της Σαριγκιόλ, της Κίτρινης Λίμνης, που την αποξήραναν πριν από τον Πόλεμο για να στηθούν στην κοιλάδα της Κοζάνης τα χωριά των προσφύγων και αργότερα, όταν ανακαλύφθηκε ο πολύτιμος λιγνίτης, τα εργοστάσια της ΔΕΗ. Εγώ επιστρέφω συνεχώς στις χορταριασμένες αυλές και στα χαλάσματα.

Ιούλιος σήμαινε για μας καπνά και προσμονή για το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου στο κοντινό κεφαλοχώρι, τη Χαραυγή. Το σπάσιμο του καπνού κυριαρχούσε σε όλο το χωριό. Εκεί γύρω στις 3 τα ξημερώματα άκουγες φασαρία από ποδοβολητά αλόγων και γαϊδουριών, κοφίνια να φορτώνονται, φωνές γυναικών να ξυπνούν τα παιδιά και σε λίγο μικρές λάμπες στο σκοτάδι. Φορτώνονταν στα κάρα ή στα γαϊδούρια τα κοφίνια, οι λινάτσες και τα σακιά. Όσοι είχαν κάρα ήταν τυχεροί, εμείς είχαμε μόνον ένα γαϊδούρι.Οι χωμάτινοι δρόμοι του κάμπου γέμιζαν από ζωή και φωνές, εκεί στις 2 με τρεις τα ξημερώματα. Το σπάσιμο του καπνού ήταν πολύ δύσκολη δουλειά, την κάναμε όμως ακόμα και εμείς τα πολύ μικρά παιδιά. Το πρώτο χέρι το έκαναν γονατιστοί σερνόμενοι ανάμεσα στα αυλάκια.Τα ματσάκια τα άφηναν κάτω στο χώμα και τα μάζευαν στο τέλος. Τις πρώτες ώρες επικρατούσε άκρα ησυχία, καθώς νύσταζαν και δεν είχαν όρεξη για πολλές κουβέντες. Με το πρώτο φως του ήλιου τα σπασμένα φύλλα γέμιζαν ήδη δυο-τρεις λινάτσες. Στις 10 η ώρα άδειαζε πια ο κάμπος και επέστρεφαν όλοι στο χωριό. Όλοι ήταν βουτηγμένοι στο «ζεχίρ»,αυτή την μαύρη κολλώδη πικρή ουσία που κολλούσε παντού στα χέρια, στα μαλλιά, στα γυμνά μέλη του σώματος.

Μετά το πρωινό φαγητό, λίγες ελιές, κανένα κρεμμύδι, λίγο τυρί ή θρεψίνη με ψωμί για τα παιδιά, άρχιζε το πέρασμα των καπνών σε αρμαθιές και στη συνέχεια το άπλωμά τους πάνω στις λιάστρες για να στεγνώσουν. Το βελόνιασμα ήταν πολύωρη και κοπιαστική εργασία που έφτανε μέχρι αργά το απόγευμα. Στη διάρκεια του βελονιάσματος γινόταν το κουτσομπολιό, ακούγανε ραδιόφωνο, συζητούσαν πολλά και διάφορα θέματα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάναμε παζάρια με την μάνα μας για όσα επιθυμούσαμε να μας αγοράσει με το πούλημα των καπνών. Η απάντηση της μάνας μου ίδια στερεότυπη πάντα, να μάθετε γράμματα, να μην ασχολείστε με πράγματα που πουλιούνται στο παζάρι.

Στην αυλή της γιαγιάς μου κυριαρχούσε το «τουτ», η μουριά και γύρω από αυτήν περνούσαμε τα καλοκαίρια μας. Το σπίτι της γιαγιάς ήταν το καταφύγιό μας τα μεσημέρια, ένα σπίτι παλιό που άφησαν πίσω τους οι Τούρκοι με την ανταλλαγή και τα κατοίκησαν οι πρόσφυγες παππούδες μας.Θυμάμαι είχε ένα υπαίθριο χαγιάτι με περιστύλιο, δεν είμαι σίγουρη σε ποιο είδος αρχιτεκτονικής ανήκε, αλλά μου άρεσε πολύ. Ένα τραπέζι χαμηλό και μερικά ξύλινα σκαμνιά ήταν η επίπλωση του.

Θυμάμαι την αίσθηση της ζέστης και της αποχαύνωσης που νιώθαμε. Τα τζιτζίκια, τα στάχυα που είχαν ξεραθεί, το παιχνίδι κάτω από την αιωνόβια μουριά, η μυρωδιά του χώματος, ο ήλιος, η ελευθερία και η ανεμελιά.Εκείνη η μουριά της γιαγιάς μου στοίχειωσε όλα τα καλοκαίρια μου, κάθε φορά πήγαινα στο χωριό μου να τη δω. Είχαν φύγει οι άνθρωποι, έμεινε αυτή.

Γιώτα Ιωακειμίδου*
Φιλόλογος

*Εικ.: Απόσπασμα έργου του Jean-François-Millet