Κάθομαι πρωί κάτω από την σκιά της καστανιάς συνεπικουρούμενης και με τον ίσκιο της διπλανής κερασιάς. Ένα τραπέζι και τρεις πολυθρόνες τύπου σκηνοθέτη, στο έμπα της μεγάλης αυλής του σπιτιού. Πίνω τον Nescafe μου, φραπεδιά για την ακρίβεια, μια συνήθεια πολλών χρόνων, από το ΄56. Ο φραπέ βέβαια ανακαλύφθηκε αρκετά χρόνια μετά, στην έκθεση της Σαλονίκης.
Αφορμή νομίζω να μην εγκαταλείπω αυτή τη συνήθεια να είναι η γεύση αυτού του καφέ διότι στην παιδική μου ηλικία γύρω στο ΄45 με ΄46 θα ήταν όταν δοκίμασα από τα φακελάκια που υπήρχαν, μεταξύ άλλων, στα δέματα τα οποία μας μοίραζε η UNRRA μέσω της κοινωνικής πρόνοιας. Έκτοτε, δεν την πρόδωσα. Κάθομαι λοιπόν πίνοντας τον καφέ μου και απολαμβάνω στο βάθος τη θέα της λίμνης του Ιντζέκαρα* και το λεκανοπέδιο του Τσιαρτσιαμπά δίχως το μάτι να ξεφεύγει και από τα χωριά των Καμβουνίων και Πιερίων υπό την σκιά του Θεϊκού βουνού, του Ολύμπου, ου μην, αλλά και τον δικό μας τον ευωδιαστό Μπούρινο!Ένα δροσερό αεράκι έρχεται από νοτιοδυτικά από την περιοχή του Σιόπουτου και αβίαστα μου έρχεται στη μνήμη το διήγημα “Kεράσια” από το βιβλίο “Επιλογές” του 1973, του καθηγητή μου Φόρη*.
Ανέφερε για το ελαφρό αεράκι που ερχόταν από τον ψηλό τον Αη-Λιά και τους χάιδευε τρυφερά το πρόσωπο όταν έψαχναν το αμπέλι του Σακαλή με τις κερασιές.
Η μόνη διαφορά βεβαίως είναι ότι τότε ήταν η εποχή της άνοιξης οπότε άκουγαν μαζί με τον φίλο του Γιάννη* τις εξαίσιες μελωδίες των πουλιών οι οποίες τους ξυπνούσαν στη μνήμη και τους παρέπεμπαν στην έκτη του Μπετόβεν, την ποιμενική.
Στη δική μου περίπτωση όμως είναι καλοκαίρι και μάλιστα πέρασαν κάνα-δυο μέρες από το δεκαπενταύγουστο και όταν περάσει το δεκαπενταύγουστο έχει πλήρη εφαρμογή η από πολλών χρόνων καρατσεκαρισμένη, μη επιδέχουσα αντίρρηση, Κουζιανιώτ΄κ΄ παροιμία
“Δικαπέντσιν ου Αύγουστους, πυρώσ΄κι μην αντρέπισι”, εδώ βεβαίως έχει την πλήρη εφαρμογή της διότι μαζί με το ελαφρό αεράκι έρχεται και μια κρυάδα που σε κάνει να τσιουτσιουργιάιζ καλουκιριάτ΄κα.
Η τοποθεσία που βρίσκομαι είναι λίγο πιο κάτω από την χλιδάτη παραλία της πόλης του Αρίνταγα με τα δεν ξέρω και εγώ πόσα αστέρια έχουν τα πολυτελή ξενοδοχεία της.
Σε μια ερώτηση τυχαία που έκανα σε κάποιον της περιοχής παλιότερα , σχετικά με τ΄αστέρια των ξενοδοχείων, πήρα την απάντηση: το καλύτερο έχει δεκατέσσερα αστέρια! Τον ρώτησα και εγώ τότε, πότε τα μέτρησε και μου απάντησε, βράδυ. Μήπως μέτρησες όμως και τ΄αστέρια τ΄ς τρανής αρκούδας; Δεν μ΄απάντσιν .
Έχω όμως την εντύπωση ότι το έχω ξαναγράψει, η περιοχή αυτή που μένω είναι η Νεφελοκοκκυγία, η κάτω Νεφελοκοκκυγία!
Υπήρχε βεβαίως και η Νεφελοκοκκυγία η κανονική, η άνω, αυτήν που αναφέρει ο Αριστοφάνης.
Σην πιρίπτουσή μας όμους κι ιδώια όταν ουμιλούμι για κάτου κι άνου δεν ουμοιάζ΄ μι τι αυτό που λιέμι για ΄ν κάτ κι ΄ν απάν τ΄Βάντσα* δηλαδής τουπουγραφικά σι έδαφους, πρώτ΄η ουπάν κι παρακάτ η δέφτιαρ΄η κάτ. Ιδώια που αναφέρουμέστι ή κατ΄είνι κάτ΄κι η απάν στουν ψήλου, στουν ουρανό. Είνι αυτήν που ίδρυσαν ου Πεισθέτιρους κι ου Ιβιλπίδις αντάμα μι τ΄ς αρνίθις ( τα πλιά για να μην λουζγιάζουμέστι), ήθιλαν λιέει να σταματήσν να παέν΄οι τσίκνις σιαπάν στουν Δία κι στ΄ς άλνους Θιούς απού τα τόσα κι τόσα τσικνίσματα. Για βάλτι στου μπγιαλό σας πόσα τσικνίσματα έχουμι κι σήμιρα απ΄τ΄ς απόγουν΄που ψέν, όπους ου Γιώρς, στ Αραβάν΄ τ΄αμπέλ΄κι σι κάθι μουναχική κι μουναδική παραλία που παέν΄, ου Χαριλάκς δεν ξέρου που μπουρεί να ψέν΄, σην ταράτσα τ΄, στου μπαλκόνι τ΄, αλλά αυτό που είνι σίγουρου είνι σι κάθι μιρά στου Βόιου απ΄όπ έμαθάμι κι όλα τα γιουφύρια κι όλις τ΄ς ικκλησιές κι τα ιξουκλήσια.
Ου Δημητράκς στου σπίτι τ΄κι σην παραλία μούνγκι ψάρια, ικτός κι δεν τσιμπίσν, πράγμα αδύνατουν, όπως μας λιέει.
Είνι αυτός αρά που παέν΄σ΄ν Ιβρώπ΄τ΄χαραή μι του αριόπλανου κι γυρνάει τ΄απόγιμα μι αυτουκίντου. Δεν ξέρου αν ψέν΄κι τίπουτας στου αυτουκίντου. Αλλά κι ου Φόρης ικεί ψηλά στα Κριββατάκια, όπους κι ου Θόδουρους στα Κουϊνιάρκα κι να΄ταν μούνγκι αυτοί, κουριμός
Τσιατίσκιν κι ου Δίας κι ΄ν ξιπάτουσιν για τα καλά τ΄ουπάν κι έτσια απόμναν απουμινάρια σι ΄ν κάτ΄για να θυμίζν ότ΄υπήρχιν κάπουτις κι η απάν, Ιένα πηγάδ΄, που κι αυτό του κόβ΄του νιρό του καλουκαίρ΄για ικδίκησ΄, κατ΄μ’κρές μπιστιρές που μοιάζν απουλιθουμένα λιουντάρια, τ΄ς σιδηρόπιτρις απ΄τ΄ς πουλλές μπουμπουντσαρές κι άστραπές που έπισαν απ τα σπίτια στου χώμα κι κάτ΄μάσκις που απόμναν ινθύμιου. Τ΄ς σιδηρό-πιτρις τ΄ς έφκιασαν οι σύνχρουν΄ντ΄βάρια.
Ιφτιχώς να λιέμι που δεν ήρθιν ου Σουκράτς να σφάζ΄ αρνιά κι να χύν΄του γαίμα για να του πίν΄τα πνέματα που στουν κάτ΄τουν κόσμου είνι κι ιμουβόρα, όπως μας λιέει ου Μούτσιους* στου τραγούδ΄τ΄Χατζηδάκ΄ μι λόια τ΄ Ρώτα, στ΄ς Αρνίθις*.
Τι κάτ Νιφιλουκουκκυγία κι κασμέρια μας αραδιάιζ αρά; σαν να ακούουν μι φαίνητι τουν Νιάκου τ΄ς Στιργιανής. Η λέξ΄λιέει για σύννιφα, η κάτ που τα βρήκιν τα σύννιφα για να λέγιτι κάτ Νιφιλουκουκκυγία; Αυτά είντα στουν ψήλουν!
Ε! ρα κι σύ, αστουχνάς τ΄ς πουλλές αντάρις* που είχιν παλιότιρα η ιπουχή κι η πιριουχή στα πιδικά μας χρόνια; Σαν να είσι σι αριόπλανο που είντου μέσα στα σύννιφα κι δεν γλέπς καντίπουτας! Έπιζάμι μπάλλα στου γήπιδου κι δεν ίγλιπάμι ούδι τ΄μπάλλα, ούδι τουν ιαφτό μας;
Τ΄ν άλλ΄ντηλ μέρα στιρήθκα τουν ίσκιου τ΄ς καστανιάς κι ουλίγου απ΄΄ν κιρασιά, αλλά π΄στέβου κι αφτές απαλάθκαν απ΄΄ν “ασήμαντ΄παρουσία μ΄” η ουποία βιβαίους, όπους θέλου να π΄στέβου, δεν τ΄ς ήταν ινουχλητική, για να του φκιάσουμι κι ουλίγουν ποιητικό του κείμινου, φέρνουντας στου μπγιαλό μας τουν Μανόλ΄Α.
Αυτά π΄στεβου ιγώ, οι άλλ΄όμους έχν άλλ΄ιντύπουσ΄για μας κι μείς θαρρούμι ότ΄όλα είνι καλά! Ι, ας είνι αρά, σημασία έχ΄τι γνώμ΄ έχουμι ιμείς, για τ΄ς άλνους δεν τα μπουρέσουμι, έτσια μι φαίνητι λιέει ιένα τραγούδ΄τ΄Χατζηνάσιου*.
Δεν έκατσα απ΄λιέτι, που ν΄ακουτίσου να κάτσου γιατί δεν θέλ΄κι πουλύ να μι τσακώσ΄καμιά συρμή* κι να ΄χουμι κι τίπουτα ντράβαλα*, που κιρός για μισουκουμεία κι σι γιατροί αντίκρα απ΄τ΄ς ταχατιάιδις μπλαρουμέν΄* για του αμπόλιασμα.
Τώρα ιδώια που τα λιέμι μπουρεί να έχν κι ιένα κουμμάτ΄δίκιου, γιατί σι λιέει ου κάθι αμπουλίαστους, αμπουλιάζουμι τ΄ς κουρουμπλιές μι τα ξινά κουρόμπιλα κι αφτές γένουντι δαμασκηνές μι ουριότατα δαμάσκηνα, θέλτς κι μείς μι του αμπόλιασμα να γένουμι κατ΄άλλου; Πως του λιέν του ρητό αρά, άβυσσους η ψχή τ΄ανθρώπ΄*!
Έκατσα απ΄λιέτι στου άλλου του τραπέζ΄παραμέσα, ικεί έκουβιν ψίχα τουν αέρα του σπίτ΄,που έρχονταν απ΄τουν ψηλό τουν Αη-Λιά, απ΄τουν Αρίνταγα τουν έκουβαν οι σκάλις κι ου λουξός κι τρανός όχτους, αλλά του κρύου ψόφους, κιρό καλουκιργιάτ΄κου!
Μόλις άκσαν ψίχα θόρυβουν, να κι οι γκαχιλώνις, ίφιρναν φούρλις κάτ απ΄του τραπέζ΄, η μιάν καϊπχιόθκιν στα χουρτάρια η δέφτιαρ΄έτρουγιν τ΄ς πέτσις απ΄του καρπούζ΄κι η άλλ΄ικεί κουντά μας κι η ουποία ξικήντσιν να παέν΄μέσα στου κατόι, αλλά φώναξα: ε! όχ΄κι μέσα! Κι έστριψιν σ΄ν άλλ΄μιρά.
Απού ουμιλίις κι μ΄κρά χ΄πήματα δεν χαμπάργιαζιν ντίπ κι δεν σ΄μαζώνουνταν στου κάφκαλου μούνγκι αν ήταν τρανό του χτύπ΄μα. Είιδαμι κι ιέναν ασβό που κι αυτός καϊπχιώθκιν
Λαγοί δεν ξιμύτσαν κι δεν τ΄ς είιδαμι γιατί τριουρνούσιν μιάν αλούπου* αλλά κι αφτήν δεν τ΄ν είιδαμι. Δεν ήταν φαίνητι σαν ΄ν αλ΄πού στου χουριό τ΄ς φίλης μας στου Βόιου που έφιρνιν φούρλις κι δεν μας χαμπάργιαζιν ντίπ για ντίπ. Αυτή φαίνουνταν σαν να ήταν ζουάκ΄του σπιτιού κι καρτιρούσιν του φαϊ τ΄ς, σαν να ήταν γάτα να πούμι.
Ου κιρός έδειχνιν ότ΄τ΄απόγιμα δεν τα τ΄γλύτουνάμι τ΄βρουχή, όπους κι γίνγκιν. Δυό σύννιφα ήταν όλα κι όλα, ιένα μ΄κρό κι ιένα τρανύτιαρο, αφτό του έκοψα για του σύννιφου τ΄Γκαντιά.
Αρχίντσαν οι μπουμπουντσαρές κι να κι οι αστραπές κι οι κιραβνοί που σι μια στιγμή σκιάθ΄κα, τράνταζαν του σπίτ΄, λιέου να πέσ΄κι καένας κιραβνός, τι να μι προυστατέψ΄η πιργουλιά! Σι λίγου αρχίντσαν κομόσις αριές σταγόνις που δυνάμουσαν κι γίνγκιν αψιά η βρουχή. Δεν κράτσιν όμους πουλύ. Τι μπουρεί να σι φκιάσν δυό μ΄κρα σύννιφα! Να μην αστουχούμι όμους ότ΄του ιένα ήταν του πιριβόητου κι ξακουστό σύννιφου τ΄Γκαντιά!
Τόσα χρόνια απέρασαν κι ακόμα ου Δίας δεν αστόισιν κι δεν ξιθύμουσιν για του χνέρ΄που τουν έφκιασιν ου Αριστουφάντς μι τα πλιά!
Για τ΄άφτου σ΄αφτήν ΄ν πιριουχή ακόμα κι σήμιρα, ύστιρα απού τόσα κι τόσα χρόνια δείχν΄τουν θυμό τ΄.
Απέρασαν καμόσις μέρις κι ήρθιν η ώρα που τα έφυβγάμι, πριχού φτάσουμι σην καστανιά, πέφτ΄μια μπάλα ανγκαθουτή απ΄τα κλουνάρια τ΄ς, κνιούνταν λιές κι ήταν ζουντανή, λιέου μέσα μ΄τι στου καλό αρίτσιους είνι; Αλλά πράσινους αρίτσιους, κνιούνταν σαν να ήταν ζουντανό! πλησιάζου κι του παίρνου κι τ΄αφήνου ουπάν στου τραπέζ΄, φαίνητι για να μας ιφχαριστήσ΄για ΄ν παρέα που ΄ν έκαμάμι μας κέρασιν τα κάστανα τ΄ς έστου κι αγίνουτα ακόμα!
*
Ιντζέκαρας = ποταμός Αλιάκμονας
Φόρης = Χριστόφορος (Φόρης) Τιτέλης, καθηγητής μαθηματικών
Γιάννης = Γιάννης Ευαγγελίδης, καθηγητής φιλόλογος
Βάντσα = Κώμη, Άνω και Κάτω, χωριά νοτιοανατολικά της Κοζάνης
Μούτσιος = Γιώργος Μούτσιος, τραγουδιστής όπερας και ηθοποιός
Ρώτας = Βασίλης Ρώτας, κριτικός, ποιητής, μεταφραστής, συγγραφέας
Αρνίθες = Όρνιθες, έργο του Αριστοφάνη
Πλιά = Όρνιθες
Αντάρις = Ομίχλες
Χατζηνάσιος = Γιώργος Χατζηνάσιος, συνθέτης
Συρμή = συνάχι, γρίπη
Ταχατιάιδις μπλαρουμέν΄= επίτηδες μουλαρωμένοι (αρνητές)
Αβυσσός η ψχή τ΄ανθρώπ΄= ρητό μάλλον του Ηράκλειτου (535-475 πΧ)
Μήκας Ελίμειος
Κοζάνη, 25 Σεπτεμβρίου 2021