Η κρίση τιμών στην ενέργεια εξαιτίας του συνεχιζόμενου ράλι στις τιμές του φυσικού αερίου, προκαλεί έντονες ανησυχίες και για την επάρκεια του συστήματος ηλεκτροδότησης της χώρας ειδικά στην περίπτωση που οι καιρικές συνθήκες είναι αρνητικές. Η χαμηλή στάθμη των ταμιευτήρων στους υδροηλεκτρικούς σταθμούς της ΔΕΗ, σε συνδυασμό με την αδυναμία ελέγχου των διασυνδέσεων οι οποίες καθίστανται αυτομάτως εξαγωγικές, εάν η εγχώρια αγορά είναι φθηνότερη από τις γειτονικές, δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους επάρκειας με τις περικοπές ηλεκτροδότησης να αποτελούν την έσχατη λύση η οποία όμως βρίσκεται στο τραπέζι.

Άλλωστε περικοπές ηλεκτροδότησης έγιναν το καλοκαίρι που πέρασε κατά τη διάρκεια του καύσωνα. Εν πολλοίς αποδόθηκαν στις πυρκαγιές, αν και όπως παραδέχονται πλέον οι εμπλεκόμενοι, οι περικοπές ηλεκτροδότησης λόγω των πυρκαγιών βοήθησαν, ώστε το σύστημα να αντέξει στην εξαιρετικά αυξημένη ζήτηση εκείνων των ημερών.

Ένας ακόμη παράγοντας που βοήθησε αν και κανένας δεν το λέει φωναχτά, ήταν το γεγονός πως την περίοδο του καύσωνα ήταν εκτός λειτουργίας η διασύνδεση με την Ιταλία. Και αυτό διότι η ιταλική αγορά είναι συνήθως ακριβότερη από την ελληνική και ως εκ τούτου εάν λειτουργούσε το καλώδιο, μέρος του φορτίου θα «έφευγε» προς άλλες αγορές επιδεινώνοντας ακόμη περισσότερο το πρόβλημα του ελληνικού συστήματος.

Κώδων κινδύνου με την μέγιστη ισχύ σε ετοιμότητα

Αυτά τα δεδομένα και η πολύ πρόσφατη εμπειρία σε συνδυασμό με την εκτόξευση των τιμών του φυσικού αερίου που περιορίζει την ζέση των προμηθευτών να εισάγουν φορτία LNG δεσμεύοντας πολύ μεγάλη ρευστότητα, ανησυχούν τον ΑΔΜΗΕ που είναι υπεύθυνος για την επάρκεια του συστήματος.

Έτσι ο Διαχειριστής στην επιστολή που στέλνει κάθε Οκτώβριο στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας για να την ενημερώσει για την κατάσταση του συστήματος εν όψει του χειμώνα, εφέτος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Ο ΑΔΜΗΕ εκτιμά ότι όλες οι θερμικές μονάδες του συστήματος, λιγνιτικές και φυσικού αερίου, θα πρέπει να είναι διαθέσιμες από το Δεκέμβριο του 2021 έως και τον Φεβρουάριο του 2022. Και για να γίνει αυτό θα πρέπει να εξασφαλιστεί εγκαίρως, δηλαδή το αμέσως επόμενο διάστημα, η επάρκεια τόσο σε φυσικό αέριο όσο και σε λιγνίτη για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΑΔΜΗΕ σε συνθήκες ισχυρού ψύχους τους μήνες Δεκέμβριος 2021 – Φεβρουάριος 2022, θα απαιτηθεί μέγιστη ισχύς 8,8-9,5 GW και μέγιστη ημερήσια ενέργεια 180-190 GWh προκειμένου να καλυφθεί η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια.

Σε τέτοιες συνθήκες εκτιμάται ότι η παραγωγή από όλες τις διαθέσιμες λιγνιτικές μονάδες είναι απαραίτητη. Συγκεκριμένα, για όλη χειμερινή περίοδο θα πρέπει να είναι διαθέσιμες και οι 7 λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ, παραγωγικής ισχύος 1800 MW (Αγ. Δημήτριος 1-2-3-4-5, Μελίτη, Μεγαλόπολη 4).

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Άγιος Δημήτριος 5 που βρίσκεται σε προγραμματισμένη αναβάθμιση, λαμβάνεται υπόψη στους υπολογισμούς του ΑΔΜΗΕ καθώς αναμένεται να μπει στο σύστημα στο τέλος του έτους. Εκτός συστήματος θα παραμείνει η Μεγαλόπολη 3 η οποία θα είναι διαθέσιμη για λειτουργία από το 2022 με μέγιστο όριο τις 120 ώρες ετησίως αφού έχει πάρει το δρόμο της απόσυρσης.

Οι παράγοντες ρίσκου

Σε συνθήκες υψηλού φορτίου εκτιμάται ότι θα είναι απαραίτητη η παραγωγή όλων των μονάδων φυσικού αερίου, με συνολική ισχύ περίπου 4.400 MW.  Για τις συγκεκριμένες μονάδες θα πρέπει να διασφαλιστεί επαρκής τροφοδοσία φυσικού αερίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι όλες οι μονάδες φυσικού αερίου έχουν ολοκληρώσει την ετήσια συντήρηση τους και ως εκ τούτου θεωρούνται διαθέσιμες καθ΄όλη τη διάρκεια της περιόδου.
Εφόσον διασφαλιστεί η επάρκεια τροφοδοσίας με καύσιμο των λιγνιτικών και των μονάδων φυσικού αερίου, οι δυο επισφαλείς παράγοντες για το σύστημα είναι τα νερά και οι εξαγωγές.

Το απόθεμα των ταμιευτήρων των υδροηλεκτρικών μονάδων ανέρχεται σε περίπου 1.550 GWh και βρίσκεται σε επίπεδα ανάλογα με αυτά του 2020. Ωστόσο το επίπεδο αυτό κινείται σε χαμηλό δεκαετίας και όπως φαίνεται τα νερά δεν παρέχουν την ασφάλεια που έχει ανάγκη το σύστημα.

Όσο για τις διασυνδέσεις η ανταλλαγή ενέργειας μεταξύ των γειτονικών κρατών είναι προϊόν αγοράς, το οποίο σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει πρόβλεψη για το εάν η Ελλάδα θα είναι εισαγωγική ή εξαγωγική μια δεδομένη χρονική στιγμή. Τους τελευταίους μήνες, ωστόσο, έχουν παρατηρηθεί συχνά διαστήματα σημαντικών εξαγωγών, γεγονός που λαμβάνεται υπόψη στην εκτίμηση της επάρκειας και κατά τους επόμενους χειμερινούς μήνες.

www.worldenergynews.gr