«Που τσανά μπριό μπριό,

που τσανάβουν τις φουτιές

Μες του μνη μπριό μπριό,

μες του μνήμα του βαθύ»

           Το τραγούδι αυτό της Αποκριάς  η θεία μου η Ρίνα, η Λαδουρίνα, η γυναίκα του Ηλία του Αγοραστού του επονομαζόμενου και «Πολωνού» μου τόμαθε  .  Όταν αυτή ήταν κοντά στα σαράντα πέντε της κι εγώ μικρός, δεν είχα κλείσει ακόμα τα επτά. Αυτή λοιπόν η θειά μου με είχε μάθει αυτό το άτακτο τραγούδι, που έλεγαν στην Κοζάνη τις Απόκριες. Ντρεπόμουνα πολύ και κοκκίνιζα που  άκουγα να μου το τραγουδάει, κι εκείνη με εξηγούσε πως το τραγούδι δεν ήταν καθόλου άτακτο, μα πολύ τακτικό έθιμο στους Κοζανίτες.

         Πολύ αργά κατάλαβα κι εγώ, πως  όλα, μα όλα τα τραγούδια της αποκριάς τέτοια ήταν. Τολμηρά, και σκωπτικά. Το απαιτούσε το έθιμο της αποκριάς. Όπως απαιτούσε και από τον μικρό πληθυσμό του χωριού, τα παιδιά δηλαδή, να φροντίζουν για το απαραίτητο υλικό, που θα άναβαν την φωτιά, την απουκριά όπως την έλεγαν στην τοπική λαλιά του Λιβαδερού. Το υλικό  αυτό  ήταν τα κέδρα. Και τέτοια το χωριό  μας, παρόλο που δεν ήταν χωριό του Λιβάνου, δόξα τον θεό είχε αρκετά. Η παράδοση ήθελε τα παιδιά του κάθε μαχαλά, με μια  τέλεια  αυτοοργάνωση, να κόβουν ,να κουβαλούν, να αποθηκεύουν αλλά και να φυλάγουν τα κέδρα μέχρι την μέρα της τρανής της αποκριάς.

Εμείς στον μαχαλά τον Παπαστεργιάδων όσοι ήμασταν κοντά στα 9 ,10 και 11 χρόνια παίρναμε τα τσεκούρια και τσικουρούλια (μικρά τσεκούρια) και πάντα προς την Ντήμουλα και  τον Αη θανάση πηγαίναμε. Εκεί ετοιμάζαμε πρώτα τα ζαλίκια. Ήταν  κέδρα ξεκλαρισμένα με μια φούντα στην άκρη, που κρατούσε τα άλλα κέδρα που φορτώναμε σ’ αυτά. Κι όταν το ζαλίκι  γέμιζε μέχρι πάνω ,ήταν έτοιμο να το ζαλικοθούμε (φορτωθούμε) στον αδύνατο παιδικό μας ώμο  και ο δρόμος ανοιχτός για το χωριό.  Πολλές φορές τύχαινε να σκαπιτούμε (διαβαίναμε) και το εικονοστάσι του Τζουκουμήτσιου, προς την Τσουκνίδα μεριά. Εκεί  θα βρίσκαμε τα πιο μεγάλα κέδρα. Τα προτιμούσαμε.  Φτουρούσαν  πολύ στην φωτιά. Πάντα τα σέρναμε. Σβαρνίζοντάς τα μέχρι το χωριό.

      Τα κέδρα τα βάζαμε στην αχυρώνα του Φώντη (Παπακωσταντίνου Ξενοφών), που είχε φύγει απ’ το χωριό κι άνοιξε μπακάλικο στα Σέρβια. Κι όταν χιόνιζε και τα  κουκούλωνε το  χιόνι, η νίλα που τραβούσαμε για να τα βγάλουμε, δεν λέγεται Όσα περίσσευαν τα στοιβάζαμε στην πάνω μεριά από το σπίτι του Λαδουλία. Αυτό ήταν που μας κατέστρεφε κάθε φορά και τα κέδρα  το πρωί πάντα τα βρίσκαμε λειψά. Τα  «μπαλαμούλια» απ’ τον απέναντι μαχαλά μας  ρημάζαν στο κλέψιμο. Είχαμε βέβαια σκοπό να τα φυλάει, μα τα παιδιά απ’ τους Μπαλαμάδες είχαν τον τρόπο να μας κατακλέβουν. Κι εμείς βέβαια δεν ήμασταν άγιοι. Συχνά  κάναμε αντεπιθέσεις στον «εχθρό» και τους παίρναμε περισσότερα.

        Την μικρή την αποκριά (της Τυρινής δηλαδή, όπως λέει και το ημερολόγιο) κάναμε  μεγάλη οικονομία στα …καύσιμα.  Καίγαμε πολύ λίγα κέδρα. Έτσι για το καλό, για το έθιμο ,που λένε .Και δευτερευόντως κάναμε την  απαραίτητη προπόνησή μας για την μεγάλη την αποκριά.

        Γιατί η μεγάλη αποκριά  σε μια βδομάδα ήταν γεγονός και με μεγάλη σημασία μάλιστα. Και σ’ αυτήν κουμάντο τα παιδιά έκαναν πάλι. Ποτέ  δεν κατάλαβα, γιατί εκείνο το βράδυ από νωρίς έπρεπε να πάω  να συγχωρέσω το νονό μου και να με συγχωρέσει κι εκείνος με την σειρά του ,αφού ποτέ δεν είχαμε μαλώσει. Το έκανα όμως γιατί πάντα έφευγα  με ένα αυγό στην τσέπη κι άμα τύχαινε και κανένα ψιλό.

            Το τραπέζι στο σπίτι  στρωνόταν  από νωρίς. Έπρεπε, λέει, να βγούμε οπωσδήποτε στην φωτιά, στην αποκριά του μαχαλά. Εκείνο το βράδυ την πρωτιά στο τραπέζι την είχε το τελευταίο  κρέας, που μας είχε απομείνει στην κάδη. Από το χοίρο των Χριστουγέννων. Ήταν διαλεγμένο για την περίπτωση. Όοολο ψαχνό. Μ’ αυτό το κρέας  αποκρεύαμε. Ο χάσκας, το βρασμένο αυγό δεμένο με  κλωστή είχε την τιμητική του. Έκανε  γρήγορες βόλτες από  ανοιχτό  σε πιο  ανοιχτό στόμα, μα  στο τέλος ήταν πολύ τυχερό γιατί…

 ήταν τα στόματα μικρά

 και το αυγό μεγάλο.

      Την φωτιά την ανάβαμε κάθε χρόνο δίπλα από το σπίτι του Φραγκουγιώρη και  στην πάνω μεριά του σπιτιού του Τζήμου του Βρόντζου. Στην αρχή βάζαμε λίγα κέδρα, για χαμηλή φωτιά. Για να την πηδούν όλοι. Μικροί  και μεγάλοι. Άνδρες και γυναίκες. Για να καούν οι ψύλλοι ,που δεν είχαμε. Μα έτσι πρόσταζε το έθιμο. Η δικιά μας φωτιά ήταν η μεγαλύτερη στο χωριό. Έτσι την  τουλάχιστον την βλέπαμε. Ίσως γιατί την βλέπαμε πάντα με τα μικρά, παιδικά μας μάτια Ο χορός γύρω απ’ αυτήν  καλά κρατούσε μέχρι τα μεσάνυχτα, κι ακόμα παραπέρα. Κορυφαίος του χορού πάντα, αλλά και ξεχωριστός στιχουργός των άτακτων τραγουδιών  ο Νταλαμήτρος (Παπαστέργιος Δημήτριος).Να είναι πάντα καλά. Πρώτα άρχιζε  να σέρνει τον χορό γύρω απ’ την φωτιά και μετά έπλαθε και τραγουδούσε τα πιπεράτα  και άτακτα λόγια. Τόσο  «ετοιμοπόλεμος» ήταν ο Μήτρος.  Και «στόλιζε» τον πάσα ένα, που έβαζε στο μάτι του.

        Σε μία τρανή αποκριά  δύο κρητικοί χωροφύλακες δεν την γλύτωσαν. Πλησιάζουν την φωτιά  και ο Νταλαμήτρος τους βάζει αμέσως στο μάτι και στον χορό. Μπροστά αυτός και πίσω του τα όργανα της τάξης. Γύρω -γύρω απ’ την φωτιά σχεδιάζει και λέει το ειδικά αφιερωμένο σ’ αυτούς  αποκριάτικο τραγούδι στην γλώσσα του χωριού:

«Μπριό,μπριό,μπριό,μπριό,μπριό μπριό

 Τούτα  τα πιδιά της Κρήτης

Θέλν στουν  κ@@ου δυό τζιουλίκις.»

Κ. Φαρμάκης

Ξάνθη