Αγαπάει τις γάτες, τα ανέκδοτα, τον αέρα, τη μουσική, το αίσθημα της απόλυτης ελευθερίας. Η σχέση του με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι η καλύτερη. Δεν έχει σελίδα στο Facebook, βαριέται τα μηνύματα από τα κινητά και πάντα προτιμά την κατά πρόσωπο φιλική επικοινωνία.

Αυτές οι «πρώτες στιγμές»

Οι πιο μεγάλες του χαρές είναι οι πρώτες του στιγμές. Ήταν μόνο πέντε όταν ο μπαμπάς, πηγαίνοντας προς το χωριό, ανέβασε το κάθισμα και του έδωσε το τιμόνι. Αυτή την πρώτη στιγμή προσπαθεί σε όλη του τη ζωή να απορροφήσει, να την εντάξει σε κάθε άλλη «πρώτη στιγμή». Την ανακτά κάθε φορά που δίπλα του έχει κάποιον που γι’ αυτόν είναι η πρώτη φορά και ρουφάει αυτήν την πρωτόγνωρη χαρά του άλλου. «Σαν ένας βρικόλακας» μου λέει και σκάει στα γέλια!

Η επαφή του Γιώτη Κιουρτσόγλου με τη μουσική, ιδίως πάνω στη σκηνή, στόχο έχει να απολαμβάνει την κάθε στιγμή. Το ίδιο απολαυστική ήταν και η δική μας συνάντηση, που σήμερα καταθέτω με χαρά στις σελίδες της «Αυγής» της Κυριακής.

Παιδιά ήταν όταν με τον Γιώργο Τζούκα, εξαιρετικό πιανίστα και σήμερα διευθυντή του Ωδείου της Κοζάνης, έμπαιναν σαν κλέφτες αργά τα βράδια στο δισκάδικο του πατέρα του, χωρίς φως, και άκουγαν τους καινούργιους δίσκους. Ήχους άγνωστους, που ερχόντουσαν από μακριά. Rock, disco, soul, funk. Τον τράβηξε το ρυθμικό τους στοιχείο. Αργότερα, στις παρέες του ακούγανε Genesis, Pink Floyd, Yes, Soft Machine που είχαν πιο έντονο το jazz-rock στοιχείο. Και μετά, σιγά – σιγά, ανακάλυψε την jazz στα πιο groovy της ακούσματα.

Στην Κοζάνη των γυμνασιακών του χρόνων, ο Νίκος Πατιάς, ένας σπουδαίος κιθαρίστας που είδε σε μια συναυλία όταν ήταν 15 ετών, τον αναστάτωσε. Άρχισε να παίζει με το αυτί ό,τι άκουγε προσπαθώντας να μιμηθεί το παίξιμό του. Δύο χρόνια αργότερα έπαιζε μαζί του και με τον Γιώργο Τζούκα στο πιάνο και τον Μανώλη Κουτσονάνο στα ντραμς, με το μπάσο που του έφερε ένας φίλος μουσικός από τη Γερμανία. Στα 18, οπότε έφυγε για σπουδές, ο Γιώτης άρχισε να ασχολείται συστηματικά μ’ αυτό το βαθύφωνο έγχορδο όργανο.

Με πομπούς και με κεραίες

Το 1979 έπαιξε σε έναν κινηματογράφο της Πτολεμαΐδας με τον Μανώλη Κουτσονάνο και άλλους φίλους μουσικούς από την Κοζάνη. Εκεί, για πρώτη φορά, αισθάνθηκε καλά. Με τα φώτα της σκηνής να πέφτουν πάνω του, το τρακ μπροστά στον κόσμο υποχώρησε. «Ωραίο πράγμα η κάθε πρώτη φορά. Μετά συνηθίζεις».

Φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, μια μεγαλούπολη στης οποίας την jazz σκηνή κυριαρχούσαν τότε δύο αξιόλογα συγκροτήματα, οι Α Priori και οι Da Capo, ο Γιώτης επιθυμούσε παράλληλα να παίζει μουσική και να ασχολείται με τα ηλεκτρονικά. Τους πομπούς, τους «πειρατικούς» σταθμούς στα μεσαία και τις λυχνίες, που ασκούσαν μια ιδιαίτερη γοητεία πάνω του. Παρόμοια με τις συναντήσεις του επί σκηνής με τους φίλους, αδελφούς Νίκο και Θόδωρο Καπηλίδη και τους εκλεκτούς Αμερικανούς καλεσμένους τους. Τον σπουδαίο τρομπετίστα Danny Hayes και το σαξόφωνο του Manny Boyd.

Σ’ έναν άλλο πλανήτη

Στη Θεσσαλονίκη γνώρισε την πολύ καλή κιθαρίστρια της jazz Βάσω Δημητρίου. Μαζί έφυγαν για την Αμερική. Στο Musicians Institute της Καλιφόρνια, με τη Δυτική Ακτή στα «ντουζένια» της, είχε δασκάλους σαν τους Scott Henderson, Gary Willis, Joe DiOrio και τον μόνιμο συνοδό της Sarah Vaughan στα χρόνια των ’70s πιανίστα Carl Schroeder.

Το ταξίδι στην Αμερική ήταν σαν να βρέθηκε σε έναν άλλο πλανήτη. Ακόμα μία «πρώτη στιγμή». Χρώματα, μεγέθη, κλίμακες τεράστιες, μουσικές. Στο «Baked Potatoes» και το «Catalina» ή σ’ ένα απλό sushi bar έπαιζαν τα ινδάλματά του. Ο Joe Pass, o Ray Brown, o Scott Henderson. Εκεί άρχισαν να κλείνουν οι κρίκοι της «αλυσίδας». Κατάλαβε τo πώς η jazz έφτασε ως εκεί. Από τη μήτρα – γεννήτρα των ρυθμών, την Αφρική, στα blues του Αμερικάνικου Νότου, το ragtime, τη dixieland, το swing έως τις σύγχρονες μουσικές επαναστάσεις του Bird, του Miles, του Trane.

Η εικόνα στα κλαμπ του L.A. θύμιζε κάτι από τους 52 δρόμους της Νέας Υόρκης στα χρόνια της δόξας τους. Στο ένα έπαιζε ο «Bird» της εποχής, πιο κάτω οι άλλοι, γνωστοί, εκκολαπτόμενοι σταρ ή άγνωστοι μουσικοί. Ακούγοντας, παίζοντας και μαθαίνοντας, σε μια εποχή που η μάθηση γινόταν δύσκολη από την έλλειψη των ψηφιακών πληροφοριών και των μυριάδων εικόνων που σήμερα έχουν σε περίσσεια μέσω Google και YouTube οι υποψήφιοι μουσικοί (μια νέα γενιά μουσικών με μεγάλη κατάρτιση και όγκο γνώσης σε όλα τα είδη, τα στιλ και τις τεχνικές) ο Γιώτης στερήθηκε αυτά τα «εργαλεία», αυτές τις πηγές της γνώσης.

Κάτι που τον οδήγησε να πειραματιστεί. Όπως έκαναν ο Τρανταλίδης, ο Φιλιππίδης και οι άλλοι μουσικοί της προηγούμενης γενιάς στα πρώτα βήματά τους. Σπουδαίοι μουσικοί που μέσα από τον πειραματισμό τους ανακάλυψαν τον εαυτό τους, την προσωπικότητά τους, τον δικό τους «δρόμο» ανάμεσα στις συμπληγάδες της αναζήτησης και της αμφιβολίας.

Από την Αμερική, ο Γιώτης ένιωσε τους ορίζοντές του να μεγαλώνουν. Συνάντησε ανθρώπους με ανοιχτό πνεύμα, μακριά από τα «πρέπει» και τα «δεν πρέπει». Η βράβευσή του σαν «Μουσικός της Χρονιάς» στη σχολή του έδειξε το πώς μπορούμε να κάνουμε πράγματα εξίσου καλά ή και καλύτερα από τα ξένα ινδάλματά μας. Ότι αν πραγματικά αγαπάς κάτι, το πετυχαίνεις. Τα λόγια κάποιων δασκάλων τού διεύρυναν τις σκέψεις.

Ο τρόπος να μαθαίνεις

«Με κάθε λάθος νότα, κάνε την αρμονία και όσους σε συνοδεύουν να μοιάζουν λάθος» του έλεγε ο αξέχαστος Danny Hayes λίγο πριν φύγει. «Οι μελωδίες σου να είναι τόσο δυνατές, που να συμπαρασύρουν την αρμονία. Αυτό είναι το απόσταγμα της jazz» κι ο Γιώτης ένιωσε πως είχε πάει πέντε χρόνια μπροστά. Στη δε Αμερική έμαθε τον «τρόπο να μαθαίνει». Τη μέθοδο της μάθησης. Αυτό τον έχει βοηθήσει, εκτός του να γίνει ένας καλός δάσκαλος, να κατανοήσει την κοινωνία. Τον τρόπο λειτουργίας της στα θέματα της μάθησης, με επίκεντρο πάντα τη μουσική.

«Υπάρχουν άνθρωποι που τη μία νύχτα τους δίνεις μια πληροφορία και την επόμενη εβδομάδα αυτή έχει ανθίσει μέσα τους. Η προσωπική τους έρευνα τους έχει οδηγήσει βήματα μπροστά. Μια πιο συντηρητική αντίληψη, παλιά, τέτοιες μεθόδους τις απέτρεπε. Ο μαθητής δεν έπρεπε να έχει άποψη στη μόρφωση. Τα SOS ήταν ο μόνος στόχος!».

Πτήσεις ελευθερίας

Ο Γιώτης έχει… πάθη! Αγαπάει τις πτήσεις και είναι πιλότος του δικού του αεροσκάφους, γιατί έχει πάθος με την ελευθερία και μια ιδιαίτερη σχέση με τον αέρα. Πετώντας ψηλά, νιώθει πραγματικά ελεύθερος και συνειδητοποιεί πως είναι μέρος της φύσης, που πρέπει να σεβόμαστε. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το αισθανθεί μέσα σε ένα αυτοκίνητο.

Οι μπαταρίες γεμίζουν με τις πτήσεις. Ζει σ’ ένα όνειρο. Στη διάρκειά τους «κλείνει ο διακόπτης», τα ξεχνάει όλα. Επιστρέφοντας, νιώθει μια γλυκιά κούραση. Πετώντας όμως ψηλά αυτοσυγκεντρώνεται. Νιώθει πως γίνεται καλύτερος και στη μουσική, πως απολαμβάνει την κάθε της στιγμή πάνω σε μια σκηνή. Γιατί όλα -τα «πριν» και τα «μετά»- μοιάζουν να είναι δυσοίωνα και μαύρα στα χρόνια που ζούμε.

«Στη μουσική έχεις ό,τι και σε μια πτήση. Απογείωση, ταξίδι, προσγείωση. Αν γίνει ένα λάθος στην αρχή, έχει καταστρέψει όλο το κομμάτι» σημειώνει ο ίδιος.

Το μπάσο είναι μια κρυφή πηγή ενέργειας για τον Γιώτη. Ένας σεισμός είναι «μπάσος» γιατί έρχεται από κάτω. Οι κολώνες ενός σπιτιού είναι η βάση (base), το «μπάσο» δηλαδή. Η πιο διαδεδομένη προσέγγιση σ’ αυτό είναι ότι το μπάσο είναι ένα συνοδευτικό όργανο, πως κάνει μόνο για συνοδεία. Αυτό είναι το λάθος. Γιατί ένα όργανο που φτιάχνει και παίζει ένας άνθρωπος μπορεί να παίξει τα πάντα! Αυτός που παίζει πιάνο πρέπει να γίνει και ντράμερ, και μπασίστας, και κιθαρίστας. Αντίστοιχα, κι αυτός που παίζει κιθάρα, πρέπει να γίνει τα πάντα κ.λπ. κ.λπ.

Η μουσική είναι συγκίνηση

Στις δικές του μουσικές, στους δίσκους και τα live, ο Γιώτης παίζει αυτά που αγαπάει, τις μουσικές «της προσωπικής του παράδοσης», τα μουσικά του ερεθίσματα: Από τον Miles Davis μέχρι τα δημοτικά τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας, της δυτικής Μακεδονίας. Τη ζωντανή παράδοση που κουβαλάμε όλοι μέσα μας, χωρίς ταμπέλες και περιορισμούς. Αυτό που τον συγκινεί. Αυτή η συγκίνηση θέλει να βγαίνει στις προτάσεις του.

«Ένα τραγούδι παίζουμε μια ζωή. Το ίδιο είναι, με παραλλαγές» είπε κάποτε ο φίλος μας, ο Haig Yazdjian. Και ο Γιώτης έχει πολλά κομμάτια που του ξυπνούν μνήμες. Στον δίσκο με τους αιώνιους φίλους του, τους Human Touch, μαζί με τον David και τον Σταύρο, υπάρχει ένα κομμάτι που λέγεται «Roοts and Memories». Όταν το πρωτοέγραψε, είχε μια μελωδία λυρική, που τον συγκίνησε πραγματικά. Προσπαθούσε να σκεφτεί τι του θυμίζει, μέχρι που άκουσε τη μητέρα του να το σιγοψιθυρίζει. Ήταν ένα τουρκικό τραγούδι, που το έμαθε από τη γιαγιά του. Είναι το «Bekledim de gelmedin», που πάντα τον συγκινεί.

Στα χρόνια της πανδημίας

Σήμερα, ζώντας σε μια μεταβατική περίοδο, στην Ελλάδα και αλλού, στην προ -και μετά- Covid-19 εποχή, μοιάζει να απαιτούν από τον μουσικό να επιστρέψει στην περίοδο του «χομπίστα». Δυσοίωνο το μέλλον του, γεννάει πολλά ερωτήματα. Προς το παρόν υπάρχει η αμηχανία, οι τζάμπα «for fun» μουσικές στα διαδικτυακά «παράθυρα», η αβεβαιότητα.

«Σήμερα, που ήρωες της κοινωνίας είναι οι υπάλληλοι των σούπερ μάρκετ, ο γιατρός, οι νοσοκόμες, το παιδί που με το μηχανάκι του φέρνει την παραγγελία στο σπίτι, εμείς οι κοινοί θνητοί βλέπουμε μπροστά μας το φάσμα της ανεργίας».

«Να ’ναι αυτή η μορφή του Γ’ Παγκόσμιου Πόλεμου; Το να μην μπορεί ένας μουσικός να ταξιδέψει, να μην μπορεί να κοινωνεί το έργο και τις σκέψεις του, τα όνειρά του; Να μένουμε ‘ασφαλείς’ στα σπίτια μας; Αυτό, σαν προοπτική και μόνο, μου δημιουργεί μεγάλο θυμό!” λέει ο Γιώτης, ενώ ο ήλιος, σαν να μην τρέχει τίποτα, πέφτει και γλείφει όπως πάντα το απέναντι βουνό.

Το τι κάνει σήμερα ο Γιώτης Κιουρτσόγλου μένει σε εσάς να το ανακαλύψετε συναντώντας τον και απολαμβάνοντας τις μουσικές του μέσα από τις άπειρες συνεργασίες του, συναυλιακές ή / και δισκογραφικές.

avgi.gr – Του Ιλάν

David Lynch, Γιώτης Κιουρτσόγλου, Σταύρος Λάντσιας. Με τους Human Touch στη σκηνή του Jazzèt Cafè

Με τα φτερά του Γιώτη Κιουρτσόγλου

Με τους Human Touch. Τα «κρουστά» του Γιώτη Κιουρτσόγλου εν δράσει